Το χωριό μου

Του Γιώργη Καρατζιά

Στη δροσερή του Προύμπου την πλαγιά μικρό χωριό σκαλώνει.
Και μέχρι τον Κόνγκορο και την Σουνχώρα κατ’ απλώνει.
Δυο ρέματα με πάθος τ’ αγκαλιάζουν και το ζώνουν,
κι ο Λάγιστος με τη Γκαβρίλα, αχ! Πως το καμαρώνουν!

Απ’ της Λάϊστας το βουνό ο ήλιος το πρωί το λούζει, το ζεσταίνει.
Κι ολημερίς ο αγέρας το χαϊδεύει το δροσίζει.
Το δείλι ο ίσκιος του Παπίγκου το νανουρίζει
κι ο γκιώνης αχ! Με τι στοργή τ’ αποκοιμίζει!

Ο κούκος, απ’ του γεροπεύκου το ξερό κλαρί ,
την Άνοιξη, κάθε πρωί, με τι χαρά την προμηνεί!
Απ’ το ρέμα το βαθύ, τ’ αηδόνι, αχ! Πως τη διαλαλεί!
Κι ο κότσυφας τι γλέντι κάνει εκεί ψηλά στη λεύκα, στη δρύ!

Σε τούτο του ήλιου τ’ όμορφο, μικρό καλό χωριό,
πρωτόειδα ΄γώ το θαυμαστό κόσμο, το λαμπρό!
Στον Πισιώτη έπαιζα με τ’ άλλα του χωριού παιδιά,
απ’ το πουρνό και στον Κόγκουρο ως το βαθύ το δειλινό!

Στο ταπεινό κι αγαπημένο μικρό πετρόκτιστο σχολειό,
πρωτάκουσα το γλυκόλαλο δάσκαλο του χωριού μ’ εγώ,
τη σοφία να ιστορεί και τη δόξα των αρχαίων προγόνων,
καθώς και την παληκαριά του Εικοσιένα μας ηρώων.

Ξάπλωσα με μπιστικούς φίλους καλούς και γκαρδιακούς,
κατ’ απ’ του Γκουλαλιάρου τις πανήψηλες βαλανιδιές.
Τη βουή του πεύκου της Ορτζίστας άκουσα και της οξιάς.
Κάθισα στον ίσκιο του Γεροπλάτανου και της λυγόβεργης Μεσοχαριτίνης ιτιάς

Σκαρφάλωσα του Πάπιγκου τα κακοτράχαλα, κοφτερά τσουγκάρια.
Της Τσούκας τα γούπατα πέρασα και τις βαθύσκιωτες πλαγιές.
Έσχισα άφοβα τα λογγάρια της Κούτσιομπας και τα ρουμάνια.
Του Μπόρου ανέβηκα τις πανήψηλες πευκοσκέπαστες πλαγιές.

Στο σούρουπο, άκουσα στη Γκινιάσα τα ουρλιαχτά του λύκου.
Στο Γυφτόκαμπο με τρόμαξε της αρκούδας τ’ άγριο μουγκρητό!
Το σφύριγμα με ξάφνιασε του περήφανου άγριου τράγου,
απ’ το κοφτερό τσουγκάρι του Κόρμπου, το ψηλό!

Γεύτηκα απ’ της Γηστέρας τη βουνίσια ολόδροση πηγή,
κρυστάλλινο, αθάνατο, παρθενικό νερό!
Απ’ του Φάγκου και της Σιώνζας τη δροσερή πηγή,
πόσο άφθονο ήπια γάργαρο, δροσερό νερό!

Του ψαρά δοκίμασα τη χαρά και τη λαχτάρα,
στο κελαρυστό του Ρουρ-Ράτσε πεντακάθαρο νερό!
Στην ποταμιά τουφέκισα την Πινδιώτικη αρκούδα,
με το φεγγάρι ολόγιομο κατάκορφα στον ουρανό!

ΚΙ έφυγα και περπάτησα του κόσμου τα στενορύμια.
Νυχτοπερπάτησα στράτες δύσκολες και σκοτεινές.
Δρασκέλισα τετράψηλα βουνά, κάμπους και λαγκάδια,
πέρασα πελάγια απέραντα και θάλασσες πλατιές.

Σε κάστρα κλείστηκα του Μεσαίωνα στη Δύση.
Είδα πόλεις βουερές, πρωτεύουσες μεγάλες ξακουστές.
Στην Αλεξάνδρεια έφτασα του Μέγα την Εσχάτη!
Άκουσα του κόσμου τις γλώσσες και ντοπιολαλιές!

Όπου κι αν πήγα, στη Δύση και πέρα στην Ανατολή,
η ρίζα μ’ γερά πάντα ήταν μπιγμένη στη γή την Πατρική.
Και προσμένω, τώρα, με λαχτάρα την ευλογημένη ώρα, την καλή,
τα πιστρόφια να γιορτάσω στη χορταριασμένη του σπιτιού μ’ αυλή!

Τασκένδη 1971

Advertisements