Για την προστασία της πολιτιστική μας κληρονομιάς

Της κ. Ελένη Οικονομίδου – Δούβλη

Το ποτήρι ξεχείλισε! Έφθασε πια η ώρα. Λίγο ακόμα και δεν θα ‘χουμε λόγο να μιλάμε για πολιτιστική κληρονομιά, αφού τα μνημεία μας που είναι οι θησαυροί και Παρθενώνες μας, ανήμπορα κι αφύλακτα κι απροστάτευτα ένα-ένα απογυμνώνονται από ότι πολύτιμο κρατούν στα σπλάχνα τους.

Οι αρχαιοκάπηλοι αλωνίζουν ανενόχλητοι την Ήπειρο. Τελευταία, στο μάτι του κυκλώνα έχουν μπει οι εκκλησιές του Ζαγορίου, λες και στοχεύουν στην πολιτιστική εξόντωση της περιοχής. Λες και μια βάσκανη μοίρα έχει ρίξει επάνω το μάτι της. Κατάσπαρτος από μνημεία ο Ζαγορίσιος τόπος. Τοξωτά γεφύρια θεμελιωμένα με δυσκολίες και κόπους που έγιναν παραμύθια. Αγιασμένοι τόποι μοναστηριών που φέρουν στην κυρτωμένη πλάτη τους ιστορία αιώνων, κρυμμένοι ανάμεσα στα αιωνόβια δέντρα που τους κρατούν μαζί με τα πουλιά ολοχρονίς συντροφιά. Ξωκλήσια και κονίσματα σπαρμένα εκεί που δεν περιμένεις σε ξαφνιάζουν και σε καλωσορίζουν. Σε προκαλούν να ανάψεις το καντηλάκι ή να χτυπήσεις το σήμαντρο, να κάνεις το σταυρό σου. Στέκουν εκεί βουβά κι αλειτούργητα και καρτερούν.  Ανοίγουν μια φορά το χρόνο, όταν γιορτάζει ο Άγιος τους κι αν υπάρχει παπάς διαθέσιμος

Κανένας δεν τα νοιάζεται τον άλλο καιρό και μοναχά κάποιες πινακίδες στο δρόμο μαρτυρούν την ύπαρξη τους. Αλλά και μέσα στα χωριά, τα ολιγάνθρωπα σήμερα, περίλαμπρες εκκλησιές, σεράγια, σχολειά, πολύτιμες βιβλιοθήκες, χωρίς καμιά ιδιαίτερη φροντίδα και φύλαξη, όλα αφημένα στην τύχη τους, στο έλεος του Θεού! Έτσι, μέσα σε δυο-τρεις μήνες βρέθηκαν λεηλατημένες κι ανοικτές περίλαμπρες εκκλησιές του Αη – Δημήτρη (1859) στα Άνω Πεδινά και του Αη-Θανάση στα Κάτω Πεδινά.  Δυστυχώς η λεηλασία δεν σταμάτησε εκεί. Γιατί τελευταία βρέθηκε γυμνός ο παλιός ναός της κοιμήσεως της Θεοτόκου, η Παναγιά όπως τη λέμε στον Ελαφότοπο. Από την είσοδο του χωριού, ακολουθώντας το λιθόστρωτο καλοφτιαγμένο γκαλντερίμι που σαν φίδι κυλάει ανάμεσα από τα σοκάκια του χωριού καταλήγοντας στον Κάτω μαχαλά, φθάνεις στην Παναγιά. Παλιά κι αγαπημένη εκκλησιά του χωριού, χτισμένη το 1100 μ.Χ. ήταν μοναστήρι όπου μόναζαν καλόγεροι ως τον 17ο αιώνα που ρήμαξε. Εκεί γινόταν ανέκαθεν το πανηγύρι του χωριού το 15Αύγουστο, εκεί κι ο Πασκαλιάτικος  χορός με ντόπια όργανα, ως τα τελευταία χρόνια. Παλιά κι ωραία συνήθεια των γυναικών των χωριών μας «ν’ ανάβουν τα καντήλια» που και που στις έρημες εκκλησιές μας και σήμερα.

Έτσι ανακαλύφθηκε η λεηλασία κι η γύμνια. Γυμνός ο νάρθηκας από πολύτιμες εικόνες, βγαλμένα και τα βημόθυρα της ωραίας Πύλης. Βαριά η θλίψη, κι η σκιά του φόβου στον Ελαφότοπο που κυριολεκτικά ρημάχτηκε. Δίπλα στο ναό, το Λαογραφικό Μουσείο Ελαφοτόπου κι ο μικρός παλιός ναός των Ταξιαρχών, όλα μαζί ένα συγκρότημα. Ασήκωτη η θλίψη των χωριανών, των λίγων μόνιμων και των πολλών ξενιτεμένων που είχαν συνδέσει τη ζωή τους, με βαφτίσια και γάμους και πανηγύρια, πολύτιμα βιώματα τους. Και το κακό δεν σταμάτησε. Την τελευταία εβδομάδα πάλι τυχαία βρέθηκε λεηλατημένος κι ο μικρός ναός του Αγίου Γεωργίου. Κι από εκεί λείπουν εικόνες και βημόθυρο…

Θρηνούν οι Τσερβαριώτες: «Καλύτερα νάχαν κλέψει τα σπίτια μας», ψελίζει καταλυπημένος και σοκαρισμένο ο κ. Αλκής Ντιναλέξης, ο επίτροπος. Αυθόρμητα κι εξομολογητικά και μέσα απ’ την ψυχή του. Γιατί αυτά που πήραν είναι πράγματα αναντικατάστατα. Είναι οι θησαυροί κάθε τόπου, με αρχαιολογική κι ανυπολόγιστη συναισθηματική αξία.Τα τελευταία κι απανωτά περιστατικά αρχαιοκαπηλίας στα μνημεία του Ζαγορίου έχουν κάνει την αγανάκτηση όλων να ξεχειλίσει. Επιτέλους, πού βρισκόμαστε; Ίσως όμως να ζωντανέψουν και τις ενοχές και τις ευθύνες και την αδιαφορία όλων των φορέων. Μήπως θα πρέπει, μήπως ήρθε επιτέλους ο καιρός να σταθούμε σοβαρά και υπεύθυνα, πολίτες και αρμόδιες αρχές, μπροστά στον μνημειακό πλούτο της περιοχής μας; Γιατί δεν μπορεί τη στιγμή που ακούμε κάθε τόσο να παραβιάζονται ναοί, να φυγαδεύονται κειμήλια αξίας, εμείς άβουλοι κι αδύναμοι, να μη πω αδιάφοροι, να καθόμαστε με σταυρωμένα χέρια και να περιμένουμε την … εξ ύψους βοήθεια και τιμωρία! Κάθε φορά ο τόπος μας γίνεται φτωχότερος, αφού τα μνημεία είναι η προίκα του, αψευδείς μάρτυρες του πολιτισμού μας. Ορθώνονται περήφανα, ανυπόταχτα, σε πείσμα των καιρών. Μνημεία που τα σεβάστηκαν αιώνες και κατακτητές και τα προσπέρασαν κι οι βόμβες των πολέμων. Έργα πολιτισμού μοναδικά καμωμένα από ανθρώπους που ξενιτεύτηκαν, που δεν γλέντησαν, που στερήθηκαν τις χαρές της ζωής, ακόμα και τη χαρά της οικογένειας, για να προσφέρουν στην ιδιαίτερη τους πατρίδα.

Κληρονομήσαμε έτσι αξετίμητα πράγματα κι αποδειχθήκαμε ανάξιοι να τα φυλάξουμε και να τ’ αφήσουμε στα παιδιά μας. Γι’ αυτά περηφανευόμαστε, αυτά μας προβάλλουν και μας διαφημίζουν, αυτά είναι το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του τόπου μας, η ιδιαιτερότητα κι η ταυτότητα μας. Τα μνημεία σηματοδοτούν την πορεία κάθε τόπου στο διάβα των αιώνων. Στέκουν εκεί βουβά μαζί και φλύαρα, οδοδείκτες και φάροι πολιτισμού. Η λεηλασία των μνημείων μας, είναι λεηλασία της ίδιας της ζωής, της ιστορίας και της μοίρας των χωριών μας. Τα μνημεία μας αποτελούν κοινή περιουσία των κατοίκων ενός τόπου και κατ’ επέκταση του λαού μας, το ίδιο ή και περισσότερο πολύτιμη από την προσωπική και την οικογενειακή μας. Αυτή η αντίληψη είναι καθοριστική για τη διάσωση τους, καθώς ξέρουμε ότι ο καθένας, ενδιαφέρεται, φροντίζει και αγωνιά για την περιουσία του. Πρέπει να περάσει λοιπόν με κατάλληλη διαπαιδαγώγηση στους μικρούς και με σεμινάρια, διαλέξεις και μια διαφωτιστική και ενημερωτική εκστρατεία στους μεγάλους από τους κυρίως αρμόδιους, δηλ. την πολιτεία με τις υπηρεσίες της (Αστυνομία, Εφορεία Αρχαιοτήτων κ.λ.π.) και την Εκκλησία. Όσοι ζουν μακριά από το πατρικό τους σπίτι στα χωριά μας, κάθε τόσο το επισκέπτονται, αφήνουν τα κλειδιά σε κάποιο χωριανό, φροντίζουν μήπως έπαθε κάποια ζημιά και πρέπει να διορθωθεί. Ποιος ποτέ ενδιαφέρθηκε, απ’ τις αρμόδιες υπηρεσίες εννοώ, γι’ αυτά τα ερημικά μοναστήρια και ξωκλήσια που κουβαλούν ζωή αιώνων, ποιος τ’ άνοιξε, ποιος κοίταξε αν έσπασε τζάμι, αν πέρασε νερό στις τοιχογραφίες του; Το ίδιο και στις εκκλησίες μέσα στο χωριό μας. Ποια υπηρεσία νοιάστηκε; Υπάρχει καταγραφή, φωτογράφηση, βιντεοσκόπηση του εσωτερικού και του υλικού των ναών μας; Ξέρουν οι αρμόδιοι τι θησαυροί έχουν, σε τι κατάσταση είναι; Έχουν ένα αρχείο για τα μνημεία που να το ενημερώνουν για την κατάσταση τους, για κάθε αλλοίωση, έστω και μια φορά το χρόνο; Όλοι ξέρουμε τι έχει το πορτοφόλι μας, το μέρος όπου κρύβουμε τα πολύτιμα μας, οι θυρίδες, όσοι έχουν. Εάν όλα αφήνονται στη διάθεση των φιλότιμων επιτρόπων, πολλές φορές ηλικιωμένων κι ολιγογράμματων, οπωσδήποτε ανεκπαίδευτων κι ανυποψίαστων, που στο κάτω-κάτω ούτε την υποχρέωση ούτε την ικανότητα έχουν, αφού δουλειά τους είναι να χτυπούν την καμπάνα, ν’ ανάβουν τα καντήλια και να βοηθούν τον παπά, καθώς τα παιδαρέλια δεν υπάρχουν ή δεν ενδιαφέρονται. Ο παπάς πάλι είναι ο υπάλληλος της Κυριακής, μοιρασμένος σε δύο ή τρία χωριά, τόσο μακριά από κείνο τον παπά που ζούσε στο χωριό κι είχε την εκκλησία για σπίτι του. Ποιος θα προστατέψει λοιπόν τα μνημεία μας; Μήπως περιμένουμε από τους λίγους κατοίκους, οι περισσότεροι ηλικιωμένοι κι ανήμποροι, που έμειναν να φυλάττουν Θερμοπύλες στα χωριά μας ή μήπως καρτεράμε να … σηκωθούν οι νεκροί απ’ τα κοιμητήρια, είναι περισσότεροι αυτοί… Σίγουρα το οργανωμένο κράτος, οι υπηρεσίες του, γιατί αυτός είναι ο σκοπό της ύπαρξης του, πρέπει να είναι φύλακες άγρυπνοι ενός τόπου και να ανησυχούν όπως ανησυχούν για τα σπίτια τους. Το κράτος με τους πολλούς υπαλλήλους, τα Ευρωπαϊκά κι άλλα προγράμματα, τους οργανωμένους και εξοπλισμένους Δήμους. Μέχρι που φτάνει η οργάνωση και η φροντίδα; Δεν θάπρεπε νάναι μέλημα τους πως νυχτοξημερώνουν τα ολιγάνθρωπα χωριά τους; Η Εκκλησία να καρτερά τάχα τον… αρχάγγελο με τη ρομφαία να κατέβει απ’ τα ουράνια εκδικητής και τιμωρός ή τον φύλακα άγγελο να απλώσει τις φτερούγες του! Η Εφορεία Βυζαντινών και Νεότερων Μνημείων κοιμάται ήσυχη όταν οι θησαυροί της παραμένουν αφύλακτοι, βορά του κάθε ασυνείδητου και πορωμένου αρχαιοκάπηλου; Και μην πει κανείς ότι χρειάζονται χρήματα και χρόνο και γνώσεις, στη σημερινή οργανωμένη κοινωνία, όλα υπάρχουν. Η ευθύνη λείπει, η έννοια του καθήκοντος. Μήπως οι υπηρεσίας μας πρέπει ν’ αρχίσουν απ’ το αλφαβητάρι, να αναδιοργανωθούν, να χρεωθούν υπεύθυνα, να βγουν επιτέλους απ’ τα άνετα γραφεία τους; Αν υπήρχε ένα αρχείο δεν θα δυσκολευόμαστε τώρα να βρούμε τι μας λείπει. Σήμερα, στο ζενίθ της τεχνολογίας, τόσα μέσα ηλεκτρονικά, κάμερες, συναγερμοί, συστήματα διάφορα, δεν είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθούν για τα μνημεία μας; Είναι τόσο ακριβά ή εμείς τα βρίσκουμε περιττά κι επουσιώδη; Και τι είναι τάχα πολυτιμότερο για ένα λαό απ’ τα μνημεία του; Όταν άλλες χώρες τα φροντίζουν σαν «κόρη οφθαλμού», τα συντηρούν, τα αποκαθιστούν κι όχι αβασάνιστα κι ανεπίτρεπτα -όπως συμβαίνει σε μας- τα εξωραΐζουν, τα κάνουν επισκέψιμα, τα εκμεταλλεύονται τουριστικά, τα βάζουν στα προγράμματα τους οι τουριστικές και ξενοδοχειακές επιχειρήσεις, προβάλλοντας την ιδιαιτερότητα του τόπου μας, καθώς είναι οι καλύτεροι πρεσβευτές, ζωντανή απόδειξη μιας ζωής περασμένης… Γιατί τάχα εμείς αδιαφορούμε; Και ποιος μας βεβαίωσε ότι ο τουρισμός στον τόπο μας πρέπει να είναι φαγητό και ύπνος. Δυστυχώς δεν μας σώζουν ούτε οι ξενώνες ούτε τα εστιατόρια.

Επίμονα οι επισκέπτες ζητούν «Τι μπορούμε να δούμε στον τόπο σας;». Κι εμείς ντρεπόμαστε γιατί συχνά δεν μπορούμε να δείξουμε τους θησαυρούς μας. Και μήπως δεν θα ήταν χρήσιμη μια άλλη οπτική του τουρισμού; Μέσα στις τόσες επιδοτήσεις, τα τόσα προγράμματα που «ελαφρά τη καρδία» καταφέρνουμε και παίρνουμε, δεν θάταν εξαιρετικής σημασίας ένας γενναίος σχεδιασμός για την ανάδειξη και προστασία του μνημειακού πλούτου της περιοχής; Μήπως θα έπρεπε να γινόταν μέρος ενός φιλόδοξου όχι όμως ουτοπικού προγράμματος, ένας «μνημειακός προορισμός». Έτσι και τα μνημεία μας θα σώζονταν, αφού θα υπήρχε οργάνωση και φύλαξη και η προβολή το τόπου μας θα αποκτούσε ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Κι αν με τις σημερινές συνθήκες χωριά που απέχουν 5-10 χλμ. από την έδρα του δήμου, με αρκετές ψυχές, δεν είναι ασφαλή, τι θα γίνει με τα απομακρυσμένα και τα έρημα;

Και ποια ανάπτυξη του Ζαγορίου διατυμπανίζουμε και περηφανευόμαστε όταν είμαστε απελπιστικά μόνοι, αδύναμοι κι απροστάτευτοι; Ακόμη μήπως θα έπρεπε να αποτελέσουν τα μνημεία μας πρωταρχικό μέλημα των κληροδοτημάτων μας; Γιατί όλους τους Ζαγορίσιους η άκρατη φιλοπατρία η «φιλτάτη πατρίς» τους οδήγησε στην ευποιΐα και την ευεργεσία. Ίσως το Ριζάρειο να είναι ανάγκη να αξιολογήσει και να ιεραρχήσει τους σκοπούς του κι αντί για την Αθήνα στο Ζαγόρι να δείξει περίσσια τη φροντίδα του. Η φροντίδα της ιστορικής μνήμης σε μια κοινωνία είναι απαραίτητη προϋπόθεση για το αύριο. Φαίνεται όμως ότι η σύγχρονη κοινωνία το αγνοεί ή προσπαθεί να το αγνοήσει.

Το μέλλον μπορεί να το ετοιμάσουν άνθρωποι που έχουν σημείο αναφοράς κι αλλοίμονο αν αυτά τα σημεία τ’ αφήσουμε να γίνουν ερείπια, κουφάρια και λιθοσωριές. Κι επειδή η «αλήθεια είναι μαλώτρα» κατά τον Κριαρά, ας σκύψουμε όλοι στο πρόβλημα όσο είναι καιρός για να μη καταντήσουμε εκτός από άβουλοι, εγωιστές κι αλλοτριωμένοι και γυμνοί κι αγνώριστοι και περιφρονημένοι.

Άρα δεν ωφελεί να «θρηνούμε στα τείχη της Ιεριχούς», ούτε να καρτερούμε οι αφελείς να ξαναγυρίσουν τα κειμήλια και να ντύσουν το γυμνωμένο τέμπλο της Παναγιάς μας στον τόπο που γεννήθηκαν κι ούτε να ξαναμπούν στον τόπο τους τα ανεκτίμητα βημόθυρα. Να ξυπνήσουμε χρειάζεται και να πιστέψουμε πως η διάσωση των μνημείων μας είναι υπόθεση σοβαρή, ευαίσθητη, δύσκολα αλλά όχι αδύνατη. Και σ’ αυτή πρέπει να στρατευτούμε όλοι, σύλλογοι και οργανώσεις με δυναμισμό, ομοψυχία -πόσο μας λείπει!- υπεύθυνα, αυστηρά, επιθετικά, διεκδικητικά. Να ορκιστούμε στα άγια και τα ιερά μας και να απαιτήσουμε απ’ όλους τους «αρμόδιους» και συναρμόδιους, ως συνήθως, την προστασία τους αλλά και να τους χρεώσουμε την λεηλασία και την ορφάνια των χωριών μας.

 

 

Αναδημοσίευση από την εφημερίδα « Το Ζαγόρι μας» (Ιούνιος – Ιούλιος 2009)

Advertisements