Η τελευταία αρκούδα του Πίνδου

Του Δημήτρη Χατζή

Ο Σκουρογιάννης μας χαιρέτησε, μας αποχαιρέτησε προχτές. Γύρισε στην πατρίδα.
Κάπου-κάπου μέσα στη δική μου την ιστορία έχω πει και γι’ αυτόν δυο λόγια, ποιος ήταν. Από τους παλιούς μετανάστες, εκείνους της πρώτης μεγάλης φουρνιάς, έμεινε είκοσι χρόνια εδώ. Με το συμβόλαιο κ’ έκοβε σύρματα —συρματόσκοινα στην ΑΕΓΚ. Ένας σιδερένιος μπάγκος με το μαχαίρι, στέκεσαι μπροστά —δε χρειάζονται μπράτσα, τέχνη, μυαλό, τίποτα δε χρειάζεται, να κόβεις μονάχα. Ώρες οχτώμιση κάθε μέρα, μισή ώρα διάλειμμα για το μεσημέρι —και σου τα μετρούν με τη νόρμα. — «Να τα βάλεις συνέχεια, φτάνουν πάνω από σαράντα φορές Στουτγκάρτη – Ντομπρίνοβο τα σύρματα που ‘κοψα» —είπε μια μέρα στο ελληνικό καφενείο.


Άλλο τίποτα δεν έκανε, δε χρειάστηκε να κάνει, δεν είχε να κάνει και δε μπορούσε να κάνει. Κοιμήθηκε χρόνια μαζί με τους άλλους σε κείνα τα κοινόβια, τα «χάιμ» πού λένε, κοιμήθηκε κάποιον καιρό και στο δωμάτιο το δικό μου, ξαναγύρισε στα «χάιμ», ξαναπήρε κάποτε κάποιο δωμάτιο με κάποιους άλλους —που θα πει πως κατοικιό δικό του δεν είχε— κάπως έτσι σα να ΄ταν περαστικός. Είκοσι χρόνια περαστικός. Έφαγε το μεσημέρι στις καντίνες με το κουπόνι, το βράδι το πακετάκι του με τα τέσσερα ψωμάκια, εκατό γραμμάρια το σαλαμικό, το βούτυρο πάντα στα δυο — για δυο μέρες. Πάλι δηλαδή σαν περαστικός, ταξιδιώτης, σαν στρατιώτης. Καμιά, φορά σαββατόβραδο, με το καλό το κοστούμι του, ερχόταν μαζί μου —να βρούμε καμιά Γερμανίδα. Και να τη βρεις —άσε πού δεν γίνεται πάντοτε— την Κυριακή την έχεις πάλι τη μοναξιά σου —και να ‘σαι βέβαια απ’ το Ντομπρίνοβο τα συλλογιέσαι και τα λεφτά που ξοδεύτηκαν —και τα λυπάσαι διπλά να τύχει να πάνε χαμένα —εκείνη η ξανθή — στο τέλος δεν έγινε τίποτα —αυτός ήτανε τότε στο «χάιμ» — αυτή δωμάτιο δικό της δεν είχε —είπε «σιάντε», κρίμα δηλαδή το καημένο —καλό κορίτσι φαινόταν — μα τα λεφτά τα λυπάσαι —δεν είμαστε μείς για τα τέτοια —μπαρ και κεράσματα, τσιγάρα ακριβότερα. Και το ελληνικό καφενείο, να πας και κει κάθε βράδι, τα θέλει κι αυτό τα δύο-τρία μαρκούλια του —ο Σκουρογιάννης δεν τα ‘δινε εύκολα. Τα περισσότερα βράδια ξεροστάλιασε μαζί με τους άλλους στο σταθμό των σιδηροδρόμων — να πεις δυο λόγια με τους Ρωμιούς— δεν είναι δα και της προκοπής —όλο τα ίδια— βαριέσαι — Όσο πού νιώθεις την κούραση, σα ν΄ ανεβαίνει, σε πιάνει απ’ τα πόδια, έχεις και να ξυπνήσεις πρωί, να ΄σαι στην ώρα σου στην ΑΕΓΚ, να χτυπήσεις την καρτέλα σου σε κείνο το μηχανάκι — (Άντε, γεια σας από μένα, τα ξαναλέμε κι αύριο…».
Έτσι. Είκοσι χρόνια. Εφτά χιλιάδες τρακόσιες μέρες —κάπου χίλια κοψίματα κάθε μέρα —δυο κοψίματα στο λεφτό— είναι η νόρμα —εγώ του τα ‘κανα αυτά τα μετρήματα. Εφτά χιλιάδες τρακόσια τα βράδια, τα τέτοια βράδια —αυτά τα μέτρησε μόνος του— το κάθε βράδι με τον καημό του.
Η Γερμανία, η Στουτγκάρτη, κτίρια μεγάλα, δρόμοι φωτισμένοι, κέντρα, θεάματα —όλα του μείνανε ξένα, πεντάξενα, μακριά απ’ αυτόν, αδιάφορα, ανύπαρκτα —μια μάντρα κλεισμένη γύρω του. Ψηλή, κλειστή γύρω-γύρω, με κάποιες μικρές, χαμηλές πορτοπούλες —ανοίγει η μια κάθε πρωί —βγάζει στην ΑΕΓΚ— ανοίγει η άλλη το μεσημέρι —στην καντίνα βγάζει μονάχα— το βράδι ανοίγεται η τρίτη —φαίνεται να ΄ναι μεγάλη, πλατύτερη —πουθενά δε βγάζει κι αυτή, στο σταθμό μονάχα, στο ελληνικό καφενείο, στο «χάιμ» — και ξανακλείνουνε πίσω του κάθε φορά που περνάει.
Αυτή ‘ταν η Γερμανία του Σκουρογιάννη.
Πήρε, λοιπόν, τη μικρή του τη σύνταξη για τα είκοσι χρόνια του, είχε βέβαια και κάτι λεφτά μαζεμένα με την τόση τη στέρηση και ξεκίνησε αμέσως για την Ελλάδα —πίσω για το Ντομπρίνοβο — Ηλιοχώριον, επαρχία Δωδώνης. Μέσα για μέσα στην καρδιά του Πίνδου. Δημήτριος Σκουρογιάννης —ι Μήτρους πού λέγαμε— ο επιστήθιος φίλος μου και φίλος πολύ και του συγγραφέα μας. Στα σαράντα πέντε του πια μα γέρος ακόμα σα βούβαλος, στρογγυλοπρόσωπος, αγριομάλλης, μεγαλόκορμος και στραβοπόδαρος, όπως είναι, όλοι τους από κείνα τα μέρη, από κείνα τα βουνά τα μεγάλα.
Και γύρισε ο Σκουρογιάννης εκεί. Έτσι που τοίχε τάξει στον εαυτό του. Αυτό το Ντομπρίνοβο ήταν το στήριγμα της καρδιάς του στα χρόνια της ξενιτιάς, ήταν το τέρμα του μακρινού ταξιδιού του —κ’ η ανταμοιβή του μαζί. Τα μεγάλα βουνά της πατρίδας έρχονταν και ξανάρχονταν στην ερημιά του ξένου του τόπου, σκεπάζοντας με την αχλύ τη γαλάζια τους την καταχνιά της βορεινής πολιτείας. Και το βράδι πάλι, καθώς έκλεινε αποσταμένος τα μάτια του, το ξερό, μονότονο όλη μέρα κροτάλισμα των σιδερικών που βούιζε ακόμα στ’ αυτιά του, σκεπαζότανε σιγά-σιγά από κείνο το γνώριμο, το βαθύ τους ανάσασμα των χιλιάδων και χιλιάδων πεύκων κ’ ελάτων στον Πίνδο —εκεί, σε κείνον τον τόπο, πού ‘ταν ο τόπος του, όσο δεν ήτανε κανενός —κι αποκοιμότανε μέσα σ’ αυτό.
Κρυφά, να μη φανερώνεται στους άλλους και τον αποπαίρνουνε με τις σαχλαμάρες και τα πειράγματα του ελληνικού καφενείου, αυτόν το γυρισμό δούλευε μέσα του —και τον χαιρόταν που θα τον είχε. Να τελειώσει καμιά φορά με τις νόρμες, τα ακόρντ, τα ορντουνγκ, τα συρματόσκοινα και να τελειώσει και με την άσφαλτο, το τσιμέντο και τ’ αλουμίνιο, να φτάσει κάποτε κει:
—Κόβι, Μήτρου μ, κόβε να γυρίσουμε καμιά φορά…
Και καμιά φορά ξεχνιόταν ωστόσο, ξεσπούσε μπροστά στους άλλους: —«Ίμείς από του Ντουμπρίνουβουν» — (Ίμείς εκεί στο Ντουμπρίνουβον… Ιδέαν δεν έχετε ισείς…»
— Παράτα μας ρε Σκουρογιάννη, μ’ αυτό το Ντομπρίνοβο, του ρίχνονταν όλοι.
Τότες έσκυβε το κεφάλι, φούσκωνε τα μάγουλα του, μετάνιωνε που του ξέφυγε και το ξανάπε, σώπαινε κι ορκιζότανε μέσα του να φυλάγεται, να τα φυλάει για τον εαυτό του, θησαυρό του, καημό του.
Αύγουστος ήταν. Από τη Θεσσαλονίκη που κατέβηκε με το τραίνο —τίποτα δε στάθηκε να δει— γραμμή λεωφορείο και στην Κοζάνη, γραμμή κι από κει για την Κόνιτσα. Εκεί το νοίκιασε το μικρό ημιφορτηγό για τις έξη βαλίτσες του, κάτι δέματα, κάτι πακέτα, άλλα μικρότερα —τα καζάντια του στη Γερμανία. Σε τρεις -τέσσερες ώρες σταματήσανε στο μικρό μπακάλικο —ήταν από τότε, πριν φύγει. Τώρα με το δρόμο που φτιάξανε, το μεγαλώσανε και σταματούν εκεί τα λεωφορεία. Κατέβασε τα πράματα, πλήρωσε τον άνθρωπο, έφυγε το φορτηγάκι, αυτός στάθηκε μια στιγμή και κοίταξε γύρω του. Αριστερά του το βουνό της Λάιστας, κάτω η βαθιά ποταμιά που πάει με τ΄ άλλα νερά να βρει τον Αώο. Το χειμώνα βουίζει, η πλατιά της χαλικαριά λαμποκοπάει τώρα μέσα στον ήλιο. Πέρα, μπροστά του, ο Γυφτόκαμπος. Αντίκρυ του εκείνη η πλαγιά με τα πεύκα, τα ελάτια να κατρακυλούν αραδιαστά, πυκνά, στητά, φουντωτά. Ξοπίσω της, πέρα, τα βουνά τα μεγάλα —όπως τα ‘ξερε. Ο τόπος του.
Είκοσι χρόνια τα ‘στείλε ταχτικά κάθε μήνα στους γονιούς του τα ογδόντα του μάρκα και να έρθει δεν θέλησε. Δεν ήτανε μόνο για τα λεφτά, την οικονομία και δεν ήταν ύστερα μονάχα για τη δικτατορία, τις φασαρίες. Χωρίς να τα ξέρει, χωρίς να μπορεί να σκεφτεί τέτοια πράματα ήταν κι αυτός από τους ανθρώπους εκείνους που δεν το λιανίζουνε τ’ όνειρο τους, το θέλουν ακέριο, σωστό, μια και καλή, το φκιάχνουνε μέσα τους, το στήνουνε, το δουλεύουν και ξέρουν, μπορούνε να την καρτερούνε την ώρα του.
Το χωριό αρχίζει λίγο πιο κάτω απ’ το δρόμο, κατηφορίζοντας απ΄ τούτη τη μεριά της βαθιάς κοιλάδας. Τίποτα δε φαίνεται από το δρόμο. Μεγάλες καρυδιές τα κρύβουν, τα σκεπάζουν ολότελα τα πέτρινα σπίτια του ως κάτω στην εκκλησία με τον πελώριο πλάτανο μπρος, της. Το μεσημέρι κρατούσε ακόμα, ψυχή δεν ήταν στο δρόμο. Τράβηξε τα πράματα του στην άκρη, κάθισε στον ίσκιο πάνω σ΄ ένα κασόνι κι άκουγε τα τζιτζίκια. Σήκωσε μια στιγμή το κεφάλι κατά το δέντρο, χαμογέλασε —τον καλωσορίζανε.
Εκεί τον βρήκαν αργότερα, τον γνωρίσανε, τον βοήθησαν να κατεβάσουν τα πράματα, μπήκε στο πατρικό του, ήρθαν όλοι, τον καλωσορίσανε, τον δεχτήκανε μετά χαράς, μείνανε ως το βράδι μαζί του.
Είχε φτάσει.
Από τότε που γίνηκε ο κόσμος οι Ντομπρινοβίτες ξενιτεύονται. Στο χωριό τους γυρίζουν άμα γεράσουν. Ποτές τους δεν ήτανε ξυλοκόποι στα δάση που ‘χουνε γύρω τους, αγωγιάτες στα βουνά τους, τσοπαναραίοι,
μαστόροι, χρυσικοί, καλαντζήδες. Ένα παρακλάδι της Εγνατίας περνούσε από κει. Το παίρνανε και τραβούσαν —οπού τους βγάλει. Ξενιτευόντανε για να καζαντίσουν-. Στα Γιάννινα, τη Θεσσαλονίκη — τον παλιό καιρό πηγαίνανε στα μέρη της Μαύρης Θάλασσας, κάτω χαμηλά στη Μεσημβρία, τον Πύργο, την παλιά Ανατολική Ρωμυλία —δικά τους ήτανε κάποτε κείνα τα μέρη. Ο συγγραφέας μας λέει πως είναι άνθρωποι σε τούτο τον κόσμο που το ‘χουν στο αίμα τους να προκόβουν. Δεν πέφτουν έξω με τις δουλειές, τα λεφτά. Οι Ντομπρινοβίτες είναι απ’ αυτούς: Γερή καρδιά γερό κορμί, σίγουρο μάτι.
Δίπατα πέτρινα σπίτια, εκκλησίες μεγάλες με πλατώματα πλακόστρωτα μπροστά τους, σχολείο δικό τους, που φκιάξανε μόνοι τους, τα στενορύμια του χωρίου τους όλα καλντερίμι με δουλεμένη την πέτρα —τη μαρτυρούνε την προκοπή που κάναν στα ξένα και που την φέραν και δω.
Ξενιτεμένοι και τώρα, πάνε και τώρα το καλοκαίρι, με τα γιωταχί τους, τα τρανζίστορ, τις ηλεκτρικές τους κουζίνες, με τις νικέλινες πολυθρόνες που κουβαλούνε μαζί τους για τις αυλές τους. Εργάτης στη Γερμανία από το Ντομπρίνοβο δεν πήγε κανένας — αυτός ο Σκουρογιάννης μονάχα.
Κόσμος ήτανε και τώρα στο χωριό του, πολύς, Αύγουστο μήνα που γύρισε. Και χάρηκε βέβαια που τους βρήκε τόσους εκεί. Άλλοι τον ξέραν, τους ήξερε, μ’ άλλους βρεθήκανε να ‘χουν συγγένειες, παλιές γνωριμίες.
Το βράδυ ανεβαίνουνε και μαζεύονται στο μπακαλικάκι του δρόμου, κατεβαίνουν στην εκκλησιά με το μεγάλο της πλάτωμα, πότε πάλι στην πλατεία του σχολείου —μια ταράτσα πάνω από τη ρεματιά.
Θα ‘θελε να τους έλεγε κάτι κι αυτός για τα δικά του της Γερμανίας, την ξενιτιά, τη νοσταλγία, τα βάσανα. Εδώ τώρα μπορούσε να το λέει πια και να μην φοβάται, πως —«Ιμείς ιδώ στο Ντομπρίνοβον»… Δικοί του άνθρωποι είναι γύρω του, Ντομπρινοβίτες, Ντομπρίνοβο είναι όλα.
Και δεν το λέει. Από τις πρώτες μέρες ακόμα αρχίζει να νιώθει πως κάπως είναι και κάπως δεν είναι μαζί με τους άλλους. Κάτι του λείπει για να ‘ναι μαζί τους, για να ‘ναι απ’ αυτούς. Ο συγγραφέας μας να ‘ταν εδώ, θα μπορούσε να ‘λεγε πως αυτός απόμεινε όλα τα χρόνια της Γερμανίας Ντομπρινοβίτης, οι άλλοι δεν είναι τίποτα πια, από πουθενά δεν είναι. Όπου βρεθούνε, μόλις βρεθούνε, θ’ αρχίσουν σε λίγο και λένε πάλι για τις δουλειές τους, για τα λεφτά τους, τα μαγαζιά τους, τα πράματα, μηχανήματα, χτήματα που αγόρασαν, που θ’ αγοράσουν. Αν ήταν εδώ κανένας Μπρουσάκης, Σαββίδης, Γιαννόπουλος, από κείνους τους φιλόσοφους του ελληνικού καφενείου, θα ‘χε πάλι τη σοφή την εξήγηση του —κοινωνία της κατανάλωσης και το ξερίζωμα, την αλλοτρίωση των ανθρώπων και τ’ άλλα που λέγανε.
Ο Σκουρογιάννης δε μπορούσε βέβαια να σκέφτεται τέτοια πράματα, τόσο πολλά. Άρχισε μόνο και το ‘νιωθε πως ήτανε μόνος μέσα σ’ αυτούς τους ανθρώπους έτσι σα λίγο ξένος ανάμεσα τους. Του φαίνονται λίγο παράξενοι —άλλος κόσμος είναι. Άλλοι, λοιπόν, ήταν εκείνοι οι φιλόσοφοι με τις πολλές θεωρίες τους, τις παρλαπίπες και τους καυγάδες. Αυτός ήταν που τους αποπαίρνε τότε —τους θυμιέται τώρα καμιά φορά το βράδι, γυρίζοντας σπίτι. Και κείνα τα βράδια της ξενιτιάς, το κουτό, βαρετό ξεροστάλιασμα στο σταθμό — δεν ξέρει βέβαια κι αυτό να το πει— αν άλλο δεν είχανε μέσα —ήτανε κάπως σαν να τους δέναν, να τους ένωναν—ίδιος καημός, ίδια πίκρα— κάπως κοντά σου τον νιώθεις τον άλλον. Πολύ σκορπισμένοι του φαίνονται τούτοι —μέσα στην Ελλάδα, μέσα στο δικό τους τον τόπο. Και δεν το λέει —«Ιμείς ιδώ εις το Ντομπρίνοβον» —φοβάται, ο Σκουρογιάννης μη του ριχτούνε, τον αποπάρουν κ’ εδώ.
Έβαλε μαστόρους κ’ έφκιαξε το ‘να δωμάτιο, έφκιαξε δίπλα το μαγειριό του, ταχτοποίησε με μεράκι τα γερμανικά κουζινικά που ‘χε φέρει, έφκιαξε μπροστά την αυλή την πλακόστρωτη, την περγολιά της. Έφκιαξε και λίγο το φράχτη —πήγε κ’ έφκιαξε και τους τάφους των γονιών του στο νεκροταφείο —τα τέλειωσε όλα σωστά, νοικοκυρεμένα. Οι άλλοι θα φεύγαν ως το φθινόπωρο, αυτός δεν έφευγε, ερχόταν. Κατέβηκε για λίγες μέρες στα Γιάννινα, κανόνισε την επιταγή για τη σύνταξη του να του τη στέλνουνε στο χωριό, έβαλε τα λεφτά του στην τράπεζα, τέλειωσε μ’ αυτά, γύρισε πίσω.
Καιρός έφτανε πια να περπατήσει και λίγο τον τόπο του. Πήρε το δισάκι του ένα πρωί —να κατέβαινε ως κάτω στη ρεματιά, να ‘μπαίνε λίγο στο δάσος. Κατέβηκε. Μικρά «πριόνια» δουλεύουν και τώρα στην άκρη του δάσους. Έκατσε λίγο —την είδε την τυραγνία των ανθρώπων, των μουλαριών να κουβαλούν ως τα φορτηγά τους μεγάλους κομμένους κορμούς. Πιο γνώριμος του φάνηκε Ο κόσμος αυτός, πιο δικός του. Τράβηξε ύστερα λίγο πιο πέρα, έκοψε αριστερά, μπήκε στο μεγάλο δάσος. Πήρε το παλιό μονοπάτι των τσομπαναραίων, των ξυλοκόπων, των παλιών λήσταρχων πού τραβάει για την κορφή. Ανάσανε βαθιά το βουνίσιον αγέρα, στάθηκε μια στιγμή και τ’ άκουσε ζωντανό το βούισμα εκείνο των δέντρων —που μακρινό τον ακολουθούσε τότε στη Γερμανία. Έφτασε στο ξέφωτο που ‘ξερε, κοντά στην κορφή —ένα μικρό λιβάδι— σκηνίτες εκείνα τα χρόνια τα φέρναν εδώ και βοσκούσανε τα μικρά κοπάδια τους.
Γύρισε αργά στο χωριό με το ηλιοβασίλεμα —γραμμή για το σπίτι— κανέναν δεν ήθελε. Ήτανε μια μέρα καλή, κάτω στη ρεματιά, στη χαλικαριά, στα πριόνια, ψηλά στο βουνό. Τ’ όνειρο του γυρισμού του, δεν τον είχε γελάσει.
Αυτό το ταξίδι της Κόνιτσας δεν το ‘χε θελήσει, σε κανέναν λογαριασμό δεν το ‘χε. Ο ξάδερφος που ‘ταν εκεί, αυτός τον έφαγε να σηκωθεί και να πάει —είχανε λέει, να μιλήσουν. Πήγε. Ο ξάδερφος είχε, λοιπόν, και κείνος κάτι λεφτά, αυτόν περίμενε ν’ ανοίξουν καθαριστήριον, έτοιμη την είχε και την ταμπέλα, Στεγνοκαθαριστήριον Ο Ήλιος —μαζί να τ’ ανοίγανε —μαζί να δουλεύανε —σαν αδέρφια— σίγουρη δουλειά, σίγουρα τα κέρδη —Ντομπρινοβίτες είμαστε τέλος πάντων, κάτι ξέρουμε από τέτοια.
Ο Σκουρογιάννης τον άκουσε, φούσκωσε τα μάγουλα. Αν είναι για τα λεφτά, να του δώσει, του ‘δινε μεταχαράς —σκοπό ν’ ανοίξει καθαριστήριο δεν είχε κανέναν —κανένας ήλιος δεν του χρειάζεται. Ο ξάδερφος δεν κατάλαβε, δεν τον πίστεψε, τον ζόρισε ακόμα. Γιατί δεν θέλει να την ανοίξουνε τη δουλειά; Τι θα κάνει στο Ντομπρίνοβο; —νέος άνθρωπος ακόμα; Αν ήταν εδώ κανένας Σαββίδης, Γιαννόπουλος, μπορούσε να το εξηγήσει σ’ αυτόν τον ξάδερφο πως ο Σκουρογιάννης έζησε έξω προλετάριος τόσα χρόνια —νόρμα, μιστός με κορδέλα στο δεκαπενθήμερο. Τώρα με τη σύνταξη, το μικρό του τον τόκο —δεν ήθελε, δεν χρειαζότανε καμιά δουλειά. Είπε, λοιπόν, πώς παιδεύτηκε πολύ, ήθελε τώρα να ξαποστάσει, το Ντομπρίνοβο, του φτάνει. Κ’ είπε πάλι —να στα δώσω τα λεφτά —άνοιξε το, το μαγαζί σου.
Ο ξάδερφος δεν κατάλαβε τίποτα —τι τον πείραζε να τ’ ανοίξουν το μαγαζί —αφού του τα ‘δινε και τα λεφτά; Του ‘γραψε και καταπίσω του γράμμα στο Ντομπρίνοβο. Έγραψε και στο γέρο τον Τράκα να του μιλήσει κι αυτός. Τότες ο Τράκας σηκώθηκε και πήγε στο σπίτι του. Και τι τον θέλεις, του λέει, αυτόν τον ξάδερφο, ανεπρόκοπος άνθρωπος είναι αυτός, θα ζημιωθείς να τα ταιριάσεις μαζί του, θα σου φάει και τα λεφτά. Έχουν αν θέλεις, και τα παιδιά του λεφτά, τους γράφει στη Λάρισα, μαγαζί μπορούν ν’ ανοίξουν μαζί, θέλει μπακάλικο, καθαριστήριο θέλει, θέλει στα Γιάννινα, στην Κόνιτσα, στο Τσεπέλοβο —χρειάζεται ένα και κει— σίγουρα θα πάει καλά. Τα ‘χουμε εμείς τα λεφτά, μωρέ Μήτρο, κατάλαβε το.
— Κι αφού τα ‘χετε τα λεφτά, τι τα θέλετε και τ΄ άλλα τα μαγαζιά;
Ο Τράκας άνοιξε τα μάτια του, απόμεινε μ’ ανοιχτό το ξεδοντιασμένο του στόμα. Εκατό χρόνια τώρα —εκατό μονάχα;— μαγαζιά στην Πόλη, στη Βάρνα, στη Θεσσαλονίκη, εμπόρια τώρα μεγάλα στη Λάρισα —κάθε Τράκας μπορούσε να δώσει την απάντηση που ‘θελε αυτός, να μη τη δίνει, να τη δίνει και να μη τη δίνει, σ’ ότι και να τον ρωτούσαν. Τι ν’ απαντήσει σ’ αυτόν το μπούφο;
— Πονηρός είναι αυτός, σκέφτηκε ό γέρος. Σίγουρα θα ‘χει λεφτά μαζωμένα, μας παίζει.
Ο ξάδερφος δεν έπαιρνε απάντηση, σηκώθηκε και πήγε αυτός στο Ντομπρίνοβο. Άρχισε πάλι να τον ζορίζει. Σε τύλιξε, αυτός ο παλιόγερος, δικό μου φταίξιμο πού τον ανακάτεψα στη δουλειά μας.
— Τα λεφτά πού σου ‘ταξα, εκατό χιλιάδες, θα σου τα δώσω. Να κάνουμε τα χαρτιά και μου τα χρωστάτε. Με μαγαζιά μη μ’ ανακατεύεις εμένα —δεν θέλω, είπε τέλος ο Σκουρογιάννης και την έκοψε την κουβέντα. Τον είχανε ζορίσει κι αυτός κι ο Τράκας.
Και το πήρε πάλι το δισάκι του και κατέβηκε πάλι στη ρεματιά, στα πριόνια, με τους ανθρώπους, τα ζώα πού τυραννιόνταν, ανέβηκε πάλι στο ξέφωτο εκείνο — να ξεδώσει λίγο, να φύγει, απ’ αυτούς. Τον είχαν πειράξει —σα να τον έβρισαν, να τον πρόσβαλαν. Ο κόσμος αραίωνε στο χωριό, άρχισαν και φεύγαν. Ας φεύγαν. Ξαναπήγε και τις άλλες μέρες στη ρεματιά, στα πριόνια, ξανανέβηκε στο βουνό, ξαναζήτησε πέρα απ’ το ξέφωτο τα παλιά τα μονοπάτια πού βγάζουν στο Σμόλικα.
Μα κάπως έγινε κιόλας —δεν είναι πια σίγουρος πώς φτάνει να ζήσει μ’ αυτά. Δεκάξι οικογένειες θ’ απομένανε στο χωριό το χειμώνα —όλο γέροι.
Τότε σηκώθηκε και πήγε στο Βόλο να βρει τον Σταύρο. Πέντε χρόνια κάνανε στη Γερμανία μαζί —αυτόν ήθελε τώρα να δει και κανέναν άλλον.
Ένα μικρό σαπουνάδικο θα ‘νοιγε ο Σταύρος γυρίζοντας —έτσι τους είπε —εκεί κάπου γύρω στο Βόλο. Αυτό σκεφτόταν. Όλα τα χρόνια της ξενιτιάς του. Τη μέρα δούλευε στο ΑΟΤΤΕΛ —χαμάλης στη Σπεντισιόν πριν από μένα —το βράδι πήγαινε σ’ αυτή τη δουλειά —ήθελε να τη μάθει. Την έμαθε. Ήξερε πια και τις μηχανές, κάτι μικρές, κουκλίτσες αληθινές και φτηνές —πεντάρα-πεντάρα τα μάζευε τα λεφτά να τις αγοράσει. Και δεν το ‘φκιαξε το μικρό σαπουνάδικο —μαγέρικο είχε ανοίξει πάνω στον καινούργιο δημόσιο δρόμο. Εκεί πήγε ο Σκουρογιάννης και τον βρήκε.
— Πώς έγινε;
—Όταν είπα για σαπουνάδικο, μου ρίχτηκαν όλοι να με φάνε ζωντανόν, τράπεζες, εφορίες, οι χωριάτες, ο συνεταιρισμός, οι έμποροι. Αγωνίστηκα λίγο, βαρέθηκα, μπούχτισα, δεν πήγα να πάρω τις μηχανές. Κι όταν είπα πια πως θ΄ ανοίξω μαγέρικο —ρεστοράν πάνω στο δρόμο, σκοτώθηκαν όλοι να με βοηθήσουν. Τι να πεις;
— Και γιατί δεν τ΄ ανοίγεις τώρα που πιάστηκες από λεφτά;
— Μεράκι είναι όλα, Σκουρογιάννη. Χάθηκε το μεράκι —τι σαπουνάδικο, τι μαγέρικο; Το μεράκι δεν το ‘χω πια…
Ο Σκουρογιάννης ήθελε κι άλλα να πει, να τον ρωτήσει πολλά. Στο Ντομπρίνοβο δε μπορεί να ζήσει, καθαριστήριον δεν θέλει ν’ ανοίξει —τι μπορεί να κάνει κανένας; Που μπορεί να πάει;
Και δε μπορέσανε τίποτα να μιλήσουν. Η γυναίκα του Σταύρου, πού βοηθούσε και στο μαγέρικο, τού ‘πεσε δίπλα. Να τον παντρέψουν με μια ανιψιά της Βολιώτισσα —κορίτσι παρθένο— όχι τις βρώμες τις Γερμανίδες που μάθατε έξω —φτου… —καλομαθημένο, νοικοκυρά, με την προίκα του —κορίτσι Δημητράκη μου, πού να κάνει στράκες. Ο Σκουρογιάννης δεν ήξερε καθόλου πως είναι αυτά τα βολιώτικα τα κορίτσια πού κάνουνε στράκες. Εκείνη η Σιαρλότε, κάτι Ανεμαρίες ή Γκέρτες στη Γερμανία ήταν μονάχα καλά κορίτσια —τίμιος κόσμος και τίποτα παραπάνω.
Ο Σταύρος δεν έλεγε τίποτα, δεν ξανάπε τίποτα, την άφησε και τον άλεθε. Πολύ λυπημένος του φαινόταν του Σκουρογιάννη, μαραμένος άνθρωπος ήταν αυτός, με κείνη την άσπρη ποδιά του μάγειρα —δεν του πήγαινε καθόλου του Σταύρου τέτοια ποδιά —τέτοιου Σταύρου.
—Άντε, ρε Σκουρογιάννη, του λέει στο τέλος, κάνε μου τη χάρη και φύγε από δω. Σήμερα κιόλας, να μη σε βλέπω. Στενοχωριέμαι… Μας πήρε ό διάολος όλους. Και μένα με το μαγέρικο και σένα, μ΄ αυτό το Ντομπρίνοβο —φεύγα από δω.
Ο τελευταίος άνθρωπος ο δικός του ήταν ο Σταύρος —και δεν υπήρχε κι αυτός. Οι άλλοι —είναι κι άλλοι, υπάρχουν ακόμα;— είχανε μείνει στη Γερμανία, ψευτοφιλόσοφοι ωραίοι, βασανισμένοι χαμάληδες, Ρομιοί της πίκρας, της φτώχειας, της νοσταλγίας.
Και τότες ο Σκουρογιάννης, γυρίζοντας στο Ντομπρίνοβο που ‘χε ερημώσει, μπορούσε πια να το ξέρει πως ο τόπος αυτός ήταν ο τόπος της τελευταίας, της τελειωτικής ερημιάς. Ανύπαρκτος τόπος. Πως είκοσι χρόνια παιδεύτηκε, ονειρεύτηκε, σ’ αυτόν τον ανύπαρκτο τόπο να φτάσει…
Εκείνη η ξαφνική βροχούλα τα ‘κανε όλα, απ’ αυτήν γίνηκαν όλα. Πήρε πάλι τον κατήφορο για τη ρεματιά, πήρε τον ανήφορο για το δάσος. Εκεί τον έπιασε. Στάθηκε όσο να περάσει —πέρασε γρήγορα. Πήρε πάλι τον
ανήφορο σιγά-σιγά για το ξέφωτο. 0 ήλιος πρόβαλε πάλι, ο τόπος απόμεινε υγρός, όλο το μικρό λιβάδι. Έκατσε στη συνηθισμένη του θέση —ήτανε σήμερα πολύ λυπημένος, δεν τ’ άνοιξε το δισάκι του —καθόταν εκεί λυπημένος. Ολομόναχος —εντάξει. Διωγμένος, καταδιωγμένος —από ποιόν; Γιατί;
Κι ολότελα ξαφνικά τα ‘δε μπροστά του. Σηκώθηκε, τα κοίταξε, ξανακοίταξε —δε μπορεί να γελιότανε, τα ‘ξερε. Ήταν αυτά. Τ’ αρκουδίστικα χνάρια, τα μεγάλα της πέλματα. Αυτή ‘ταν. Η αρκούδα του Σμόλικα, του Πάπιγκου, της Πολιάνας —ή Μάρω του Πίνδου. Και ζούσε ακόμα. Ζούσε κι αυτή. Η λύπη του σκόρπισε μονομιάς —η καρδιά του χτύπησε δυνατά, τον παλμό της βουνίσιας του ράτσας, της δικής του της γης. Σαν τώρα μονάχα να ‘φτάσε εκεί, τώρα μονάχα να ‘χε γυρίσει. Αυτά τα χνάρια γινόντανε τώρα, ξαναγινόνταν, η σιγουριά του η χαμένη πως είχε φτάσει σε τόπο πού δεν ήταν ανύπαρκτος, πού δεν ήτανε της νοσταλγίας του μόνο, της φαντασίας του —η σιγουριά που ‘χε χάσει μέσα σ΄ αυτούς τους τρελούς, τους μισούς, τους αφιονισμένους, τους νικημένους ανθρώπους πού βρήκε γυρίζοντας.
Πήγε ως την άλλη άκρη απ’ το ξέφωτο, έφκιασε λίγο τον τόπο με τις παλάμες του, άδειασε εκεί το δισάκι του. Την άλλη μέρα ξεκίνησε απ’ το πρωί —το ψωμί, το τυρί, που της άφησε, δεν ήταν εκεί. Τής έφερε πάλι —και ζάχαρη. Και τις άλλες μέρες —κάθε μέρα.
—Έ, λοιπόν, είπε ο γέρος ο Τράκας. Για μεγάλη δουλειά πας εσύ. Ξυλεία; Καλά το κατάλαβα.
— Και βέβαια, είπε αυτός χωρίς δυσκολία.
— Θα γράψω αμέσως στα παιδιά μου στη Λάρισα. Γι΄ αυτό δεν τα ‘θελες τα καθαριστήρια.
— Και βέβαια, είπε πάλι ό Σκουρογιάννης, μεγάλη δουλειά.
— Αυτό μελετάς εκεί πάνω πού πας;
— Αυτό.
— Καλά κάνεις. Το ‘ξερα εγώ.
Και το μελετούσε. Πάρα πολύ. Μέρα με μέρα με το φαΐ πού της άφηνε στην ίδια θέση. Ώσπου την είδε. Ξεπρόβαλε μέσα απ’ τα δέντρα. Στάθηκε μια στιγμή — τράβηξε ύστερα για τη θέση που της άφηνε το φαί. Τον είδε, τρόμαξε, έκανε να φύγει πίσω —έμεινε εκεί. Αυτός την κοιτούσε ασάλευτος. Πρέπει να ‘τανε μικρή, θηλύκια, δε θα ‘ταν ακόμα δύο χρονών. Μείναν έτσι —και κοιτάζονταν. Ο τελευταίος άνθρωπος του Ντομπρίνοβου κ’ η τελευταία αρκουδίτσα του Πίνδου στάθηκαν εκεί στο ξέφωτο εκείνο του δάσους, από τις δυο τις μεριές του και κοιταζόντανε. Δύσπιστα, δισταχτικά και καχύποπτα —χωρίς να μπορούνε να φύγουν —δεν είχανε που να πάνε.
Την άλλη μέρα τ’ άρχιζε πια το μεγάλο παιγνίδι: Γέμισε τον τορβά του, πήρε μαζί του και το μεγάλο δίκοπο μαχαίρι. Έκατσε στη θέση του και περίμενε. Την ίδια ώρα, τη χτεσινή, το ζώο ξαναπρόβαλε μέσ’ απ’ τα δέντρα. Ξανασταθήκανε μια στιγμή και κοιταχτήκανε πάλι. Άνοιξε το δισάκι του, του πέταξε ένα κομμάτι ψωμί. Το ζώο το πήρε, πήγε τώρα κοντύτερα. Και τρίτο —ακόμα κοντύτερα. Ήτανε τόσο κοντά, που χρειάστηκε να κρατάει τη λαβή του μαχαιριού του. Του πέταξε υστέρα μια σακουλίτσα ζάχαρη —όλα πήγανε καλά για σήμερα.
Και πήγανε και τις άλλες μέρες. Και το ζώο πλησίαζε κάθε φορά περισσότερο, τρία μέτρα, δύο μέτρα, ένα μέτρο, μισό.
— Και πώς πάμε; ρώτησε ό Τράκας.
— Τελειώνει, είπε αυτός, έρχεται πια το φθινόπωρο.
Και τελείωσε στ’ αλήθεια. Άπλωσε πια και το χέρι του —μια χούφτα ζάχαρη. Η αρκούδα πήγε και το ‘γλειψε. Και την άλλη μέρα —και την παράλλη κ’ έμεινε δίπλα του, περιμένοντας. Και τότες αυτός άπλωσε τα χέρια του και της αγκάλιασε το κεφάλι. Το ζώο τ’ άφησε μ’ εμπιστοσύνη μέσα στα χέρια του. Ξεχείλισμα της δικής του λύπης, της μοναξιάς, της απελπισίας του —έσφιξε τ’ αγαπημένο κεφάλι μέσα στα χέρια του. Η αρκουδίτσα τανύστηκε —ένιωσε μέσα στα χέρια του το σπαρτάρισμα του αζευγάρωτου θηλυκού. Έτσι όπως ήτανε έσκυψε και το φίλησε στο κούτελο, το ζώο μούγκρισε, στα δικά του τα μάτια ανέβηκαν τα δάκρυα, τόσον καιρό κρατημένα.
— Τελειώσαμε, του ‘πε του Τράκα.
—Έγραψα πια στα παιδιά, είπε κείνος.
Το φθινόπωρο φτάνει πάντα γρήγορα στον Πίνδο — τον Οκτώβρη συννεφιάζει πια, αρχίζει κιόλας το κρύο. Ο Σκουρογιάννης κατάλαβε —η ώρα της αρκούδας του για το χειμωνιάτικο ύπνο της κόντευε. Έβλεπε τα μάτια της και μισόκλειναν κάποτε, το κεφάλι της βάραινε. Κάθεται δίπλα του, του γλείφει κάποτε και το χέρι μα το φαΐ του από μέρα σε μέρα όλο λιγότερο γίνεται.
Αυτή τον πήγε στη χειμωνιάτικη τρύπα της —μια μεγάλη κουφάλα και τρία πεύκα τριγύρω. Αυτός κουβάλησε ζάχαρη, της την έβαλε σε μια γαβάθα —να την βρει ξυπνώντας την άνοιξη. Ξάπλωσε το ζώο, του χάιδεψε αυτός το κεφάλι στο κούτελο, όπως χαϊδεύουνε τα σκυλιά. Μισάνοιξε μια φορά τα μάτια του πάλι — όλο και βάραινε— έγειρε το κεφάλι του. Αυτός έσκυψε, το χάιδεψε καναδυό -φορές —είχε κοιμηθεί. Τελείωσε. Σηκώθηκε να φύγει. Ξαναστάθηκε μια στιγμή στην άκρη της κουφάλας:
— Κοιμήσου εσύ, ερ’ μου πουλί μου, κοιμήσου τώρα. Θα ξαναβρεθούμε την άνοιξη; Ιμείς οι δυο απομείναμαν σε τούτον τον τόπο —κανένας άλλος— δεν έμεινε τίποτα εδώ.
Και κατέβηκε στο ερημωμένο χωριό, που δεν είχε να κάνει τίποτα, τετράδιπλα ορφανεμένος.
Και τότες έρχεται ο συγγραφέας ο φίλος μας, αυτός πού γράφει και τούτη την Ιστορία. Αρχίζει τώρα να φανερώνεται κι ο χαλασμός ο δικός του. Την γράφει, την πάει την ιστορία του και να την τελειώσει δεν ξέρει. Διχασμένος, μοιρασμένος, κομματιασμένος ανάμεσα σε σαράντα δύο Ντομπρίνοβα και σαράντα δύο σημερινές πολιτείες, σαράντα δύο καλούς Σκουρογιάννηδες και σαράντα χιλιάδες δικές του μαύρες κακίες, δεν ξέρει να δώσει μια λύση. Είχε χίλιες έτοιμες, σωστές, να διαλέξει κάποια, όπως κάθε συγγραφέας της προκοπής ξέρει να κάνει: Να το σκοτώσει ο Σκουρογιάννης τ’ αγαπημένο του ζώο. Να πεθάνει και κείνος μαζί του. Να του το σκοτώσουν οι Ντομπρινοβίτες, οι Σκαμνελίτες, όπως σκοτώνουν λαθραία τις άλλες αρκούδες. Με μια στάλα καλοσύνη μπορούσε ακόμα να βάλει το Σκουρογιάννη και να το πάρει μαζί του, να το κρατήσει στην αυλή του σπιτιού του —αυτό θα ‘ρχόταν πίσω του σα μανάρι— όπως είχε ακούσει παλιά και κάναν οι βλάχοι —ούρσου τη λέγανε την αρκούδα που ‘χαν δεμένη μπροστά στο κονάκι τους. Και δεν τις θέλει —καμιά απ’ αυτές δεν του πάει. Το Ντομπρίνοβο, λέει, με την παλιά προκοπή του, οι γεροί του άνθρωποι που ξεριζώθηκαν και χάθηκαν, ο Σκουρογιάννης εκείνος που γύρισε να τα βρει και δε βρήκε τίποτα, η τελευταία αρκουδίτσα του Πίνδου που πεινασμένη, αζευγάρωτη, του φιλούσε τα χέρια —πέθαναν. Και πέρα απ’ το θάνατο, λέει, δεν είναι τίποτα.

 

Αναδημοσίευση από το «Διπλό βιβλίο» του Δημήτρη Χατζή

Advertisements