Βασιλείς των ορέων

Στο περιοδικό «Δίφωνο» που κυκλοφορεί (τεύχος 158, Ιανουάριος- Φεβρουάριος 2009), μεταξύ όλων των άλλων θεμάτων υπάρχει και ένα αφιέρωμα στους Βλάχους και τα τραγούδια τους. Το κείμενο φέρει την υπογραφή του Κωστή Δρυγιαννάκη και είναι μέρος της μουσικής έρευνα, με τίτλο «Οι φυλές των Ελλήνων».

«Οι βλάχοι και τα τραγούδια τους.
Το όνομα τους το ξέρουμε όλοι. Ποιοι όμως είναι ακριβώς; Που βρίσκονται: Τι τραγουδούν;

Αρχίσαμε να συζητάμε με τη Μαριάνθη Πελεβάνη για ένα άρθρο σχετικά με τους Βλάχους την άνοιξη του 2006. Οι συνθήκες μέσα σε αυτά τα σχεδόν τρία χρόνια, με τις αλλαγές στη διεύθυνση και στην ιδιοκτησία τον περιοδικού, δεν εννόησαν την αποπεράτωση του. Όσο αυτή καθυστερούσε τόσο προστίθετο στις γνώσεις μας νέο υλικό, φτάνονται εν τέλει σε ποσότητες ασφυκτικές. Επιχειρούμε επιτέλους την ολοκλήρωση του, αλλά είναι σίγουρο ότι αφήνουμε ατ’ έξω πολλά πράγματα που θα θέλαμε να έχουμε συμπεριλάβει. Θα ακολουθήσουν οι υπόλοιπες φυλές.

«Οι πασίγνωστοι άγνωστοι.
Ποιοι είναι οι Βλάχοι; Οι παρεξηγήσεις σχετικά με την ονομασία αυτή είναι πολλές και ποικίλες. Οι Νοτιοελλαδίτες απαξιούν γενικά ως «βλάχους» τους επαρχιώτες του Βορρά. Ο μέγας Fauriel παρερμηνεύει ως βλάχικα όλα τα ποιμενικά τραγούδια γενικά, αν και κάπου κάνει λόγο και για Βαλάχους, αναφερόμενος στη συγκεκριμένη αλλόγλωσση ομάδα. Πέρα από τις άλλοτε χαριτωμένες και άλλοτε πικρές αυτές παρεξηγήσεις, οι Βλάχοι αποτελούν μια συγκεκριμένη εθνότητα, με ιδιαίτερη γλώσσα λατινικής προέλευσης, η οποία κατοικεί κυρίως στο βορειοδυτικό τεταρτημόριο της χώρας μας. Οι απογραφές των αρχών του εικοστού αιώνα υπολογίζουν περίπου 200.000 Βλάχους στον ελληνικό χώρο, ενώ μικρότερες ομάδες αναφέρονται στη γειτονική Αλβανία, τη σημερινή πΓΔΜ, τη Σερβία, τη Βουλγαρία, τη Βοσνία και αργότερα τη Ρουμανία. Στα χρόνια που ιχνηλατούνται με ιστορική ακρίβεια, βλάχικες μητροπόλεις υπάρχουν μόνο στην Πίνδο -ενδεικτικά: η Μοσχόπολη, η Φράσερη, η Γράμμουστα, το Μέτσοβο και περιοχές όπως το Ανατολικό Ζαγόρι, η Βάλια Κάλντα, ο Ασπροπόταμος, τα Τζουμέρκα κ.λπ.- ενώ η εξάπλωση των Βλάχων σε άλλες περιοχές ξεκινά μετά το 1768 με την καταστροφή της Μοσχόπολης. Σημαντικό μέρος των Βλάχων ήταν νομάδες κτηνοτρόφοι. Σημαντικό επίσης μέρος καταγινόταν με αστικά επαγγέλματα, το οποίο στη συνέχεια εξελίχθηκε σε ακραιφνώς αστικό πληθυσμό, η Θεσσαλονίκη ειδικά είναι πλούσια σε μεγαλοαστικές οικογένειες βλάχικης καταγωγής. Οι θεωρίες για την καταγωγή των Βλάχων είναι αρκετές και αντικρουόμενες. Πιθανόν πρόκειται για Ρωμαίους στρατιώτες, οι οποίοι έμειναν εγκατεστημένοι κατά μήκος της Εγνατίας Οδού μετά τη διάσπαση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Κατά άλλη εκδοχή πρόκειται για αυτόχθονες που εκλατινίστηκαν ή για εκλατινισμένους πληθυσμούς που κατέβησαν από την κοιλάδα του Δούναβη. Υπάρχουν κι άλλες θεωρίες μα γενικά το παρελθόν είναι ασαφές. Μέχρι τον έκτο μ.Χ.αιώνα, η λατινική ήταν επίσημη γλώσσα της αυτοκρατορίας, άρα ένας λατινόφωνος πληθυσμός δεν απογραφόταν ως ιδιαιτερότητα. Αναφορές σε Βλάχους ως ιδιαίτερη ομάδα απαντούν από τον δέκατο αιώνα, αλλά και πάλι είναι αβέβαιο ποια ακριβώς είναι η ομάδα αυτή. Ένα επώνυμα βλαχοβουλγαρικό βασίλειο δημιουργείται τον δωδέκατο αιώνα από τον Ιωάννη Ασάν και επιζεί για έναν αιώνα και κάτι. Οι Οθωμανοί συνέταξαν τους Βλάχους με τους λοιπούς ορθόδοξους χριστιανούς και, έτσι, οι διαχωρισμοί έμειναν ασαφείς. Μόνο τον δέκατο όγδοο αιώνα εμφανίζονται κείμενα σχετικά με τους Βλάχους και τη γλώσσα τους και μόνο στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα αρχίζει να γίνεται συζήτηση για τους Βλάχους ως ξεχωριστή εθνοτική ομάδα- συζήτηση που εντείνεται στο πρώτο μισό του εικοστού.
Ο όρος Βλάχος προέρχεται από τη σλαβικής μάλλον καταγωγής λέξη vlakh ή wallach, που δήλωνε τους ξένους ή ίσως τους λατινόφωνους. Οι ίδιοι οι Βλάχοι προτιμούν για τον εαυτό τους το Αρμάνι ή, επί το ελληνικότερον, Αρωμούνοι, που σαφώς καταδεικνύει τη στενή τους σχέση με τους Ρωμαίους, μην ξεχνάμε ότι και οι σημερινοί Έλληνες παραδοσιακά αυτοπροσδιορίζονταν ως Ρωμηοί. Είναι αβέβαιο αν αισθάνονταν διαφορετικοί από τους ελληνόφωνους ή πόση σημασία απέδιδαν στη μεταξύ τους διαφορά: πολλοί από τους πρωτεργάτες της επανάστασης του 1821 αλλά και του κατοπινού ελληνικού κράτους ήταν Βλάχοι. Χτυπητά ονόματα, ανάμεσα τους ο Ρήγας Βελεστινλής, ο Νεόφυτος Δούκας και ο Γεωργάκης Ολύμπιος, ο Ιωάννης Κωλέττης, ο Σίμων Σίνας, ο Γεώργιος Αβέρωφ κ.ά. Οικογένειες αρματολών και κλεφτών, μετέπειτα και ληστών, όπως οι Μπλαχαβαίοι, οι Μπουκουβαλαίοι και οι Σταθάδες ήταν επίσης Βλάχοι. Κοντολογίς, η προσφορά των Βλάχων στη δημιουργία του νεοελληνικού κράτους ήταν τόσο καθοριστική, που ξεκάθαρα πρέπει να πει κανείς ότι ανήκουν στον νεοελληνικό εθνικό κορμό.

Βαυαρικές περιπέτειες
Οι Βλάχοι υπήρξαν εδώ και πολλούς αιώνες δίγλωσσοι. Ίσως η στενή σχέση τους με την ελληνική γλώσσα ήταν ο λόγος για τον οποίο τα γραπτά μνημεία της βλάχικης γλώσσας είναι ελάχιστα. Η βλάχικη, η οποία αναφέρεται και ως αρωμουνική ή ως κουτσοβλαχική, είναι μια από τις τέσσερις ανατολικές ρωμανικές γλώσσες, κατά τη γλωσσολογική ορολογία. Η φαρσεριώτικη ή -όπως νεότερα απεκλήθη- αρβανιτοβλάχικη γλώσσα είναι διάλεκτος της βλάχικης από τα νότια της σημερινής Αλβανίας, από την πάλαι ποτέ κωμόπολη της Φράσερης, εμπλουτισμένη με στοιχεία από την παλαιά αρβανίτικη γλώσσα. Οι Μογλενίτες Βλάχοι αποτελούν μια μικρή ομάδα με ξεχωριστή γλώσσα στα βόρεια του Κιλκίς, στη σημερινή Αλμωπία. Επίσης ολιγάριθμοι είναι οι ομιλητές της ιστρορωμανικής, στην Ίστρια της Κροατίας. Η τέταρτη γλώσσα της οικογένειας, συγγενής αλλά όχι ταυτόσημη με τις υπόλοιπες, είναι η σημερινή ρουμανική. Ο δέκατος ένατος και κυρίως ο εικοστός αιώνας, με τη δημιουργία των εθνικών, ομογενοποιημένων κρατών, είναι η εποχή όπου τα πράγματα διαφοροποιούνται δραματικά για τους Βλάχους. Το ελληνικό κράτος, το οποίο πάσχιζε να αναδείξει τη σχέση του με τους αρχαίους, άφησε στην άκρη τη γλωσσική ετερότητα. Το ρουμανικό κράτος, αντίστροφα, λόγω της γλωσσικής συγγένειας, αντιμετώπισε τους Βλάχους ως μακρινούς αποκομμένους αδελφούς, με τον τρόπο που και οι νεοέλληνες αγκάλιασαν τους αδελφούς Ποντίους και Καππαδόκες. Ωστόσο η πολιτική αξιοποίηση αυτής της γλωσσικής συγγένειας κάθε άλλο παρά αγνή υπήρξε, και αποτέλεσε αντικείμενο διάφορων ειδών εκμετάλλευσης. Η «παλιννόστηση» στην Ντομπρουτζά της Ρουμανίας, τη δεκαετία του 1920, ήταν μια χαρακτηριστική τέτοια ιστορία, ενώ άλλη μια η δημιουργία ενός ιταλοκινούμενού «βλάχικου κράτους» στην Πίνδο στα χρόνια της Κατοχής, που συνοδεύτηκε από τρομακτικές γερμανικές βιαιότητες εναντίον των βλαχόφωνων. Όχι πως έλειψαν οι υπερβολές των Ελλήνων εθνικιστών, ιδιαίτερα τα χρόνια των δικτατοριών. Ως τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου οι Βλάχοι είχαν υποστεί πάμπολλες προδοσίες και καταστροφές από τους αυτεπάγγελτους προστάτες τους, έτσι που εν πολλοίς αναγκάστηκαν «να αποκρύψουν ή και να ξεχάσουν τη γλώσσα που τους έβαλε σε τόσα δεινά• φαίνεται σαν όλοι να αποφάσισαν ότι η χρήση της είναι προβληματική», όπως παρατηρεί η Ελένη Αμπατζή. Η παρατήρηση αυτή δεν απέχει ποσώς από την αλήθεια.
Με αυτά τα δεδομένα, η γλώσσα και μαζί και πολλές ιδιαιτερότητες του βλάχικου πολιτισμού ακολούθησαν γενικά μια φθίνουσα πορεία μέσα στον εικοστό αιώνα. Οι ίδιοι οι Βλάχοι απέναντι στην ιδιαιτερότητα τους διατηρούν μια διττή στάση και είναι περήφανοι γ’ αυτήν και την αποφεύγουν, ταυτόχρονα. Είναι σίγουρο ότι φοβούνται να τη διακηρύξουν, ενθυμούμενοι τα γεγονότα της τελευταίας εκατονταετίας- κάποιες φορές και το παρόν τους δικαιώνει. Ωστόσο, είναι άστοχο να χαρακτηριστούν μειονότητα, γιατί ποτέ δεν αντιμετώπισαν διακρίσεις ή αποκλεισμούς, εξαιρώντας τη γλωσσική διαφορετικότητα, που κατά καιρούς υπήρξε πράγματι διωκόμενη. Ούτε οι ίδιοι άλλωστε αισθάνονται μειονότητα. Σήμερα η γλώσσα απειλείται κυρίως από το γεγονός ότι η παλαιότερη αυστηρή ενδογαμική πρακτική εγκαταλείπεται και, έτσι, η οικογένεια έπαψε να είναι ο βασικός χώρος χρήσης και μετάδοσης της γλώσσας. Η μελετητής από ειδικευμένους επιστήμονες, τεράστιας σημασίας φυσικά, δεν θα μπορέσει να υποκαταστήσει ποτέ τους ζωντανούς ομιλητές. Μαζί με τη γλώσσα, θα χαθεί και άλλη μια σπουδαία ψηφίδα του πολιτιστικού πλούτου της Ελλάδας.

«Να βγουν οι Βλάχοι στα βουνά»
Στη βιβλιογραφική μαρτυρία προστίθεται μια προσωπική ματιά σε κάποια βλαχοχώρια. Εντυπωσιακά τοπία, παρθένα βουνά, αλλού γυμνά και άγρια, αλλού δασωμένα και ήμερα. Οι εκκλησίες εξακολουθούν να είναι τα σημαντικότερα πολιτιστικά μνημεία. Αραιά και που, κάποια βλαχόφωνη επιγραφή. Πολλά χωριά, κατεστραμμένα στο τέλος του Πολέμου, ανασυντάχθηκαν με βάση τρέχουσες ανάγκες και χωρίς πολιτιστικούς προβληματισμούς, έτσι οι παλαιοί πέτρινοι τοίχοι συμπληρώνονται με στέγες από ελενίτη και τα κουφώματα αλουμινίου δένουν με τις ξύλινες καλύβες. Με την έλευση των Αλβανών μεταναστών, από το ’90 και μετά, η πέτρα και το ξύλο επαναξιολογήθηκαν ως οικοδομικά υλικά, αλλά το άγγιγμα του εκσυγχρονισμού δύσκολα κρύβεται. Οι άνθρωποι φιλόξενοι, γενικά όμως επιφυλακτικοί με τον ξένο. Οι συστάσεις των Βλάχων φίλων ανοίγουν πόρτες.
Στα πανηγύρια το θρησκευτικό αίσθημα είναι έντονο και οι περιφορές των εικόνων γύρω από το χωριό, μέχρι και σε απομακρυσμένα ξωκλήσια, μας εξουθένωσαν και μας άφησαν να απορούμε με το σθένος των ηλικιωμένων που συνόδευαν την πομπή σε εδάφη τόσο δύσβατα. Διαπιστώσαμε ότι τα πανηγύρια είναι ευκαιρίες για αντάμωμα και ουσιαστικά επαναφέρουν στη ζωή ακόμη και χωριά εγκαταλειμμένα. Στα Μεγάλα Λιβάδια είδαμε να βγαίνουν για το χορό πραγματικές παλαιές γυναικείες φορεσιές. Στο Περιβόλι οι μουσικοί έπαιζαν χωρίς μικρόφωνα, ακολουθώντας από κοντά τον πρωτο-χορευτή, ενώ διαπιστώσαμε ότι ο τρανός χορός εξακολουθεί να χορεύεται, αργά και τελετουργικά, απ’ όλους τους παρευρισκόμενους σε έναν τεράστιο κύκλο, έτσι όπως αποτυπώνεται σε φωτογραφίες του δέκατου ένατου αιώνα. Φυσικά δεν απουσίαζαν ούτε η πελατειακή σχέση των τοπικών παραγόντων και των πολιτικών ούτε οι ευτελείς εθνικισμοί ούτε η ανάμειξη της πραγματικής παράδοσης με φολκλορικές απομιμήσεις. Ωστόσο, στις περισσότερες περιπτώσεις ήταν έντονο το αίσθημα ότι εδώ κάτι υπάρχει ακόμη ζωντανό, παρά την αλλόκοτη σχέση με τη μητρική γλώσσα και την εθνοτική ταυτότητα και παρά τις κατά καιρούς αντίξοες συνθήκες και τον κυρίαρχο επαρχιωτισμό.

Πολυφωνία
Οι μουσικές παραδόσεις των Βλάχων είναι πολλές και παρουσιάζουν μεγάλη ποικιλία. Μπορεί να παρατηρήσει κανείς -γενικολογώντας- ότι ακολουθούντα ιδιώματα των τόπων διαμονής τους έτσι, οι Βλάχοι της Ηπείρου έχουν τραγούδια που προσομοιάζουν στα ηπειρώτικα, αυτοί της Μακεδονίας στα μακεδονίτικα και ούτω καθ’ εξής. Οι αστικοί πληθυσμοί κινούνται κοντύτερα στα αστικά ιδιώματα. Οι σχετικά απομονωμένοι ορεσίβιοι πληθυσμοί είναι αυτοί που διατηρούν περισσότερα ιδιότυπα στιλ, με χαρακτηριστικές κυρίως τις πολυφωνίες και τις αλλόκοτες ρυθμολογίες. Καθώς οι Βλάχοι ποτέ δεν θεώρησαν τους εαυτούς τους ξεχωριστό κομμάτι αυτού του τόπου και καθώς οι περισσότεροι μιλούσαν εξίσου καλά και την ελληνική, πάρα πολλά βλάχικα τραγούδια είναι ελληνόφωνα. Αυτό το διαπιστώνει κανείς και στα πανηγύρια: ελληνόφωνα και βλαχόφωνα τραγούδια εναλλάσσονται και, αν ο ρυθμός το επιτρέπει, χωρίς καν παύση. Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι, εξαιρώντας το πολυφωνικό τραγούδι, ελάχιστες είναι οι περιπτώσεις μουσικών βλάχικης καταγωγής. Οι περισσότεροι επαγγελματίες μουσικοί και εδώ, όπως και σε όλη την ηπειρωτική Ελλάδα, ήταν παραδοσιακά μετακινούμενοι αθίγγανοι. Έτσι, αυτό που διαμόρφωνε τις ιδιαιτερότητες δεν ήταν οι μουσικοί αλλά το κοινό. Οι περισσότεροι μουσικοί έπαιζαν -και παίζουν- ένα ευρύτερο ρεπερτόριο της περιοχής τους, αλλά, λόγω της μακροχρόνιας συνύπαρξης, είχαν μάθει τις ιδιαίτερες απαιτήσεις των Βλάχων ακροατών και μάλιστα των συγκεκριμένων χωριών, με τις τοπικές εκδοχές γνωστών τραγουδιών. Με δεδομένο το γεγονός ότι οι Βλάχοι αποφάσισαν να είναι πολύ επιφυλακτικοί με την εθνοτική τους ταυτότητα μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, δεν είναι περίεργο ότι οι αποτυπώσεις βλαχόφωνων τραγουδιών στη δισκογραφία είναι λίγες, και αυτές γενικά πρόσφατες. Πάρα πολλές βρίσκονται μόνο σε κασέτες. Η δισκογραφία σε δίσκους γραμμοφώνου και βινιλίου είναι ελάχιστη και, έτσι, αν κάποιος από τους αναγνώστες γνωρίζει κάτι περισσότερο, θα ήταν ωραία να μας πληροφορήσει. Πολλές από τις κυκλοφορίες που περιγράφονται εδώ δεν είναι «καλές», από την άποψη της επιμονής στην παλαιά παράδοση, της καθαρότητας του ήχου κ,λπ. κ.λπ., ωστόσο είναι αυτές ακριβώς που μας δίνουν όσες πληροφορίες κατέχουμε για το βλαχόφωνο ρεπερτόριο. Αν λογαριάσει κανείς ότι πολλοί Έλληνες αγνοούν ακόμη και την ύπαρξη της βλάχικης γλώσσας, αυτή η πληροφορία είναι παραπάνω από σημαντική- όπως βέβαια σημαντική είναι και η πληροφορία για την αισθητική όλης αυτής της αποκεντρωμένης δισκογραφίας από τις παρελθούσες δεκαετίες μέχρι και σήμερα. Είναι ένας δρόμος χαραγμένος λίγο πολύ στο σκοτάδι και ως εκ τούτου πολύτιμος, παρά τις όποιες ατέλειες.

Μουσική γεωγραφία
Η περιοχή του Μετσόβου είναι, όπως φαίνεται, «το σημαντικότερο κέντρο της βλαχοφωνίας στα Βαλκάνια», κυρίως για το λόγο ότι εκεί τα πολιτικά προβλήματα δεν έλαβαν μεγάλη έκταση. Μετσοβίτης ήταν ο τραγουδιστής Δημοσθένης Τσιτσιμήτσος ή Μπλάνας, ο οποίος μάλλον είναι ο πρώτος που δισκογραφεί βλαχόφωνα τραγούδια σε δίσκους γραμμοφώνου τη δεκαετία του ’30. Σήμερα η παράδοση του Μετσόβου εκπροσωπείται κυρίως από την οικογένεια των Μπααίων, με κυριότερους τον Αυγερινό (κλαρίνο), τον Στέργιο (φωνή) και τον Τάκη ή Γιασιά (τραγούδι, βιολί). Σπουδαίος μουσικός, και ίσως ακόμη κοντύτερα στην παλαιά παράδοση, είναι ο Στέργιος Μάσιος (κλαρίνο). Τέσσερις δίσκοι ακτίνας εκδόθηκαν πριν από περίπου μια δεκαετία από το δήμο Μετσόβου και την τρικαλινή φωνογραφική εταιρεία Ηχογέννηση. Πριν από αυτούς υπάρχει μια αλυσίδα από κασέτες της Ηχογέννησης, κυρίως ανώνυμες συλλογές με «βλάχικα τραγούδια του Μετσόβου». Πολλές παρουσιάζουν τεράστιο ενδιαφέρον, καθώς καλύπτουν μια χρονική περίοδο για την οποία η γνώση μας είναι ελλιπέστατη. Στη γειτονική Μηλιά, ο Μιχάλης Μαγειριάς, επικεφαλής του τοπικού πολιτιστικού συλλόγου, πρόσφατα εξέδωσε ένα ωραιότατο τετραπλό δίσκο με καταγραφές βλαχόφωνων τραγουδιών.
Νοτιότερα του Μετσόβου συναντά κανείς άλλες δύο εστίες βλάχικης μουσικής παράδοσης. Η μια είναι τα χωριά στα Τζουμέρκα, όπως το Συρράκο, οι Καλαρρύτες, το Βαθύπεδο, το Παλαιοχώρι. Εδώ ιδιαίτερη αναφορά χρειάζεται η οικογένεια των Γεροδημαίων, με κυριότερους τον Γιάννη (τραγούδι), τον Γιώργο (κλαρίνο) και τον Νίκο (βιολί), για τους οποίους κυκλοφόρησε πρόσφατα ο τριπλός δίσκος Στον Πλάτανο Στη Γκούρα (Πνευματικό Κέντρο Κοινότητας Συρράκου, 2004). Σ’ αυτούς πρέπει να προστεθεί ο πολύ νεότερος Πέτρος Μόκκας (τραγούδι, κλαρίνο). Άλλος ένας δίσκος από το Συρράκο είχε κυκλοφορήσει το 2001 από τη Διεθνή Οργάνωση Λαϊκής Τέχνης. Η δεύτερη εστία βλάχικης μουσικής παράδοσης είναι τα χωριά του Ασπροπόταμου και της ορεινής Καλαμπάκας, με επίκεντρο την Κουτσούφλιανη. Ιστορική φυσιογνωμία εδώ, ο περίφημος Νίκος Καρακώστας (κλαρίνο), ο οποίος δισκογράφησε λίγες βλάχικες μελωδίες, προπολεμικά. Ιστορική (1954) είναι η καταγραφή του Samuel Baud Bovy Κουτσοβλάχικα Τραγούδια Της Θεσσαλίας (Κυριακίδης, 1994). ενώ σπουδαίοι μουσικοί υπήρξαν επίσης οι Ντοκαίοι• ο Γιάννης, ο Μιχάλης (κλαρίνα) και ο Νίκος (τραγούδι). Η Κουτσούφλιανη ευτύχησε τα τελευταία χρόνια να δει μεγάλο αριθμό αξιόλογων εκδόσεων για τον πολιτισμό και τα τραγούδια της, πολλές από τις οποίες με πρωτεργάτη τον Γιώργο Σάρρο, όπως ενδεικτικά τα Τραγούδια Της Κουτσούφλιανης (Αδελφότης Παναγίας, 1998).
Βόρεια του Μετσόβου, το Ανατολικό Ζαγόρι με χωριά, όπως η Βωβούσα, το Τρίστενο και το Γρεβενίτι, είναι άλλη μια βλάχικη κοιτίδα. Σπουδαία φωνή εδώ υπήρξε ο Χρόνης Δρούγιας, ελάχιστα δυστυχώς δισκογραφημένος. Ένας δίσκος κυκλοφόρησε πρόσφατα από τον τοπικό πολιτιστικό σύλλογο. Λίγο βορειοανατολικότερα, περιοχή με έντονο βλάχικο στοιχείο είναι τα χωριά της Βάλια Κάλντα. Εδώ το ύφος αρχίζει να προσομοιάζει το γρεβενιώτικο, με το βιολί να κυριαρχεί, σε βαθμό μάλιστα που ενίοτε εκτοπίζει το κλαρίνο, όπως λόγου χάριν στη Σμίξη. Η παράδοση της Σμίξης, με εξέχοντα βιολιστή τον Νίκο Γκιουλέκα, αποτελεί εξαιρετικό παράδειγμα της σχέσης που αναπτυσσόταν ανάμεσα σε χωριά και εκτελεστές: ο Γκιουλέκας, που δεν είναι ούτε Βλάχος ούτε Σμιξιώτης, θεωρείται ο καλύτερος εκπρόσωπος της σμιξιώτικης παράδοσης. Από τους πολλούς δίσκους του, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η Σμίξη 1958-68 (Δη.Ρα.Λ. 1992). Διάσπαρτες εκπληκτικές ερμηνείες του υπάρχουν σε πολλούς δίσκους, όπως στα Βλάχικα Τραγούδια Της Θεσσαλίας (Πάνιβαρ, 1977). Στο γειτονικό Περιβόλι, χαρακτηριστικές μουσικές φυσιογνωμίες είναι ο Χρήστος Ντάγκαλας (τραγούδι), αλλά και ο Στέργιος Δαρδακούλης (τραγούδι), ο Σταύρος Κουσκουρίδας (κλαρίνο) και η Αποστολία Παπαευαγγέλου (τραγούδι), που αποτελούν μια νεότερη γενιά με διαφορετική προσέγγιση, ο Δαρδακούλης χρειάζεται ιδιαίτερη μνεία, καθώς κατά κάποιο τρόπο χάραξε το δρόμο για τους νεότερους, όσο κι αν δεν παρέμεινε πάντα πιστός στο παλαιικό ύφος. Στην Αβδέλλα σπουδαίοι υπήρξαν οι αείμνηστοι Βαγγέλης Κασσιάρας (βιολί) και Ζήσης Τσιοτίκας (κλαρίνο), ενώ από την Κρανιά προέρχονται ο Κώστας Ζέρβας (τραγούδι) και ο Θανάσης Φασούλας (βιολί). Στη γειτονική Σαμαρίνα, η παράδοση συνεχίζεται με τα χάλκινα των Μπετζαίων από το Τσιοτύλι. Από τα χωριά αυτά υπάρχουν μερικοί πολύ καλοί δίσκοι, εκδόσεις πολιτιστικών συλλόγων. Κάποιες εξαιρετικές ερμηνείες βλάχικων τραγουδιών και σκοπών με τον Κασσιάρα και τον Θανάση Σαΐτση περιλαμβάνονται στο άλμπουμ Τα Δημοτικά Των Γρεβενών (επανέκδοση 1995, νομαρχία Γρεβενών). Την τελευταία δεκαετία μια πληθώρα βλαχόφωνων ηχογραφήσεων, ιστορικών αλλά και σύγχρονων, έχει εκδοθεί στα Γρεβενά από τις εταιρείες Φορά και Ζιώγας. Και οι δύο έχουν καλή παρουσία στο Διαδίκτυο. Γρεβενιώτες Βλάχοι μετεγκαταστάθηκαν επίσης στη Βέροια, κυρίως σε χωριά όπως το Σέλι, το Ξηρολίβαδο και η Κουμαριά. Ο Λαογραφικός Σύλλογος Βλάχων Βέροιας έχει δυο ωραίους δίσκους στο ενεργητικό του, τα Τραγούδια Από Τη ζωή Των Βλάχων 1 και 2 (1988 και 1996 αντίστοιχα), με πρωτεργάτες τον Γιώργο Μανέκα (τραγούδι) και τον Φώτη Καραβιώτη (κλαρίνο), οι οποίοι περιλαμβάνουν βλάχικα κομμάτια απ’ όλη την Ελλάδα, με σύμπραξη των προαναφερθέντων Γρεβενιωτών μουσικών. Τοπικά βεροιώτικα κομμάτια περιλαμβάνονταν σε μια κασέτα που είχε κυκλοφορήσει ανεπίσημα λίγο παλαιότερα, όπου γίνεται σαφής η επίδραση της γειτονικής Γουμένισσας. Η Γουμένισσα, όπως και η Αριδαία, άσκησαν τεράστια επίδραση στους ολιγάριθμους Μογλενίτες Βλάχους της Αλμωπίας, τόσο που ουσιαστικά υποκατέστησαν την όποια παλαιότερη βλάχικη παράδοση μουσικής. Βορειοδυτικότερα, κοιτίδα Βλάχων είναι τα χωριά της Δυτικής Μακεδονίας, όπως η Κλεισούρα, η Βλάστη, το Νυμφαίο και τα Νάματα. Εδώ η παράδοση φέρει αστικότερο χαρακτήρα, καθώς οι κάτοικοι αυτών των χωριών καταγίνονταν από παλιά με αστικά επαγγέλματα. Παρά τη συχνή παρουσία χάλκινων πνευστών, το ύφος εμφανίζει συγγένειες με την πεντατονία της Πίνδου. Εξέχοντες μουσικοί μιας νεότερης γενιάς είναι ο Βαγγέλης Τόρης (τραγούδι) και ο Δημήτρης Παράσχος (κλαρίνο), αμφότεροι δισκογραφημένοι. Εξαιρετικοί είναι επίσης οι δύο δίσκοι του δήμου Κλεισούρας, με επιμέλεια του Νικολάου Σιώκη, πλούσιοι και σε ιστορικό υλικό.
Αν περάσουμε το φαράγγι του Βίκου, στο Πωγώνι έχουμε τις κοιτίδες των φαρσεριωτών, όπως το Κεφαλόβρυσο, την Ιεροπηγή, το Δεντροχώρι, τη Μεσοποταμία, τον Άγιο Γερμανό, το Πισοδέρι. Οι φαρσεριώτες, από τους συντηρητικότερους μεταξύ των «Βλάχων, φυλάσσουν επιμελώς την παλαιά παράδοση, η οποία, καθώς επρόκειτο παραδοσιακά για μετακινούμενους κτηνοτρόφους, παρουσιάζει ελάχιστες αστικές προσμείξεις. Εδώ η παράδοση είναι πολυφωνική, προσομοιάζοντας στο τύπο της τόσκικης πολυφωνίας της Αλβανίας. Οι επώνυμοι μουσικοί είναι λίγοι, εξίσου λίγες είναι οι εκδομένες καταγραφές, αλλά στα χωριά η παράδοση ποσώς έχει σβήσει. Εξαιρετικό δείγμα είναι ο δίσκος Μιτζιντέα Κέντε Σι Πλέντζι (Πολιτιστικός Σύλλογος Κεφαλόβρυσου, 2001). Στο Κεφαλόβρυσο, ο ογδοντάχρονος Αντώνης Γραμόζης είναι μια από τις λίγες περιπτώσεις βλαχόφωνων που συνεχίζουν να γράφουν τραγούδια στη γλώσσα τους. Η παράδοση του Πωγωνίου συνεχίζεται και πέρα από τα ελληνοαλβανικά σύνορα, σε χωριά όπως το Άντον Πότσι, το οποίο θεωρείται πως παραμένει από τους αυθεντικότερους εκπροσώπους της. Μυθικός τραγουδιστής της περιοχής αυτής υπήρξε ο Νίκος -Κόλι στα φαρσεριώτικα- Νάτσιας, ο οποίος δίσκογράφησε βλαχόφωνα τραγούδια στις 45 στροφές. Στην Ιεροπηγή, αξιόλογος δισκογραφημένος τραγουδιστής είναι ο Παναγιώτης Πιτούλης. Κοιτίδες φαρσεριωτών υπάρχουν επίσης στην Παραμυθιά, σε περιοχές της Θεσσαλίας και της Ρούμελης – Ζάρκο, Αλμυρός, Σέσκλο, Αργυροπούλι, Νέα Ζωή, Παλαιομάνινα, Στράτος κ.λπ.- και σε περιοχές της σημερινής Αλβανίας. Στο Αργυροπούλι, δισκογραφημένοι τραγουδιστές είναι ο Θανάσης Κουτίνας και ο Χρήστος Πέρκας. Αυξανόμενης της απόστασης αυξάνουν και οι εξωτερικές επιδράσεις, έτσι το μουσικό ύφος των απομακρυσμένων αυτών κοιτίδα» ακολουθεί δικούς του δρόμους. Έτσι ή αλλιώς, οι φαρσεριώτες συνήθιζαν να προσαρμόζουν τον βλαχόφωνο στίχο σε ποικίλες διαφορετικές μελωδίες, ιδιαίτερα για τους χορούς. Από τις βουνοκορφές της Πίνδου, που σήμερα αποτελούντο ελληνοαλβανικό σύνορο, προέρχονται επίσης οι Γραμμουστιάνοι Βλάχοι, οι οποίοι διασκορπίστηκαν σε πολλά μέρη, ανάμεσα στα οποία τα Μεγάλα Λιβάδια του Πάικου, η Προσοτσιάνη της Δράμας, οι Σέρρες και αρκετές περιοχές των σημερινών πΓΔΜ και Βουλγαρίας.
Οι Προσοτσιανιώτες έχουν μια ωραία κασέτα με τον Χρήστο Στεργίου. Οι Σερραίοι έχουν επίσης τρεις δίσκους, και άλλους δυο οι Σιδηροκαστρίτεςτου νομού Σερρών, όλοι εκδόσεις τοπικών συλλόγων. Στα Μεγάλα Λιβάδια εξαιρετικός τραγουδιστής της νεότερης γενιάς είναι ο Χρήστος Τζιτζιμίκας.

Αργή έξοδος από τη σιωπή
Ανάμεσα στις συλλογές που περιλαμβάνουν διάσπαρτα βλάχικα κομμάτια πρέπει να μνημονεύσει κανείς κατ’ αρχήν αυτές του Σίμωνα Καρά, σημειώνοντας ότι αποτελούν το μοναδικό δισκογραφικά ίχνος πολλών μουσικών της παλαιότερης γενιάς- ωστόσο ο Καράς δεν παραθέτει ούτε ένα βλαχόφωνο κομμάτι, προφανώς εξαιτίας πολιτικών επιλογών. Μερικά παρόμοια κομμάτια περιλαμβάνονται στις συλλογές του Πελοποννησιακού Λαογραφικού Ιδρύματος. Σε αυτές του Λυκείου των Ελληνίδων όμως, όπως και στο Folk Music of Greece (Τορic, επανέκδοση 1997) του Wolf Diatrich, υπάρχουν και βλαχόφωνα κομμάτια. Η πληρέστερη εργασία, απ’ όσο ξέρουμε, που έχει πραγματοποιηθεί σχετικά με τη μουσική των Βλάχων είναι η διδακτορική διατριβή της Αθηνάς Κατσανεβάκη Βλαχόφωνα και ελληνόφωνα τραγούδια της βορείου Πίνδου, στο Πανεπιστήμιο tης θεσσαλονίκης, το 1998, δυστυχώς ως σήμερα ανέκδοτη. Παρόμοια είναι η κατάσταση των Βλάχων στις γειτονικές χώρες. Η βλάχικη γλώσσα πουθενά δεν χρησιμοποιείται επίσημα, ενώ οι Βλάχοι αντιμετωπίζονται γενικά ως πολιτιστική ιδιαιτερότητα. Η πΓΔΜ είναι η μόνη χώρα όπου οι Βλάχοι είναι αναγνωρισμένοι ως εθνική μειονότητα, αλλά είναι δύσκολο να αξιολογήσουμε τι επίδραση είχε αυτό στην πολιτιστική τους κληρονομιά, από τη στιγμή που ποπ αστέρες, όπως ο Toshe Proeski και η Kaliopi Bukle, ομολογούν την αρμονική καταγωγή τους, όμως δεν έχουν εκδώσει, όπως φαίνεται, ούτε ένα κομμάτι στη μητρική τους γλώσσα. Αρβανιτοβλάχα στην καταγωγή είναι η περίφημη Αλβανίδα τραγουδίστρια Eli Fara, αλλά επίσης είναι αβέβαιο αν έχει κυκλοφορήσει κάποιο τραγούδι στη γλώσσα αυτή. Και στις δυο χώρες υπάρχουν αρχειακές καταγραφές, ελάχιστες όμως κυκλοφορίες. Αντίθετα, καινούργια βλαχόφωνη μουσική φαίνεται πώς κυκλοφορεί στη Ρουμανία, από τραγουδιστές όπως ο Νelu Ιanga και ο Dani Penti, πιθανόν και στη Βουλγαρία.
Σε ό,τι αφορά τη Ρουμανία, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο δίσκος Roumanie: Ρolyphonie Vocale Des Αroumains (Chant du Monte, επανέκδοση 1992) με καταγραφές φαρσεριωτών και γραμμουστιανών Βλάχων που εκπατρίστηκαν στην Ντόμπρουτσά.
Ο δίσκος Musical Atlas: Romania (Unesko ΕΜΙ, 1973) περιέχει επίσης αρκετά εξαιρετικά δείγματα της ίδιας ομάδας. Ως αντιστάθμισμα στις σοβαρότατες αυτές καταγραφές θα πρέπει να παραθέσουμε τον φοβερά διασκεδαστικό δίσκο του Νick Ζallas Farsarotul Favorites στην Αμερική, ο οποίος προκαλεί βάσιμους προβληματισμούς για το επίπεδο των προπαγανδιστών υπέρ της βλάχικης «μειονότητας».
Είναι εδώ ακριβώς που αναδεικνύεται η σημασία της προσέγγισης και της συμβολής των νεότερων Βλάχων μουσικών, όπως ο Δαρδακούλης, ο Παράσχος, ο Καραβιώτης και ο Τζιτζιμίκας: το ενδιαφέρον τους για τα πάτρια ιδιώματα αποτελεί όχι πλέον ανάγκη, αλλά συνειδητή επιλογή. Αυτό σημαίνει: ευρύτερη μελέτη των βλάχικων παραδόσεων πέρα από τα τοπικά όρια, αναθεώρηση των αντιλήψεων για τη βλάχικη ιδιαιτερότητα μέσα στο ελληνικό κράτος αλλά και μέσα στον διεθνή πολιτιστικό χώρο και, εν τέλει, επίγνωση της σημερινής πραγματικότητας σε σχέση με τις ιστορικές συντεταγμένες. Με άλλα λόγια, η νεότερη γενιά συνειδητοποιεί πλέον ότι το να είσαι Βλάχος δεν αποτελεί όνειδος αλλά χρέος προς μια παλαιά παράδοση πολιτισμού, η οποία σταδιακά σβήνει και την οποία οφείλουμε όλοι να διαφυλάξουμε με κάθε τρόπο ζωντανή, καθώς όλες αυτές οι ψηφίδες του παγκόσμιου πολυπολιτισμικού μωσαϊκού είναι πολύτιμες και αναντικατάστατες. Είναι ευτύχημα, αλλά και υποθήκη για τους νεότερους, ότι οι πολιτικές και οι οικονομικές συνθήκες στην Ελλάδα, όσο κι αν δεν είναι ιδεώδεις, είναι -και ουσιαστικά πάντα ήταν- πολύ καλύτερες από τις αντίστοιχες στις γειτονικές χώρες όπου υπάρχουν Βλάχοι. Είναι επίσης ευτύχημα ότι σημαντικό μέρος του πνευματικού κόσμου, έξω από τα στενά εθνοτικά όρια, αντιλαμβάνεται πλέον αυτούσια τη σπουδαιότητα της βλάχικης κληρονομιάς, χωρίς να αναζητεί τα δεκανίκια κάποιου εθνικού μεγαλοϊδεατισμού. Το ερώτημα των σημερινών ημερών είναι πώς θα διαχειριστούν οι ίδιοι οι Βλάχοι την ιδιαιτερότητα τους στο μέλλον, θα εξακολουθήσουν να είναι επιφυλακτικοί μαζί της ή θα ανοιχτούν ώστε να υπάρξουν περισσότερες ελπίδες για τη συνέχιση αυτού του μακραίωνου πολιτισμού;»

 

Advertisements