Το Ντομπρίνοβο και τα γράμματα

Του Νίκου Εξάρχου

 

Όπως και σ’ άλλα χωριά της Ηπείρου, έτσι και στο Ντομπρίνοβο οι γονείς φρόντιζαν για την μόρφωση των παιδιών τους.
Τα παιδιά, ως τα εφτά τους χρόνια έμεναν στο σπίτι. Τ’ αρσενικά μόνον στέλνονταν στο δάσκαλο, για να διδαχθούν τα πρώτα γράμματα και να γίνουν «καλοί και αγαθοί». Τα λόγια του Κοσμά «να μη στερήσετε τα παιδιά σας από τα ελληνικά γράμματα» είχαν χαραχτεί βαθιά στις καρδιές των δημογερόντων.

Φυσικά, δεν υπήρχε κατ’ αρχήν ιδιαίτερο σχολείο. Σαν αίθουσα παραδόσεων, τα πρώτα χρόνια, ήταν ένα κελί του Μοναστηρίου της Παναγίας. Αργότερα, σαν αίθουσα χρησίμευαν τα σπίτια όπου κατοικούσαν οι δάσκαλοι, οι όποιοι όμως είχαν ατελή μόρφωση. Οι δάσκαλοι ήταν ιδιώτες, που πληρώνονταν από τους γονείς και λέγονταν «γραμματισταί».
Σ’ αυτούς όμως είχαν την δυνατότητα να προσέρχονται μόνον τα παιδιά των πλουσίων, γιατί τα δίδακτρα ήσαν υψηλά. Η μόνη φιλοδοξία των δασκάλων ήταν να διδάξουν στα παιδιά ανάγνωση ή αποστήθιση θρησκευτικών κειμένων (Ψαλτήρι – Oκτώηχο).
Οι δάσκαλοι έπαιρναν επί πλέον και ποσότητα καυσόξυλων για το σπίτι τους, και για την αίθουσα όπου έκαναν τα μαθήματα τους.

Από του έτους 1815 το Ντομπρίνοβο είχε πλήρες ελληνικό σχολείο, με πολλούς μαθητάς. Επειδή το χωριό ήταν βλαχόφωνο, για ένα διάστημα το σχολείο εχρηματοδοτείτο υπό του εν Αθήναις Συλλόγου προς Διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων.
Στα σχολεία αυτά δεν μπορούμε να πούμε ότι εφαρμόζονταν μια ενιαία διδακτική μέθοδος. Κύρια μαθήματα ήταν η ελληνική γλώσσα, η πρακτική αριθμητική, η ελληνική ιστορία και τα θρησκευτικά.
Εκείνα τα χρόνια το χωριό έσφυζε από ζωή. Τα περισσότερα σπίτια ήταν «πατριαρχικά». Σεβάσμιες μορφές παππούδων, αυστηρά πεθερικά (μανακαλές) και συνυφαδες, νιόγαμπρα, παιδιά, αγγόνια, δισέγγονα και τρισέγγονα, όλος εκείνος ο υπόδουλος κόσμος, μεγάλωνε με τα ήθη και έθιμα του χωριού, με τις παραδόσεις, τ’ αρραβωνιάσματα και τους γάμους, τα πανηγύρια και τα ξεφαντώματα, με τους χορούς και τα τραγούδια, τα μοιρολόγια και τα ψυχικά ξεσπάσματα, με τον Άη-Νικόλα, τα εικονίσματα και τα εξωκλήσια, με το μοναστήρι της Παναγίας, τους Άη Λιάδες και τον Άη Θανάση.
Τα δύο σχολεία, αρρεναγωγείο και παρθεναγωγείο, δεκαετίες ολόκληρες μόρφωναν τον υπόδουλο εκείνο κόσμο του χωριού.

Μαθητές του σχολείου και κάτοικοι του χωριού μας φωτογραφίζονται έξω από το σχολείο στις 25/3/1923

Μαθητές του σχολείου και κάτοικοι του χωριού μας φωτογραφίζονται έξω από το σχολείο στις 25/3/1923

 

Πως λειτουργούσαν τα παλαιότερα χρόνια τα σχολεία

Τα παλαιότερα χρόνια δεν υπήρχαν μαυροπίνακες στα σχολεία. Η διδασκαλία για να μάθουν τα παιδιά το αλφάβητο γίνονταν στο πάτωμα του σχολείου (στο κελί της Παναγίας).
Εκεί τοποθετούσαν ένα ξύλινο τελάρο, που το γέμιζαν με ψιλήν άμμο, και επάνω σ’ αυτήν έγραφαν το αλφάβητο.
Όταν ήθελαν να σβήσουν αυτά τα γράμματα, τραβούσαν έναν πήχυν και χαλούσαν τα γράμματα, όπως ακριβώς γίνονται σήμερα στο στρατό οι στρατιωτικές ασκήσεις επί της αμμοδόχου.
Ομοίως, κατά την εποχήν εκείνην δεν υπήρχαν θερμάστρες η δε θέρμανσις των μαθητών γίνονταν με το άναμμα της φωτιάς στο τζάκι. Κάθε σχολείον έπρεπε να έχει το τζιάκι. Οι μαθηταί σηκώνονταν με τη σειρά, πήγαιναν στο τζιάκι όπου υπήρχε η φωτιά και αφού ζεσταίνονταν επέστρεφαν και πάλιν στο κάθισμα τους.
Για θρανία χρησιμοποιούσαν στην αρχή σκαμνιά ξύλινα, ύστερα κατασκεύασαν μπάγκους, και αργότερα έφκιασαν θρανία νέου τύπου, τα όποια υπάρχουν σήμερα.

Από του έτους 1800 και εντεύθεν, οι άρρενες του Ντομπρίνοβου, σε μεγάλο ποσοστό γνώριζαν ανάγνωση και γραφή, ενώ τα κορίτσια άρχισαν να φοιτούν στο Παρθεναγωγείο από του έτους 1885. Αι γυναίκες ως επί το πλείστον εδιδάσκοντο υφαντουργική και χειροτεχνία.
Απ’ το 1880 λειτουργούσε στο Ντομπρίνοβο υφαντική σχολή, την οποία μάλιστα είχε ενισχύσει με χρηματικές συνεισφορές και ο Γεώργιος Βρυάζης.
Για την μεταφορά των σχολικών βιβλίων οι μαθητές χρησιμοποιούσαν ενα τροβά άπό ύφασμα κρεμασμένο στον ώμο. Εκεί μέσα έβαζαν όλα τα σχολικά βιβλία και λιγάκι ξηρό ψωμί.
Πειθαρχικές ποινές, που επέβαλαν οι διδάσκαλοι στους μαθητές, ήταν η βέργα από κρανιές, που τις έφερναν οι ίδιοι οι μαθητές.
Άλλη ποινή ήταν η κράτηση του μαθητού στο σχολείο, και χωρίς φαγητό.

Το πρώτο κοινοτικό διδακτήριο (αρρένων) χτίστηκε το 1870. Το 1921 κάηκε από αμέλεια ενός μαθητού, και συνέχισε να λειτουργεί με πρόχειρες επισκευές. Το 1943 ξανακάηκε απ’ τους Γερμανούς, και ως το 1955, οπότε ξαναχτίστηκε, στεγαζόταν σε διάφορα ακατάλληλα σπίτια, καθώς και στο γυναικωνίτη του Αγίου Νικολάου.

Από το 1885 λειτουργούσε στο Ντομπρίνοβο Παρθεναγωγείο, μαζί με τμήμα ‘Υφαντουργείου, στεγαζόμενο στο σπίτι του Αντ. Γιαννούση.
Με την απελευθέρωση της Ηπείρου σταμάτησε, γιατί το ελληνικό κράτος κατάργησε τα παρθεναγωγεία και δημιούργησε μικτά δημοτικά.

 

Αναδημοσίευση από το βιβλίο του Ν. Εξάρχου «Το Ντομπρίνοβο»

Advertisements