«Νου σι φάτσε Γκόγκα πρέφτου»

Κατά την δεκαετία 1890-99 στο Ντομπρίνοβο υπηρετούσε ως ιεροψάλτης ο Αντώνιος Γκόγκας ή Γώγος, ο όποιος απεφάσισε να γίνει παπάς, όπως ήταν η επιθυμία των κατοίκων, που υπέγραψαν και πρακτικό και το έστειλαν στον Μητρόπολη Ιωαννίνων.


Πλην όμως ο Δεσπότης ηρνείτο την χειροτονία, διότι κατά την εξομολόγηση του διεπιστώθη ότι η σύζυγος του (μέλλουσα παπαδιά) είχε κάμει αποβολή και κατά τον Δεσπότη αποτελούσε κώλυμα. Αυτό όμως εκρατείτο μυστικό. Οι κάτοικοι ανυπομονούσαν να δουν τον Γκόγκα παπά, και με απεσταλμένους παρακαλούσαν το Δεσπότη, ο όποιος απαντούσε αρνητικά, χωρίς ν’ ανακοινώνει και το λόγο.
Απελπισμένοι τώρα οι κάτοικοι κατέφυγαν στον εκ Βρυσοχωρίου γέροντα Αδαμάντιον Κουνάβον, που υπηρετούσε ως ιεροψάλτης στον Άγιο Νικόλαο αγοράς Ιωαννίνων. Τον παρεκάλεσαν να πάει εκ μέρους των στο Δεσπότη και να διαβίβαση την παράκληση των κατοίκων Ντομπρίνοβου να χειροτόνηση τον Γκόγκα ιερέα.
Ο Δεσπότης απήντησε αρνητικώς και συγχρόνως εξεμυστηρεύθη το λόγο της αρνήσεως του στον Κουνάβο, ο όποιος κ’ έγραψε στη δημογεροντία Ντομπρίνοβου ότι δεν μπορεί να γίνει ο Γκόγκας παπάς.
Οι κάτοικοι επέμειναν στέλνοντας και δεύτερο γράμμα προς τον Αδαμάντιον, ο όποιος αυτή τη φορά τους επέστρεψε το γράμμα και στο περιθώριο έγραψε με μεγάλα γράμματα στα βλάχικα: «Νου σε φάτσε Γκόγκα πρέφτου» δηλαδή δεν γίνεται ο Γκόγκας παπάς.
Ένα μήνα αργότερα, ο γέροντας Αδαμάντιος Κουνάβος θα ήρχετο στο Βρυσοχώρι και οι Ντομπρινοβίτες μαζί με τον Γκόγκα τον περίμεναν στη διασταύρωση των δρόμων θέσεως «Λούτουρη», για να μάθουν την αιτίαν της αρνήσεως.
Ο Αδαμάντιος, καθώς ήτο καβάλλα στο μουλάρι, μόλις από μακρυά αντίκρυσε τους Ντομπρινοβίτες άρχισε να φωνάζει στα βλάχικα: «Νου σι φάτσε Γκόγκα πρέφτου».
Από τότε η φράση έμεινε παροιμιώδης, κ’ επαναλαμβάνεται σε ζητήματα τα όποια είναι αδύνατον ή δύσκολο να γίνουν.

 

Αναδημοσίευση από το βιβλίο του Ν. Εξάρχου «Το Ντομπρίνοβο»

Advertisements