Ο καφές

Στα χωριά μας, τα παλιότερα χρόνια, οι νοικοκυρές δεν αγόραζαν κομμένο τον καφέ με τα γραμμάρια, όπως σήμερα, αλλά σπυρί, με την οκά, κ’ είχαν όλα τα σύνεργα για την παρασκευή του. Κάθε σπίτι διέθετε έναν ψήστη και έναν καφόμυλον, με την βοήθεια των οποίων καβουρντίζονταν ο άψητος καφές και εν συνεχείς αλέθονταν. Το καβούρντισμα ήταν σωστή τελετουργία. Η νοικοκυρά, όταν πλησίαζε να καβουρντιστή ο καφές, σήκωνε τον ψήστη από τη φωτιά, τον τίναζε δυο -τρεις φορές για ν’ ανακατευτούν οι κόκκοι, άνοιγε τη σύρτη πορτούλα του ψήστη, για να δη πόσο καβούρντισμα θέλει ακόμα, και εισέπνεε βαθιά το άρωμα του, που γέμιζε το σπίτι.


Και δεν ήταν μόνον η νοικοκυρά που απελάμβανε.
Είχε σειρά κι ο νοικοκύρης, που είχε δικαίωμα σε κάθε καινούργιο ψήσιμο να πιει μια φορά «μονατο» καφέ.
Με το καβούρντισμα του καφέ δεν τέλειωνε η τελετουργία.
Ο αλεσμένος καφές έμπαινε σ’ ένα μεγάλο δοχείο, καφοκούτι, κ’ επακολουθούσε το καβούρντισμα ίσης ποσότητας κριθαριού, που έμπαινε αλεσμένο σε ιδιαίτερο, τενεκεδένιο επίσης, μεγάλο δοχείο.
Από τα δύο αυτά δοχεία, του μονάτου, σκέτου καφέ, και του σκέτου κριθαριού, γινόταν κάθε φορά το «χαρμάνι» του «ανακατεμένου» σε τρίτο δοχείο, που ήταν για τους «σπιτικούς».
Γιατί ο μονατος ήταν μόνο για τους ξένους.
Νόστιμο είναι λοιπόν το έξης σχετικό: Ο μακαρίτης Μιχαήλ Παπανδρώνης (Μιμίσης), γνωστός για τ’ αστεία του, πήγαινε συχνά επισκέψεις σ’ όλα τα σπίτια του χωρίου, κ’ οι νοικοκυραίοι τον δεχόντουσαν με πολλήν ευχαρίστηση.
Κατά το έτος 1934, σε μια επίσκεψη του, όπου παρευρισκόμουν κ’ εγώ, στο σπίτι του Στέργιου Γιαννίτση, ο όποιος και μας προσεκάλεσε να πιούμε τον φρέσκο καφέ που η νύφη του μόλις είχε καβουρδίσει, πήραμε πρώτα το γλυκό με το τσίπουρο και μετά η οικοδέσποινα Καλλιόπη έφερε τους καφέδες.
Ο Μιχαήλ Παπανδρώνης, μόλις έβαλε στο στόμα του την πρώτη ρουφηξιά, έκανε ένα μικρό μορφασμό, αλλά για να μην αντιληφθούν τίποτε οι νοικοκυραίοι προσποιήθηκε ότι απελάμβανε τον καφέ, που δεν ήταν παρά σκέτο κριθάρι, επειδή κατά λάθος η οικοδέσποινα, αντί να πάρει από το μεγάλο κουτί με το σκέτο καφέ, πήρε απ’ το κουτί με το κριθάρι.
Όταν έπειτα από πολλά αστεία ο Μιχαήλ Παπανδρώνης σηκώθηκε να φύγει, κ’ εμείς μαζί του, οι νοικοκυραίοι μας ξεπροβόδισαν ως την εξώπορτα της πλακοστρωμένης αυλής.
Εκεί ο Μιχαήλ Παπανδρώνης πριν χαιρετίσει άρχισε να χρεμετίζει σαν άλογο και να χτυπάει το πόδι του στο πλακόστρωτο. Οι νοικοκυραίοι τα ‘χασαν:
— Τι έπαθες, κυρ Μίχο; ρώτησαν ανήσυχοι.
— Μ’ έπιασε το κριθάρι! απάντησε ο κυρ Μίχος.

 

Αναδημοσίευση από το βιβλίο του Ν. Έξαρχου «Το Ντομπρίνοβο»

Advertisements