Η Γυναικεία φορεσιά στο Ντομπρίνοβο

Η παράδοση δεν μας λέει για τις ενδυμασίες που φορούσαν οι πρώτοι κάτοικοι των συνοικισμών. Μας λέει μόνον ότι από τα μέσα του 18ου αιώνος και εντεύθεν, από τότε που άρχισαν τα ταξίδια, η φορεσιά του Ντομπρίνοβου ήταν πλουσιότερη απ’ των άλλων χωριών. Οι ξενιτεμένοι άνδρες που γύριζαν τον κόσμο έφερναν στην πατρίδα τους ότι καλό εύρισκαν στης ξενιτιάς τα μέρη.


Τα εμβάσματα της ξενιτιάς συντηρούσαν τον τόπο.
Το εγχώριο φουστάνι είχε μπούστο εφαρμοστό, είτε ανοικτό μπροστά στο στήθος, είτε πού έκλεινε στο λαιμό, με μεγάλα χρυσά κουμπιά και πολύ μακριά μανίκια, που έφθαναν ως το μέσο του μηρού και φάρδαιναν προς τα κάτω.
Ολόκληρο το φουστάνι εστολίζετο στις παρυφές με χρυσά σειρήτια, λαμέττες, πλάτους δύο δακτύλων, είχε δε στο στήθος, στα μανίκια και στην πλάτη, θαυμαστά χρυσο-κεντήματα.

Το επίσημο φουστάνι έπρεπε να είναι ολόκληρο από χρυσοΰφαντη στόφα, από βελούδο χρυσοΰφαντο ή από βαρύτιμο μεταξωτό με διάκοσμο. Στην κόμη διευθετούσαν τις πλεξούδες, και γύρω στ’ αυτιά τα κλωστάρια.
Στο κεφάλι φορούσαν μαντίλι σταμπωτό, με πολύχρωμες μπιμπίλες στις άκρες, και το σκέπαζαν με τις πλεξούδες σαν είδος στεφάνι κατά τις ώρες της εργασίας.
Στην κορφή του κεφαλιού φορούσαν φεσάκι γεμάτο χρυσοκεντήματα, πού συγκρατούνταν μ’ ένα χρυσοκέντητο υποσιαγόνιον.

Τσαρούχια από τελατίνι, κόκκινα πάνω και κάτω.
Η σόλα του τσαρουχιού σχηματίζει μύτη διπλώνοντας, και μέσα στο δίπλωμα φυτεύεται φούντα μεταξωτή, που ράβεται κλεισμένη στα χείλη της μύτης αυτής. Τα χείλη του ανοίγματος του τσαρουχιού είναι φοδραρισμένα με λουστρίνι, με διάφορα κεντήματα απέξω.

Ποδιά υφαντή, κι αυτή μάλλινη, με χρωματιστό νήμα, σε πολλές αράδες, κατά το σχέδιο των καλτσουνιών.

Καλτσούνια. Φοριούνται σ’ όλο το καλάμι του ποδιού, λίγο πάνω από τους αστραγάλους ως τα γόνατα. Μάλλινα ή βαμβακερά, πλεκτά. Μέσα στη πλέξη περνάνε μάλλινο ψιλό νήμα, σε διαφόρους χρωματισμούς αράδες: τα πλούμια (στολίδια).

Γελέχο (κοντούσιο) στο σχέδιο του αντρικού, από ντρίλι ή ρετσίνα ή κατιφέ χωρίς κεντήματα ή υφαντό, χωρίς μανίκια. Φθάνει ως τη μέση. Φοριέται πάνω από το ζιπούνι ή διπλάρι.

Ζιπούνι μάλλινο, μαύρο υφαντό το χειμώνα ή διπλάρι βαμβακερό χοντρό το καλοκαίρι. Κολλητό στο κορμί και με δύο τριγωνικά κομμάτια, από μαύρο ή βαθύ πράσινο ύφασμα, σα να σφίγγουν τις πλάτες.

Ζωνάρι επάνω από το ζιπούνι ή διπλάρι, φάρδους 15-25 πόντους, υφαντό. Έζωνε δυό και τρεις φορές τη μέση, κάπως χοντρό.

Σκουφιά. Άβαθη, από κόκκινο κατιφέ. Κεντημένη με χρυσάφι, με πολλή δουλειά καμωμένη, κι ακριβή. Πάνω από τα κεντήματα είχε μερτσέλια ψεύτικα. Έγερναν περισσότερο μπροστά, κρύβοντας λίγο το μέτωπο, κατέβαιναν πίσω, σε σχήμα χτένας, ως τη μέση, ίσαμε κει πού άρχιζαν της ζώνης τα κρόσσια.
Η σκούφια είχε τη θέση της 2-3 χρόνια στους γάμους, στα πανηγύρια, τις Κυριακές κ’ επίσημες γιορτές. Τα κόκκινα αυτά φέσια, με τσεμπέρια χρωματιστά, οι μεν νιόπαντρες τα φορούσαν λιγάκι στραβά στο κεφάλι, ενώ οι ηλικιωμένες ίσια.

Απλή φορεσιά για το καθημερινό ντύσιμο.
Ένα ελαφρό ανάερο μαντίλι ντεστεμέλ, δεμένο με χάρη, ώστε οι δύο άκρες να σταυρώνουν μπροστά στο λαιμό κ’ οι άλλες δύο να κρέμονται πίσω, ως κάτω από τη μέση, με λεπτά μεταξωτά κρόσσια να της δίνουν αέρα.

Ζάβες ασημένιες. Πολλές φορές σε διπλή σειρά, για τις γιορτές και τα πανηγύρια.
Μαντίλι μαύρο μεταξωτό ή μάλλινο, όταν δεν φορή σκούφια, με χάρη δεμένο πίσω, πού στολίζει χρυσό κέντημα.

Αρμάδα με φλουριά στη μέση του στήθους.

Φλουκάτα χρυσοκέντητη. Η φλουκατα είναι από δίμιτο, με αραιά χρυσοκέντητα σημεία (γαϊτάνια), χωρίς μανίκια. Φοριέται όταν η νύφη πηγαίνει στην εκκλησία και όταν κάνη κρύο.

Η φορεσιά, όπως περιγράφεται, φοριέται από τη νύφη ως τα 28-30 χρόνια. Το διάστημα πού φοριέται μετά το γάμο μειώνεται αν γέννηση νωρίς παιδιά, ή αν ξενιτευτεί ο άνδρας της.
Είναι εύλογο λοιπόν το ενδιαφέρον της κοπέλας και των γονιών να παντρευτεί νωρίς, ώστε να μπόρεση να γλεντήσει ως τα 28 – 30 χρόνια της.
Η κατασκευή των μάλλινων και βαμβακερών υφασμάτων περνούσε από τα χέρια των ίδιων των γυναικών, ενώ τα πλουμιστά κεντίδια τα δούλευαν ειδικευμένοι τεχνίτες.
Να μερικά ονόματα, που στα χέρια τους είχαν εμπιστοσύνη γενεές νυφάδων, για το ράψιμο της φλουκάτας, ντουλαμάδων και ζιπουνιών και για τα κεντίδια: 1) ο Αναστάσιος Νικολάου Παπανικολάου, παλαιότερος ράφτης, 2) η Αγγελική Καρώνη, 3) η Δέσποινα Πετσιού, 4) η Μαρία Κονοσπύρη, από το Ντομπρίνοβο, και 5) ο Μανώλης Παντελής (λάλα – Μάνης) απ’ τη Λάιστα.

Οι πλουσιότερες γυναίκες φορούσαν κόκκινο φέσι με χρυσή φούντα. Τέτοιο ακριβώς που φορούσε τότε κ’ ή ωραία Βασιλική του Αλή-πασά, ο όποιος, καθώς γράφει ο Κρυστάλλης, της είπε:
« Όντας βάνης τ’ άλλο φέσι, με τη φούντα τη χρυσή, τρέμει ο ουρανός να πέσει, μ’ όλα τ’ άστρα του μαζί».

Όταν η νέα γυναίκα έκανε παιδιά, ή ξενιτεύονταν ο άνδρας της, υποχωρούσε το πολύ χρυσό των κεντημάτων και τη θέση του έπαιρνε το πράσινο.
Αυτή είναι η δεύτερη φορεσιά ως τα σαράντα της χρόνια.
Μετά τα σαράντα, όλο το χρυσό έχει εξαφανιστεί και αντικαθίσταται από το πράσινο κέντημα, με κανένα τσαπράζι.
Ο μαχμουτιές έχει φύγει και κάτω απ’ το μαντίλι μπαίνει η νάπιζα.
Η νεότης έχει φύγει ανεπιστρεπτί κ’ έρχεται η νάπιζα, σημάδι ωριμότητας, πείρας, σοφίας, βασάνων και γήρατος.
Η νάπιζα είναι μία μαύρη κουλούρα γύρω-γύρω στο κεφάλι, σκεπασμένη με μαντίλι κροσσωτό μεταξωτό.
Έμπαιναν στο χορό, στο Μεσοχώρι, πολλές νυφάδες με διπλές τραχηλιές και μεγάλα φλουριά. Όσοι περνούσαν στους δρόμους του χωριού, ακόμη κι απ’ τον Αη – Θανάση άκουγαν τα φλουριά των νυφάδων που χτυπιόντουσαν καθώς χόρευαν.

 

 

Αναδημοσίευση από το βιβλίο του Ν. Έξαρχου «Το Ντομπρίνοβο»

Advertisements