ΗΜΕΡΕΣ ΚΑΙ ΕΡΓΑ ΤΗΣ ΑΡΚΟΥΔΑΣ (Της κοιλάδας του Αώου, του Ρασιανίτη και της Τύμφης)

Του Γιώργη Καρατζιά

Α΄ ΗΜΕΡΕΣ:
Η λέξη «Αρκούδα», για τους ανθρώπους των πόλεων, των κάμπων, ακόμα και των ανθρώπων των χωριών της Ελλάδας, πλην των χωριών του βιότοπου της Αρκούδας, είναι συνώνυμο με τη λέξη «τρόμος».
Την φαντάζονται άγρια, έτοιμη να κατασπαράξει ανθρώπους, ζώα κι όποια ζωντανή ύπαρξη συναντιέται μαζί της.
Κατά τη γνώμη μας, άδικα την κατηγορούν, κι άδικα την κακολογούν, κι ο φόβος είναι αδικαιολόγητος.
Είναι γνωστό, πως η αρκούδα είναι, κυρίως, φυτοφάγο αγριμικό και καθόλου επιθετικό.


Στην περιοχή Βάλια Κάλντα, στη Β. Α. πλευρά της Τύμφης, στην κοιλάδα του Αώου και του Ρασιανίτη, που είναι η κυρίως περιοχή που βιώνει η αρκούδα της Πίνδου, μέχρι τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, ουδέποτε έφαγε μεγάλα ζώα (άλογα, βόδια κλπ) ακόμα και μικρά ζώα (γίδια, πρόβατα). Μέχρι σήμερα ποτέ δεν επιτέθηκε σε ανθρώπους, με σκοπό να γευτεί τη σάρκα τους.
Υπάρχουν περιπτώσεις, που η αρκούδα αναγκάσθηκε κι αναγκάζεται να ‘ρθει στα χέρια με τον άνθρωπο, όχι για να τον φάει, μα να τον εξουδετερώσει σαν αντίπαλο, προστατεύοντας τη ζωή της ή τη ζωή των παιδιών της. Για όλα αυτά στην περιοχή μας έχουμε ζωντανές μαρτυρίες.
Ο παππούς μου γεννήθηκε το 1842 και πέθανε το 1927. Ο παππούς του παππού μου γεννήθηκε το 1780 και ο προπάππος του παππού μου στις αρχές του 18ου αιώνα. Έτσι έχω ζωντανή μαρτυρία, περίπου, τριών αιώνων.
Όταν, λοιπόν, ήμουν μικρός, θυμάμαι τον παππού μου να λέει περίπου τα παρακάτω: « Απ’ ότι ξέρω εγώ κι απ’ όσα έλεγε ο παππούς μου κι απ’ όσα έλεγε στον παππού μου ο προπάππος μου, ποτέ δεν ακούστηκε στην περιοχή μας η αρκούδα να φάει μεγάλο ή μικρό ζώο. Περνάει δίπλα από τα ζώα και τα κοπάδια αδιάφορη, ενώ ο λύκος είναι σωστός χασάπης. Αν πέσει σ’ αφύλακτο κοπάδι, αλλοίμονο στον κτηνοτρόφο! Τα σφάζει μέχρι τα ενενήντα εννέα, κι εγώ μικρό παιδί, τότε, τον ρωτούσα. «Τότε τι τρώει η αρκούδα και πως ζει;» « Άϊ, Γιώργη, και τι δεν τρώει!» απαντούσε και συνέχιζε: «Κεράσια, μήλα, τρυφερά βλαστάρια, αρκουδόμουρα, αγαπάει πολύ τα κράνια, τρελαίνεται για το μέλι. Τρώει στάρι χωρίς άγανο, βρύζα, ρόκες καλαμποκίσιες και τι δεν τρώει. Ακόμα και μυρμήγκια. Αυτό είναι το προσφάγι της! Πήγαινε, αν δε φοβάσαι, στο δάσος και θα δεις στα μονοπάτια που περνάει η αρκούδα, αναποδογυρισμένα πολλά κοτρόνια που συναντάει στο δρόμο της».
Εδώ μπαίνει η ερώτηση. « Τότε πώς μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο έγινε και σαρκοφάγος;»
Τον 18ο αιώνα, τον 19ο αιώνα και μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα όλη η περιοχή, όπου διαβιούσε η αρκούδα, ήταν θαυμάσια καλλιεργημένη. Οι αμπελώνες σκέπαζαν όλα τα προσήλια των χωριών. Οι καρυδιές, έξω από τα όρια των χωριών, ήταν ολοζώντανες και έδιναν πολλά καρύδια. Οι κερασιές ήταν διασκορπισμένες σ’ όλον τον καλλιεργήσιμο χώρο. Οι πρόποδες και κάτω οι πλαγιές της Τύμφης καλλιεργούνταν η βρύζα. Στα ενδότερα της περιοχής καλλιεργούνταν το σιτάρι και το καλαμπόκι. Έτσι, η αρκούδα εύρισκε άφθονη τροφή και η ζημιά που προκαλούσε στις καλλιέργειες ήταν ασήμαντη σε σχέση με το μέγεθος της παραγωγής κι έτσι, δεν εξόργιζε τους κατοίκους, και γι’ αυτό δεν την καταδίωκαν. Η καλλιεργήσιμη έκταση της περιοχής αρχίζει να συρρικνώνεται από τα πρώτα χρόνια του 20ου αιώνα.
Στους δύο προηγούμενους αιώνες οι άνδρες ξενιτεύονταν και στον εσωτερικό Ελλαδικό χώρο, καθώς και στο εξωτερικό (Βουλγαρία, Ρουμανία και Αμερική), άφηναν, όμως, τις οικογένειές τους στα χωριά τους.
Η γη συνεχίζονταν να καλλιεργείται από τα υπόλοιπα μέλη των οικογενειών τους και κυρίως από τις γυναίκες. Η πληθυσμιακή αποψίλωση της περιοχής αρχίζει από το τέλος του 19ου αιώνα, για να ολοκληρωθεί στις δύο πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα και συγκεκριμένα από το 1916 με τον αποκλεισμό της Ελλάδας, από τους Γάλλους , για ν’ αναγκάσουν τη χώρα μας να προσχωρήσει στην ΑΝΤΑΝΤ. Οι άνδρες που την εποχή αυτή εργαζόταν σε διάφορα μέρη της Ελλάδας, (Θεσσαλία, Κεντρ. Μακεδονία, Θράκη) για να σώσουν τις οικογένειές τους από την πείνα, εξαναγκάζονταν να πάρουν και τις οικογένειές τους στους τόπους που εργάζονταν. Ο καλλιεργήσιμος χώρος της περιοχής ελαττώνεται σημαντικά, για να εγκαταλειφθεί ολοκληρωτικά στη διάρκεια του εμφυλίου σπαραγμού και στη συνέχεια στις επόμενες δύο δεκαετίες.
Σήμερα σ’ ολόκληρη την περιοχή που επιζεί ακόμη η αρκούδα, έξω από τα όρια των χωριών, δεν λαλεί ούτε ένα σπυρί σιταριού, ούτε ένα οπωροφόρο δένδρο, ούτε ένα σταφύλι για δείγμα, ούτε μια καλαμποκιά. Λίγες καρυδιές που έχουν απομείνει έξω από τα όρια των χωριών της περιοχής ψυχορραγούν κι αυτές.
Η ξακουστή λοιπόν, αρκούδα της Πίνδου, μπροστά στην έλλειψη φυτικής τροφής αναγκάστηκε να καταφύγει και στη σαρκοφαγία.
Οι μεγάλες σε ηλικία και σε βάρος – μερικές υπερβαίνουν τα 400 κιλά – καταλήγουν στη σαρκοφαγία, κυρίως το Φθινόπωρο, αν στους προηγούμενους μήνες του καλοκαιριού, δεν έχουν βάλλει τ’ ανάλογο λίπος, που το χρειάζονται, για να ξεπεράσουν τη χειμερία νάρκη.
Β΄ ΕΡΓΑ ΤΗΣ ΑΡΚΟΥΔΑΣ ΤΗΣ ΚΟΙΛΑΔΑΣ ΤΟΥ ΡΑΣΙΑΝΙΤΗ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΤΟΥ ΠΑΠΙΓΚΟΥ (ΤΥΜΦΗΣ)

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ 1ο

Ο γέρο Φώτης, γέννημα και θρέμα Ντομπρινοβίτης –γεννήθηκε το 1838-1840. Ποτέ δεν ταξίδεψε και δεν έφυγε έξω από τα όρια της περιοχής. Ασχολούνταν με τη γεωργία και για πολλά χρόνια χρημάτισε τσοπάνος του χωριού, Στον ώμο του, μ’ ένα κανναβόσχοινο, κρεμότανε, πάντοτε, μια μακρύκαννη σφήκα μπροστογεμή. Μια φορά σ’ ένα μονοπάτι, που οδηγούσε στους πρόποδες του Πάπιγκου, συναντήθηκε με την αρκούδα. Στα ογδόντα πέντε τόσα χρόνια, ανήμπορος πια, ολημερίς καθότανε στο πεζούλι του οβορού του. Εμείς παιδιά μικρά τότε, κάθε τόσο τον πλησιάζαμε και τον ρωτούσαμε, παρακαλώντας τον να μας διηγηθεί την συνάντησή του με την αρκούδα. Καλόκαρδος, απλός κι απέριττος, όπως ήταν, δεν αρνιότανε στην παράκλησή μας: «Καθίστε μας έλεγε γύρω μου για να σας μολογήσω» Όλοι κατάχαμα και οκλαδόν, περιμέναμε με ανοιχτό το στόμα ν’ αρχίσει ο παππούς την αφήγησή του, κι άρχιζε: « Τι να σας μολογήσω παιδιά μου! Στο μονοπάτι της Γηστέρας, που τραβάει ίσια για το Γκαβραλούπολι ήρθα παιδιά μου, στα δυό, ας ήτανε το πολύ τρία μέτρα, φάτσα με φάτσα με μια τρανή αρκούδα. Πω! Πω! Χαλασιάμ’ ο έρμος! Λαχτάρησα! Κόντεψε να γιομίσω τη βράκα μου! Τα πόδια βάραιναν, λες και είχα καρφωθεί στο χώμα! Μα κι αυτή σταμάτησε μονομιάς και με κοιτούσε με περιέργεια. Τέλος πάντων, εδώ που τα λέμε, δεν ήξερα τι να κάνω! Για μια στιγμή σκέφτηκα να το βάλω στα πόδια μα , αν με κυνηγήσει; Να κατεβάσω το ντουφέκι να της ρίξω; Κι αν δεν την πετύχω, κι αν δεν πάρει φωτιά; Χωρίς να το καταλάβω παραμέρισα από το μονοπάτι και περίμενα τι θα κάνει!
«Τι έκανε παππού;» Τον ρωτήσαμε όλοι μαζί.
«Τι να σας πω; Ό,τι να σας πω δεν θα το πιστέψετε».
«Τι, τι, παππού;» δευτερώσαμε την ερώτηση.
«Τράβηξε ίσια το μονοπάτι, πέρασε από μπροστά μου και κάθε τόσο γύριζε το κεφάλι της και με κοίταζε σαν να μού ‘λεγε «Πρόσεξε μην ρίξεις, αλλοίμονό σου!»
Κι εγώ της είπα : «Πέρνα κυρ Μαρία, πέρνα κυρ Μαρία».
Εμείς θαυμάζαμε τον παππού που δεν πέθανε από τον φόβο του. Τον άνθρωπο η αρκούδα τον φοβάται, ξέρει τη δύναμή του, αρκεί σε τέτοιες περιπτώσεις να είσαι ψύχραιμος.
ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ 2ο

Ο συνταξιούχος, τώρα, δάσκαλος Μάντης Κουνάβος, από το Βρυσοχώρι Ζαγορίου, μου διηγήθηκε πως το 1929, Μάης μήνας, όπως ανέβαινε στον Αβάλο, κοντά στη γνωστή Γκαμήλα της Τύμφης, μαζί με τον Ηλιοχωρίτη, αγροφύλακα του Βρυσοχωρίου, τότε, Γρηγορίου, κουράστηκαν κι αποφάσισαν να καθίσουν να ξεκουραστούν. Εκεί που περιεργάζονταν και θαύμαζαν την πανώργια αλπική, μορφή του βουνού, ξαφνικά, σε μικρή απόσταση απ’ αυτούς, πρόβαλε μια πολύ μεγάλη αρκούδα. Μόλις τους είδε σταμάτησε και τους κοιτούσε, για πολύ ώρα, με μεγάλη περιέργεια. «Στην αρχή κάπως τρομάξαμε, είπε ο Μάντης και την θαυμάζαμε για το θάρρος της. Τελικά γύρισε κι έφυγε. Σε λίγο έγινε κάτι που ακόμα δεν μπορώ να το πιστέψω!»
«Τι έγινε;» τον ρώτησα.
«Η αρκούδα ξαναγύρισε και μας κοιτούσε, μας κοιτούσε…….. Εμείς, όπως ήταν φυσικό, τα χάσαμε! Ύστερα βέβαια ξαναέφυγε, μα μέχρι τώρα δεν μπορώ να εξηγήσω γιατί ξαναγύρισε και μας κοιτούσε!»
«Εγώ, συζητώντας για το επεισόδιο αυτό, με παλιούς κυνηγούς, καταλήξαμε στο παρακάτω συμπέρασμα: Η αρκούδα αυτή θα είχε μαζί της και το αρκουδάκι της. Κάπου, λοιπόν το αρκουδάκι, για μια στιγμή ξεχάστηκε στο δάσος κι έχασε τη μάννα του. Η αρκούδα την πρώτη φορά, όταν γύρισε και δεν είδε το παιδί της φοβήθηκε μην πήγε προς την κατεύθυνση που κάθονταν οι άνθρωποι. Η σκέψη της αυτή την έκανε να ξαναγυρίσει και ξανάφυγε όταν διαπίστωσε, πως το αρκουδάκι της δεν πήγε προς την κατεύθυνση εκείνη. Ίσως και να το είδε πίσω απ’ τη ράχη να ‘ρχεται».
Τα δύο αμέσως παρακάτω επεισόδια θα επιβεβαιώσουν την παραπάνω γνώμη μας.

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ 3ο

Το 1960 στην περιοχή του Ηλιοχωρίου Ζαγορίου βοσκούσε τα πρόβατά του ο κτηνοτρόφος Τάκης Χαντζιάρας. Ξαφνικά, ένα αρκουδόπουλο βγήκε από το παραπλήσιο δάσος και χώθηκε στο κοπάδι του. Έτσι, χαριτωμένο κι όμορφο, όπως το είδε, δίχως να σκεφτεί έτρεξε και το ‘πιασε. Αυτό, άπειρο όπως ήταν από τη ζωή, δεν αντιστάθηκε. Η μάννα του όμως, αντιλήφτηκε τι έγινε βγήκε τρέχοντας από το δάσος, ρίχτηκε στον Χαντζιάρα, τον άρπαξε και τον πέταξε κάτω.
Στη συνέχεια άρπαξε το αρκουδάκι της και εξαφανίσθηκε στο δάσος. Είναι γνωστό, πως η αρκούδα έχει ισχυρό αίσθημα μητρότητας. Όταν κινδυνεύει το παιδί της, δεν λογαριάζει ούτε τη ζωή της, είναι δε τόσο τρυφερή στα αρκουδάκια της που πολλές φορές τα σφίγγει τόσο δυνατά στο στήθος της που μπορεί και να τα πνίξει.

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ 4ο

Παπάς στο Ηλιοχώρι στη 10ετία του 1980, ήταν ο Παπαδημήτρης (Δ. Στάθης), από το χωριό Ηλιόκαλη Ιωαννίνων. Μια μέρα, αφού τελείωσε η εκκλησία, μ’ έναν κτηνοτρόφο ξεκινήσανε πεζοί από το χωριό να πάνε στο Σκαμνέλι για να πάρουν το λεωφορείο της περιοχής να τους πάει στα Γιάννενα. Όταν φτάσανε στο Μέγα Λάκκο – έτσι λέγεται μια τοποθεσία ανάμεσα στο Γυφτόκαμπο και Σκαμνέλι – βλέπουν, σε μια στροφή του δρόμου, μια αρκούδα μ’ ένα αρκουδάκι. Μόλις η αρκούδα τους αντιλήφθηκε, σηκώθηκε στα δυό πισινά της πόδια, μούγκρισε δυνατά και ξάπλωσε καταμεσής του δημόσιου δρόμου. Οι άνθρωποι, όπως ήταν φυσικό, τρόμαξαν και δεν ήξεραν τι να κάνουν!
«Σκεφθήκαμε, μας είπε ο Παπαδημήτρης, να γυρίσουμε πίσω και να το βάλουμε στα πόδια, μα φοβηθήκαμε μη μας κυνηγήσει!» Κοκαλώσανε κι αυτοί στο δρόμο και κοιτούσαν έντρομοι. Η αρκούδα τους κοιτούσε και τους παρακολουθούσε με απειλητικό ύφος. Ύστερα από μερικά λεπτά, σηκώθηκε πήρε το αρκουδάκι της και πήδησε κάτω από τη δημοσιά.
– «Ε! μου λέει ο Παπαδημήτρης, επιτέλους, για μια στιγμή ανασάναμε κι ετοιμαστήκαμε να συνεχίσουμε το δρόμο. Ξαφνικά, έγινε κάτι που δεν μπορούσαμε να το φανταστούμε. Η αρκούδα ανέβηκε ξανά στη δημοσιά με το αρκουδάκι της και ξάπλωσε και πάλι στο δρόμο». Τι είναι τούτο πάλι, είπαν οι άνθρωποι. Απορούσανε και δεν μπορούσανε να το εξηγήσουν! Πάνω στην αμηχανία τους, ένα δεύτερο αρκουδάκι βγήκε από το δάσος. Τότε σηκώθηκε η κυρά Μάρω της Πίνδου, πήρε τα δυό της αρκουδάκια και χάθηκε στο πυκνό ελάτινο δάσος.

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ 5ο

«Η κυρά Μάρω έχει ιδιαίτερη αδυναμία στο μέλι. Όποτε το πετύχει, όχι μονάχα το καταβροχθίζει λαίμαργα, μα γλύφει και τις πατούσες της! Μα δεν φοβάται τα μελισσοτσιμπήματα; Α, έχει την τέχνη της! Αγκαλιάζει την κυψέλη, την κατρακυλάει στον κατήφορο, το μελισσολόι τρομαγμένο, εγκαταλείπει την κυψέλη, τότε με τα δυο μπροστινά της πόδια σπάζει την κυψέλη και τρώει το θείο δώρο, το μέλι! Μια φορά, λοιπόν, στα τελευταία χρόνια, για να βρει μέλι, άφησε την κοιλάδα του Αώου και του Ρασιανίτη και ταξίδεψε στα ενδότερα του Ζαγοριού. Έφτασε στο Μιτσικέλι και μπήκε στο χωριό Ελάτη. Εκεί ανακάλυψε τα μελίσσια του αείμνηστου, τώρα, του μπάρμπα Χρυσόστομου του Γεωργιάδη. Γλυκάθηκε την πρώτη φορά, δευτέρωσε με επιτυχία την επίσκεψη.
Έτσι, από συνήθεια πια, άρχισε να τρυγάει μια-μια τις κυψέλες του Μπάρμπα Χρυσόστομου.
Τι να κάνει ο φουκαράς; Ανάστατος, πήγε στα Γιάννενα για να διαμαρτυρηθεί στο Νομάρχη.
– Ξέρεις κυρ Νομάρχη τι παθαίνω;
– Τι έπαθες Μπάρμπα Χρυσόστομε, για πες μου;
– Τι να σου πω κυρ-Νομάρχη! Η αρκούδα κάθε τόσο μου τρυγάει τα μελίσσια.
– Τι θέλεις να σου κάνω εγώ; Απάντησε με απορία ο Νομάρχης.
– Ξέρω ‘γω; ξαναπάντησε αμήχανα ο μπάρμπα Χρυσόστομος.
– Καταλαβαίνω τον πόνο σου, μα με τι τρόπο μπορώ να πείσω την αρκούδα να μην τρώει τα μελίσσια σου;
Το επεισόδιο αυτό, άθελα μου θύμισε ένα Βιετναμέζικο παραμύθι, όπου μια χήρα με κλάματα πήγε στον Κατή της περιοχής και τον παρακαλούσε να πιάσει την τίγρη, που κατασπάραξε το μονάκριβο γιό της, να την φέρει στο δικαστήριο, για να την τιμωρήσει. Κι ο Κατής, έκπληκτος από την πρόταση της χήρας, της απάντησε:
«Σε λυπάμαι και νιώθω το μητρικό σου πόνο, η τίγρη όμως, δεν ανήκει στην δικαιοδοσία μου. Πώς να τη φέρω στο δικαστήριο;»
Τότε, ένα νέος τολμηρός, πετάχτηκε και είπε. «Εγώ θα τη φέρω». Ο Βιετναμέζος «Ηρακλής», τάχατες, την έφερε και δήθεν, την τιμωρήσανε!
Βέβαια, αυτό ανήκει στον κύκλο των παραμυθιών.
Ο μπάρμπα Χρυσόστομος δεν είχε καταλάβει πως στην σύγχρονη εποχή δεν υπάρχουν «Ηρακλήδες» κι ότι χρειάζονται μέτρα προφύλαξης.

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ 6ο

Η αρκούδα της Πουλιάνας στο σπίτι μου! Το 1987 στο Ηλιοχώρι Ζαγορίου και στα γύρω χωριά της περιοχής, δεν υπήρχε ούτ’ ένα σταφύλι, για δείγμα! Εξαίρεση αποτέλεσε το δικό μου μικρό αμπέλι, που έχω στον γύρω χώρο του σπιτιού μου.
Η κυρά Μάρω, λοιπόν της Πουλιάνας – έτσι ονομάζει την αρκούδα της κοιλάδας του Ρασιανίτη, ο πεζογράφος Δ. Χατζής, στο 12ο διήγημά του με τον τίτλο «Η τελευταία αρκούδα της Πίνδου» – αφού μάταια, έψαξε να βρει στα όριά του χωριού κάποιο σταφύλι, για να γλυκάνει το στόμα της, αποφάσισε, με κίνδυνο της ζωής, να πηδήσει το περιτοίχισμα της περιοχής του σπιτιού μου, να μπει στ’ αμπέλι – τις μέρες εκείνες λείπαμε από το χωριό – και σαν καλή νοικοκυρά τρύγησε όλο τ’ αμπέλι και, μάλιστα, με μεγάλη επιμέλεια! Δεν άφησε ούτε μια ρόγα, για δείγμα! Κι όμως άφησε όλα τα τσάμπουρα να κρέμονται παραπονεμένα στις κληματόβεργες! Και στο έδαφος ούτε μια ρόγα! Τέτοιον παστρικό τρυγητή δεν έχουν δει τα μάτια μου, σ’ όλο το μάκρος της ζωής μου. Και για να μην υποψιαστούμε κάποιον συγχωριανό, μήπως τρύγησε τ’ αμπέλι, μας άφησε το «σήμα κατατεθέν». Δυο αρκουδοβουνιές, γιομάτες σταφυλόσπορους και κρανοκουκούτσια! Ύστερα από το γύρισμά μας στο χωριό, μας επισκέφθηκε και πάλι. Τούτη τη φορά, θαρρεμένη από την πρώτη επίσκεψη, σουλατσάρισε στην αυλή μας. Ναι, στην αυλή μας! Εκεί είχαμε μια βραγιά ντοματιές και στην άκρη της βραγιάς, που άρχιζε από το σκαλοπάτι του σπιτικού μας, είχαμε ένα σωρό από κοπριά. Πάνω στο σωρό της κοπριάς άφησε τα ίχνη της, από τις δύο μπροστινές πατούσες. Η κυρά Μάρω, ξέρει καλά πότε ο άνθρωπος βρίσκεται στο βαθύ ύπνο του. Άλλωστε πώς να την ακούσεις; Αυτή περπατάει ξυπόλητη! Οι χωριανοί, άλλο που δεν ήθελαν : «Μπα, έλεγαν, η αρκούδα ήρθε στην αυλή σου κι εσύ όντας κυνηγός δεν την πήρες είδηση». Κι εγώ τους απάντησα: «Ήρθε την πρώτη φορά να συναντήσει τον Σκουρογιάννη κι επειδή δεν τον βρήκε ήρθε και τη δεύτερη φορά και, μάλιστα, φιλιώσαμε….».

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ 7ο

Ο Κώστας Αποστόλου, από τα χωριά της Πάργας, αφού δούλεψε μερικά χρόνια σκληρά στη Δυτ. Γερμανία και κατόρθωσε να συμμαζέψει κάμποσες χιλιάδες μάρκα, γυρίζοντας στην πατρίδα του αποφάσισε να δημιουργήσει μια κτηνοτροφική μονάδα. Έτσι αγόρασε καμιά πενηνταριά αγελάδες και μοσχάρια και το καλοκαίρι του 1987 νοίκιασε την κοιλάδα του Ρασιανίτη.
Η κοιλάδα είχε άφθονη τροφή και γάργαρο νερό από τα ποτάμια Ρασιανίτη και Ρίουρ-Ράτσε (Κρυοπόταμο στα Ελληνικά) Η περιοχή, όμως, είναι και αρκουδότοπος. Αυτό το κάναμε γνωστό στον Αποστόλου και τον συμβουλέψαμε, την νύχτα να συμμαζεύει το βιό του στο μαντρί και ο ίδιος, δίπλα στο μαντρί, να φκιάσει ένα πρόχειρο καλυβάκι και θα πρέπει να διανυκτερεύει, για να προφυλάξει το βιός του, από τυχόν επίθεση της αρκούδας.
Αυτός, όπως απεδείχθη αργότερα, κατατρόμαξε, άφησε αφύλαχτα τα ζώα του και η αρκούδα αφού βεβαιώθηκε για την απουσία του ανθρώπου, μια νύχτα σκοτεινή το κακό έγινε. Σ’ ένα ρέμα ανασκέλωσε την πρώτη αγελάδα και την κατασπάραξε.
Ο Κώστας, κι ύστερα από τη συμφορά αυτή, εξακολουθούσε τη νύχτα να κοιμάται στο χωριό με τη γυναικούλα του.
Ήταν πια ολοφάνερο σ’ όλους μας, ότι φοβότανε τρομερά την αρκούδα. Τον προειδοποίησα και του είπα: «Άκου, Κώστα! Η αρκούδα ύστερα από μερικές μέρες θα σου φάει κι άλλη αγελάδα, πάρε τα μέτρα σου! Πήγαινε να κοιμάσαι τη νύχτα μαζί με τα ζώα σου, άναψε και μια μεγάλη φωτιά και μη φοβάσαι την αρκούδα. Η αρκούδα όταν βλέπει φωτιά δεν πλησιάζει και ξέρετο, πως η αρκούδα τον άνθρωπο τον φοβάται και ποτέ εδώ στην περιοχή δεν έχει επιτεθεί σε άνθρωπο.
Μπα! Ο Κώστας, πάλι τη νύχτα στο χωριό! Η κυρά Μάρω, έξυπνη όπως είναι, κατάλαβε πως ο κύρης των ζώων αυτών είναι δειλός.
Ύστερα από λίγες μέρες κατασπάραξε και δεύτερη αγελάδα. Ο Κώστας κοιμάται και πάλι στο χωριό! Η κυρά Μάρω έγινε πια «ιδιοχτήτης» των άμοιρων μοσχαριών κι όποτε πεινούσε εύρισκε εύκολα τη λεία της. Πέρασαν μερικές μέρες από το δεύτερο σάλτο της και πάλι τρίτωσε το σάλτο της! Αυτή τη φορά ανασκέλωσε μια αγελάδα κι ένα μοσχαράκι.
Οι αγελάδες τρομαγμένες κι απροστάτευτες διασκορπίστηκαν σ’ όλη την περιοχή.
Ύστερα από κόπο και με τη βοήθεια της γυναίκας, που φαινότανε να φοβάται την αρκούδα λιγότερο από τον άντρα της, συμμαζέψανε το υπόλοιπο βιός τους κι όπου φύγει-φύγει.
Σ’ όλους μας έγινε φανερό, πως ο Κώστας δεν είχε ποτέ μαθητέψει στη σχολή των «τζομπαναρέων». Χρειάζεται, λοιπόν, προπαίδευση, για να γίνει κανένας κτηνοτρόφος.

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ 8ο

Πέρυσι το Φθινόπωρο, μια μεγαλόσωμη αρκούδα, αποφάσισε να επισκεφθεί τη Λάϊστα. Φαίνεται πως καταλάβαινε τον κίνδυνο του τολμήματός της, γι’ αυτό διάλεξε μια νύχτα όχι μονάχα κατασκότεινη και βροχερή, μα και με μια ανεμοθύελλα που νόμιζες πως έφτασε η συντέλεια του κόσμου. Αθόρυβα και προσεχτικά έφτασε στα ακραία σπίτια του χωριού. Εκεί αντιλήφτηκε να κοιμάται στον αυλόγυρο κάποιου σπιτιού μια αγελάδα! Η αγελάδα έτυχε να είναι του παπά της Λάϊστας, του Παπαθόδωρου. Δεν της έφτανε που πήγε στο μεγαλοχώρι, θέλησε να επισκεφθεί και το σπίτι του παπά!
Η αγελάδα αντιλήφτηκε την αρκούδα και με τα μουγκρητά της ξεσήκωσε όλη τη γειτονιά. Έντρομος, ο Παπαθόδωρος έτρεξε να δει τι έπαθε η γελάδα του! Η αρκούδα μόλις τον αντιλήφτηκε άρχισε να τον φοβερίζει και να μουγκρίζει μ’ όλη την αρκουδίσια δύναμή της. Τα ‘χασε ο άνθρωπος κι έτρεξε στη γειτονιά, ζητώντας βοήθεια. Κάποιος άρπαξε το δίκαννο και τουφέκισε, για να φοβηθεί η αρκούδα να φύγει. Μα που, η κυρά Μάρω! Άρχισε να φοβερίζει και το μούγκρισμά της έγινε δυνατότερο! Οι άνθρωποι τρόμαξαν και το ‘βαλαν στα πόδια. Η αρκούδα έκανε το τελευταίο « salto mortale» και κατάφερε να αρπάξει ένα μεγάλο κομμάτι κρέας από την άμοιρη αγελάδα και χάνεται στο πυκνό σκοτάδι της νύχτας. Η αγελάδα καταπληγωμένη δεν μπόρεσε να επιζήσει. Δεν αποκλείεται να ήταν η ίδια αρκούδα, που το 1987 στην κοιλάδα του Ρασιανίτη λιάνισε τις αγελάδες του Κώστα Αποστόλου.

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ 9ο

Είναι γνωστό σ’ όλη την περιοχή πως η αρκούδα αγαπάει τα κεράσια και τα κράνα.
Σε μια συνεστίαση του Ζαγορίσιου Συλλόγου, στην Αθήνα, ένας Σκαμνελιώτης – δυστυχώς δεν θυμάμαι τ’ όνομά του – μου διηγήθηκε το παρακάτω επεισόδιο.
Κάτω από το χωριό είχε έναν κήπο και στα άκρα του κήπου του μερικές κερασιές. Μια μέρα, στο γλυκοχάραμα, πήγε να δει τον κήπο. Μόλις έφτασε στον κήπο είδε μια κερασιά να έχει σπασμένα τα κλωνάρια της. «Μπα, ποιος ανέβηκε στην κερασιά, είπε, δεν του έφτανε να φάει τα κεράσια, έπρεπε να τη μακελέψει;» Γυρίζοντας το κεφάλι του προς τη δεύτερη κερασιά, τι να δει! Μια μεγαλόσωμη αρκούδα καθισμένη στα πισινά της πόδια, σε μια διχάλα της κερασιάς, να τρώει λαίμαργα χούφτες-χούφτες τα κεράσια. « Κι εγώ, αν και φοβήθηκα, Ου, Ου, φώναξα! Τι λες που έκανε η αρκούδα! Αντί να κατέβει από τον κορμό της κερασιάς, όπως ανέβηκε, μ’ ένα αστραπιαίο πήδημα βρέθηκε στο χώμα όρθια στα τέσσερα πόδια της και δρόμο…»

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ 10ο

Στη 10ετία του 1930, ο Θανάσης Κοντογιάννης μου είπε, πως πηγαίνοντας στο χωριό του, πρωί-πρωί, είδε μια αρκούδα πάνω σε μια κρανιά, να τινάζει την κρανιά με τα δυό της μπροστινά πόδια και να πέφτουν βροχή τα κράνα. Μόλις αντιλήφτηκε, μ’ ένα σάλτο βρέθηκε στο έδαφος και το ‘βαλε στα πόδια τρομαγμένη. Μικροεπεισόδια και συναντήσεις της αρκούδας με τους ανθρώπους της περιοχής υπάρχουν πολλά. Λόγου χάριν, η Λαϊστινή Μαρίκα Τζιαμπούρα-Μπαλάφα ένα πρωί πηγαίνοντας στον κήπο της είδε να κουνιούνται οι φασουλόβεργες. Ανύποπτη η Μαρίκα φώναξε: «Ε, ποιος είναι ‘κει». Η απάντησή της ήταν ένα μούγκρισμα, δυνατό αρκουδίσιο. Και το τι έγινε είναι εύκολο να το μαντέψει κανείς. Το ‘βαλαν στα πόδια και οι δυό. Ο ένας προς τη Δύση κι ο άλλος προς την Ανατολή. Εδώ επαλήθευσε η παροιμία «φοβάται ο Γιάννης το θεριό και το θεριό το Γιάννη».
Κι ένα τελευταίο πρόσφατο, σημερινό επεισόδιο. Στο πρώτο 10ήμερο του Ιούλη 1990 η κυρά Μάρω της Πουλιάνας, επέδραμε στα κράσπεδα του χωριού μας και δεν άφησε άθιχτη καμιά κερασιά! Δεν έφαγε μονάχα τα κεράσια, έκανε θρύψαλα όλα τα κλωνάρια τους, τις απογύμνωσε από κάτω μέχρι τις ψηλές κορυφές τους.

Γ΄ Η ΑΡΚΟΥΔΑ ΚΑΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ

Γύρω από τον άνθρωπο και την αρκούδα υπάρχουν πολλοί θρύλοι, μύθοι, παραμύθια, όπως: «Οι δυο φίλοι και η αρκούδα» «Ο γεωργός και η αρκούδα», «Ο ξυλοκόπος και η αρκούδα», «Η αρκούδα με το αγκάθι στην πατούσα της» και πολλά άλλα.
Σ’ όλη αυτή την πλούσια φιλολογία, παρουσιάζεται η αρκούδα να επιθυμεί να συνδιαλέγεται με τον άνθρωπο. Επιθυμεί να βοηθήσει τον άνθρωπο στον καθημερινό του μόχθο και η ίδια να βοηθείται από τον άνθρωπο, όταν πάσχει. Γενικά η αρκούδα σε όλους τους μύθους και τα παραμύθια, παρουσιάζεται σαν ένα καλό και άκακο αγριμικό του δάσους, ενώ ο λύκος παρουσιάζεται σαν άγριο, αιμοβόρο, άπληστο, αχόρταγο, κακό αγριμικό.
Στην περιοχή μας υπάρχει κάποιος και συγκεκριμένα ο Τένης Νότης από το Βρυσοχώρι, που λέει, πως κάποια αρκούδα του ζήτησε την βοήθειά του. Λέει πως «τάχατες» στο δάσος άκουσε κάποια κλαψιάρικη φωνή κι όταν πήγε να δει τι συμβαίνει συνάντησε μία αρκούδα μ’ ένα αγκάθι στο πόδι. Η αρκούδα μόλις τον είδε, με ύφος παρακλητικό, του έδειξε τ’ αγκάθι στην πατούσα της κι ότι τόλμησε να την πλησιάσει και να την απαλλάξει από το κακό που την είχε βρει και συμπληρώνει το παραμύθι με ένα καινούργιο «στοιχείο». «Η αρκούδα, λέει, για το καλό που της έκανε, έφυγε, πήγε στο δάσος κ’ ύστερα από λίγο γύρισε και του έφερε μια χούφτα φράουλες». Δεν έχει σημασία αν έγινε αυτό ή όχι, πάντως εκφράζει την άποψη, ότι η αρκούδα έχει ανθρωπιστικά αισθήματα και σε δύσκολες στιγμές ζητάει την βοήθειά μας.
Πέρυσι στην Αθήνα και σε άλλες πόλεις της Ελλάδας παίχτηκε ένα έργο με τον τίτλο «Η ΑΡΚΟΥΔΑ». Το κινηματογραφικό αυτό έργο έδειξε με μεγάλη επιτυχία και δεξιοτεχνία την αγριότητα του ανθρώπου και την ανθρωπιά της αρκούδας. Επίσης δεν είναι τυχαίο πως η Ολυμπιάδα της Μόσχας είχε για έμβλημά της την «Μίσκα» δηλ. την «Αρκουδίτσα» στα Ελληνικά. Όποιος είδε το κλείσιμο της Ολυμπιάδας ήταν αδύνατο να μη συγκινήθηκε όταν η «Μίσκα» εγκατέλειπε το στάδιο με τους ανθρώπους κι ανέβαινε στον ουρανό και τα δάκρυά της να πέφτουν βροχή στα μαγουλά της!
Βέβαια υπάρχουν κι’ επεισόδια, που η αρκούδα αναγκάσθηκε ή αναγκάζεται να δείξει την μυϊκή της δύναμη στον άνθρωπο.
Να μερικά που έχω υπόψη μου:
Ένας φίλος μου Ουζμπέκος, όταν κυνηγούσε στα υψίπεδα του Παμίρ, μου διηγήθηκε πως στα παλιά τα χρόνια ένας συγχωριανός του, όταν ανέβαινε στο Παμίρ κι’ είδε σ’ ένα γκρεμό μια μεγάλη σπηλιά θέλησε να ανέβει να την περιεργαστεί! Κατά κακή του τύχη στη σπηλιά αναπαυόταν μια αρκούδα! Μόλις, λοιπόν, έφτασε στο στόμιο της σπηλιάς, η αρκούδα, όπως ήταν φυσικό, όρμησε, τον άρπαξε και τον πέταξε στο γκρεμό, με αποτέλεσμα να σκοτωθεί. Επίσης στη Ρούσικη φιλολογία, γύρω από την αρκούδα, υπάρχει ένα παρόμοιο επεισόδιο ανάμεσα στην αρκούδα και τον μεγάλο διανοητή και απαράμιλλο διηγηματογράφο, λογοτέχνη και συγγραφέα Λέων Τολστόι.
Μια μέρα ο Λέων Τολστόι πήγε για κυνήγι μ’ ένα φίλο του.
Τυχαία σε ένα μονοπάτι βρέθηκε τετ-α-τετ με την αρκούδα. Η αρκούδα για να αμυνθεί, σηκώθηκε στα δύο πισινά της πόδια κι’ επιχείρησε να τον εξουδετερώσει. Ο Τολστόι είχε την ετοιμότητα να βγάλει από το κεφάλι του το γούνινο σκούφο, να τον τυλίξει στο δεξιό του χέρι και σε σχήμα γροθιάς να τον χώσει στο ανοιχτό στόμα της αρκούδας.
Η αρκούδα ξαφνιάστηκε κι’ ακινητοποιήθηκε, ώσπου κατέφθασε ο φίλος του και την σκότωσε.
Παρ όλα αυτά, η θέση μου, πως η αρκούδα ουδέποτε επιτέθηκε στον άνθρωπο, με αποκλειστικό σκοπό να γευτεί ανθρώπινη σάρκα, ιστορικά παραμένει αναμφισβήτητη, ενώ ο άνθρωπος σε δύσκολες στιγμές της ζωής του, υποχρεώθηκε να γευτεί ανθρώπινο κρέας. Ο κανιβαλισμός ιστορικά είναι αποδειγμένος.
Η αρκούδα, αν ο άνθρωπος της φερνόταν ανθρωπινά θα μπορούσε, κατά κάποιον ιδιότυπο τρόπο, να συναναστρεφόταν μαζί του. Θυμηθείτε την αρκούδα του τσιγγάνου και του τσίρκου.
Δεν είναι τυχαίο, που ο αξέχαστος και εξαίρετος πεζογράφος Δ. Χατζής στο 12ο διήγημα του στο βιβλίο του «Το διπλό βιβλίο» με τον τίτλο «Η τελευταία αρκούδα της Πίνδου», παρουσιάζει τον κεντρικό ήρωα του διηγήματος του, τον Σκουρογιάννη, να συμφιλιώνεται μα την αρκούδα της Πουλιάνας και να βρει κοινή γλώσσα, ενώ με τους Ντομπρινοβίτες – δηλαδή με τους ανθρώπους — να μη μπορεί να συνεννοηθεί! Αυτό ισχύει και για όλα τα’ αγριμικά του δάσους.
Ο Όμηρος στην Οδύσσεια αναφέρει, πως, ο Οδυσσέας βρέθηκε με τους συντρόφους του στο νησί του κύκλωπα Πολύφημου τ’ αγριόγιδα που έβλεπαν για πρώτη φορά ανθρώπους, ήταν ήμερα.
Κι’ εγώ προσθέτω, πως σε ένα κυνήγι μου στην Κεντρική Ασία είδα στο σπίτι ενός κυνηγού της περιοχής ένα αγριόγιδο ήμερο – καταήμερο μ’ ένα κουδουνάκι στο λαιμό, ενώ εδώ στην περιοχή της Τύμφης όλοι λένε πως το αγριόγιδο δεν ημερώνει.
Επίσης ένας Σιβηριανός θηροφύλακας, κατόρθωσε, όχι απλώς να ημερώσει έναν αγριόγατο, μα να τον κάνει και πιστό σύντροφο στην καταδίωξη της λαθροθηρίας.

Δ΄ ΠΡΕΠΕΙ, ΛΟΙΠΟΝ Η ΑΡΚΟΥΔΑ ΤΗΣ ΠΙΝΔΟΥ ΝΑ ΕΠΙΖΗΣΕΙ;

Κατά την γνώμη μου ΝΑΙ! Κι όχι, μονάχα, να επιζήσει, μα να ζει, να βασιλεύει στον ορεινό όγκο της Πίνδου, μέχρι την συντέλεια του κόσμου.
Η Πίνδος και ιδιαίτερα η περιοχή μας, δίχως την Κυρά – Μάρω θα χάσει την ιδιαιτερότητα της. Ακόμα και ο φόβος που προκαλεί σε μερικούς, σε τυχόν συνάντηση τους με την αρκούδα έχει τη χάρη της προσμονής και της λαχτάρας. Η ζωή αποχτάει νόημα όταν ξεφεύγει από τα συνηθισμένα ανθρώπινα πλαίσια. Η ζωή τι νόημα έχει όταν είναι ένας μονόδρομος ευθύς, άχρωμος, δίχως λαχτάρες, θύελλες, δίχως περιπέτειες και φουρτούνες. Η απόλυτη γαλήνη, κατά την γνώμη μου, είναι η ταφόπετρα της ζωής.
Αν τα δάση της Πίνδου χάσουν την αρκούδα, το ζαρκάδι, το αγριόγιδο, την πέρδικα, το λαγό και τα άλλα αγριμικά, γίνονται άλαλα, σιωπηλά, δίχως καμιά εσωτερική ζωή.
Μπορείτε να φανταστείτε τον άνθρωπο πάνω στη γη, δίχως τα ζώα, τα πτηνά τα ερπετά, τα έντομα κ.τ.λ. μονός του, καταμόνος του; Στην περίπτωση αυτή τι χάρη θα είχε n ζωή του;

Ε΄ ΜΕΤΡΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΡΚΟΥΔΑΣ ΚΑΙ ΓΕΝΙΚΑ ΤΗΣ ΠΑΝΙΔΑΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΜΑΣ

Η περιοχή μας που είναι πλούσια σε χλωρίδα κατορθώνει, ακόμα, να διατηρεί, στο σύνολό της, την παλιά της μορφολογία, καθώς και την αρχική της υδρογραφία. Δεν πρέπει όμως να επιτραπεί στην ΜΠΟΥΛΤΟΖΑ να παραμορφώσει και ν’ αλλοιώσει τη φυσιογνωμία της.
Δυστυχώς, στα τελευταία 15 χρόνια, οι πολλοί άσκοποι δασικοί δρόμοι έχουν αλλοιώσει και εξακολουθούν να αλλοιώνουν, συνεχώς, την μορφολογία της, με αποτέλεσμα να υποχρεώνουν την αρκούδα κι’ όλα σχεδόν τα ζώα του δάσους, ν’ αλλάζουν τον βιότοπό τους, με αποτέλεσμα να πέσουν ευκολότερα θύματα του κάθε κυνηγού, ακόμα και του κάθε περαστικού.
Τα έργα της ΔΕΗ, που γίνονται στην Βάλια – Κάλντα, αν συνεχιστούν θα χαθεί ένα μεγάλο μέρος της χλωρίδας και η αρκούδα θα χάσει ένα από το βασικό της βιότοπο και οι επιπτώσεις για την πανίδα της περιοχής θα είναι τραγικές. Ήδη ο λαγός βρίσκεται στο ψυχορράγημά του, η πέρδικα θα εξαφανιστεί, ο αετός χάθηκε και ο πτερωτός κόσμος ελαττώνεται συνεχώς. Πέρυσι στην περιοχή μας επιζούσε, ακόμα, ένα ταιριαστό ζευγάρι από το γένος των κοράκων. Φέτος κάνει την εμφάνιση του ένας μοναχικός κόρακας, που με τα λυπητερά του Κρά… Κρά…, αναζητεί, μάταια, το σύντροφο της ζωής του. Τα φτερωτά αυτά, που καθαρίζουν τον τόπο από κάθε ψόφιο ζώο, δίχως τον σύντροφο της ζωής τους πεθαίνουν από μαρασμό.
Έχουν πια περάσει πολλές δεκαετίες από τότε που εμφανίστηκε ο νόμος, που απαγορεύει το κυνήγι και τον σκοτωμό της αρκούδας.
Ο παλιός νόμος δεν πρόβλεπε να αποζημιώνει τον κτηνοτρόφο ή τον κάτοικο του χωριού, που η αρκούδα του ‘φαγε κάποιο ζωντανό, γιατί την εποχή εκείνη η αρκούδα ήταν μονάχα φυτοφάγο και κυρίως φρουτοφάγο ζώο. Όταν, από έλλειψη φυτικής τροφής, κατέφυγε και στην σαρκοφαγία, ο νόμος συμπληρώθηκε με μια παράγραφο, που αποζημιώνει τον κτηνοτρόφο, με τα 75% της αξίας του ζώου που έγινε βορά της αρκούδας και μάλιστα με μια διαδικασία γραφειοκρατική και χρονοβόρα.
Κατά τη γνώμη μου, για να προστατευτεί η αρκούδα από την εκδίκηση του ανθρώπου, που χάνει το βιός του μπροστά στα μάτια του. χρειάζονται:

Πρώτον: Ν’ αναθεωρηθεί ο τωρινός νόμος, με την προσθήκη, ότι θα δοθεί στον κτηνοτρόφο, αμέσως, ολόκληρο το ποσό της αξίας του ζώου που έχασε, χωρίς άλλη προϋπόθεση—να το αντικαταστήσει ή όχι—. Η ζημιά που κάνει η αρκούδα στη διάρκεια του καλοκαιριού στην Πίνδο, δεν υπερβαίνει το ένα με δύο εκατομμύρια. Τί χρειάζονται, λοιπόν, όλες οι άλλες διαδικασίες, που στην ουσία εκθέτουν σε κίνδυνο τη ζωή της αρκούδας, από την εκδικητική μανία των κτηνοτρόφων, ακόμα, και των χωρικών της περιοχής; Το κράτος εδώ γίνεται «φθηνό στ’ αλεύρι κι’ ακριβό στα πίτουρα», όπως λέει ο κόσμος.

Δεύτερο: Το ομαδικό κυνήγι του αγριόχοιρου να οργανώνεται από τα Δασαρχεία της Πίνδου και να ελέγχεται, αυτοπροσώπως, από τον θηροφύλακα της κάθε περιοχής. Έτσι προστατεύεται η αρκούδα, καθώς και το ζαρκάδι, από την απληστία κάποιου κυνηγού, που δεν διστάζει να τουφεκάει κάθε θήραμα που πέφτει στο καρτέρι του.

Τρίτο: Στις εισόδους του χώρου που βιώνει η αρκούδα, το αγριογούρουνο, το ζαρκάδι και το αγριοκάτσικο να υπάρχουν μόνιμα φυλάκια, όπου κάθε κυνηγός, που εισέρχεται στις περιοχές αυτές για να κυνηγήσει, ν’ αφήνει την ταυτότητά του και στην επιστροφή του να ελέγχεται το θήραμα που τυχόν σκότωσε και ταυτόχρονα να πάρει πίσω την ταυτότητά του. Με τον τρόπο αυτό ο κυνηγός, ο κάθε κυνηγός, θα σκεφτεί πολύ να τουφεκίσει την αρκούδα ή το ζαρκάδι που ξεσήκωσαν από τα γιατάκια τους τα γουρουνόσκυλα και η παγάνα.

Τέταρτο: Το κυνήγι για όλα τα θηράματα ν’ αρχίζει πρώτη του Οκτώβρη και να τελειώνει, οριστικά στο τέλος του Γενά¬ρη, για όλα τα θηράματα.
Ο Φλεβάρης είναι ο κατ’ εξοχήν μήνας της κύησης όλων των ζώων του δάσους. Η παράταση κυνηγίου μέχρι 10 του Μάρτη της αλεπούς, του κουναβιού και λοιπών σαρκοφάγων ζώων του δάσους, για μένα σημαίνει επίσημη λαθροθηρία.
Ποιος κυνηγός, σήμερα, πηγαίνει κυνήγι ειδικά για αλεπού; Στα προπολεμικά χρόνια, όταν βασίλευε η επικατάρατη φτώχια και το δέρμα της αλεπούς και του κουναβιού είχανε μεγάλη αξία, ασφαλώς, αποτελούσε κίνητρο.
Ο φτωχός κυνηγός με τα λεφτά αυτά τάιζε την πεινασμένη οικογένειά του. Σήμερα όποιος κυνηγός, μετά τη λήξη της αδείας κυνηγιού του λαγού και του αγριόχοιρου, πηγαίνει στο κυνήγι, δήθεν για αλεπού, κουνάβι, λέει ψέματα κι’ είναι ένας συνειδητός λαθροθήρας. Αν, λοιπόν, το κράτος θέλει να προστατέψει την αρκούδα, το ζαρκάδι, ακόμα και το αγριογούρουνο κι’ ολόκληρη την πανίδα, πρέπει να τελειώνει η κυνηγετική περίοδος στο τέλος του Γενάρη. Μονάχα έτσι το κυνήγι πολλαπλασιάζεται και επαρκεί για τις μελλοντικές γενιές. Αλλιώς, ύστερα από κάμποσα χρόνια, δεν θα υπάρχει ούτε «ουρίτσα».

Πέμπτο: Στο τέλος της κάθε κυνηγετικής περιόδου τα όπλα των κυνηγών να σφραγίζονται —έτσι περιορίζεται η λαθροθηρία.

Έκτο: Οι νέοι που ζητούν άδεια κυνηγίου, για πρώτη φορά, να περάσουν από ειδικό εκπαιδευτικό τεστ, όπου θα πρέπει να γνωρίζουν τα ζώα του δάσους, ν’ αγαπήσουν το δάσος και την πανίδα του και να γίνουν οι προστάτες τους και να πιστέψουν ότι το κυνήγι είναι ευγενικό άθλημα και όχι άθλια εκτόνωση, από τον καθημερινό μόχθο, σκοτώνοντας κάθε ζωντανή ύπαρξη που συναντάνε μπροστά τους.

Έβδομο: Κάθε κυνηγός που παραβιάζει τους νόμους και τους κανόνες του κυνηγίου να τιμωρείται αυστηρά και σε ακραίες περιπτώσεις να αφαιρείται για πάντα η άδεια κυνηγίου. Ξέρετε, τώρα τελευταία, τί νόμο ψήφισε η Κίνα για να σώσει από την εξαφάνισή της την περίφημη, πανέμορφη αρκουδίτσα «Πάντα» των Ιμαλαΐων; Ακούστε: «Όποιος σκοτώνει την αρκούδα των Ιμαλαΐων, καταδικάζεται σε θάνατο».
Δεν συμμερίζομαι, βέβαια, την ακραία και μέχρι σ’ ένα σημείο απάνθρωπη απόφαση, που θυμίζει το νόμο του Δράκοντα που καταδίκαζε σε θάνατο, ακόμα, κι’ αυτούς που έκλεβαν «οπώρας».

Όγδοο: Αν ήταν δυνατόν να καταργηθούν οι καραμπίνες και να επιτρέπονται το μονόκαννο και το δίκαννο. — Ποιος κυνηγός χτυπάει το θήραμα και μένει στον τόπο, με την τρίτη τουφεκιά; Όσους ρώτησα μου απάντησαν αρνητικά. Τί γίνεται όμως: Πολλά τραυματίζονται και χάνονται. Κάποτε έγινε λόγος για τρίσφαιρη καραμπίνα. Ας γίνει, τουλάχιστον, αυτό!
Ίσως τα λόγια αυτά, ν’ ακούγονται στ’ αυτιά πολλών κυνηγών, να έρχονται απ’ άλλον πλανήτη!
Εγώ 0α σας αποδείξω πως σε πολλές χώρες του πλανήτη μας υπάρχουν νόμοι, που προστατεύουν τα ζώα του δάσους πολύ καλύτεροι απ’ αυτούς που προτείνω εγώ.
Θα αναφέρω πως κυνηγάνε τα αγριογούρουνα στη Σοβιετική Ένωση. Ακούστε λοιπόν:
Μία ομάδα κυνηγών — όχι περισσότεροι από πέντε άτομα — παρουσιάζεται στον Κυνηγετικό Σύλλογο της περιοχής και ζητάει ειδική άδεια για να σκοτώσει ένα και μόνο αγριογούρουνο. Ο Σύλλογος θα τους δώσει έγκριση, στην οποία θα αναφέρεται η τοποθεσία, το όνομα του θηροφύλακα της τοποθεσίας στον οποίον θα παραδώσουν την άδεια και το δικαίωμα να σκοτώσουν ένα αγριογούρουνο στη διάρκεια 15 ημερών.
Αν στις 15 μέρες, που έχουν το δικαίωμα να παραμείνουν
στην καθορισμένη τοποθεσία, δεν κατορθώσουν να σκοτώσουν το αγριογούρουνο επιστρέφουν την άδεια θηροφύλακα και γυρίζουν με
το κεφάλι βέβαια κατεβασμένο στο σπιτάκι τους. Ας τολμήσουν, αν θέλουν, να σκοτώσουν κάποιο ζαρκάδι της περιοχής!

Θέλετε να μάθετε πως γίνεται το κυνήγι στην Τσεχοσλοβακία: Ακούστε! Όλοι οι κυνηγοί — μηδενός εξαιρουμένου— έχουν τα κυνηγετικά τους όπλα στον Κυνηγετικό Σύλλογο της περιοχής. Το κυνήγι και του λαγού και του ζαρκαδιού, και του αγριόχοιρου, οργανώνεται σε τακτές μέρες» από τους κατά τόπους κυνηγετικούς συλλόγους.
Λόγου χάριν, πάνε για ζαρκάδια —υπάρχουν δεκάδες ζαρκάδια— λένε, στους κυνηγούς: «θα σκοτώσετε μονάχα αρσενικά!» Όταν πάνε για λαγούς φορτώνουν κάρα. Κι’ όμως, όλο το σκοτωμένο θήραμα δεν ανήκει στους κυνηγούς, ανήκει στο Σύλλογο.
Ο Σύλλογος πουλάει το θήραμα στα ειδικά κρεοπωλεία και τα χρήματα από την πούληση τα διαχειρίζεται ο Σύλλογος και τα διαθέτει για ειδικές καλλιέργειες με τα οποία τρέφονται τα αγριμικά, όπως καλαμπόκι, πατάτες για τ’ αγριογούρουνα, τριφύλλι για τους λαγούς, καρπούς και ξερό χορτάρι για τα ζαρκάδια στις δύσκολες χειμωνιάτικες μέρες. Περίπου, έτσι γίνεται το κυνήγι, με ορισμένες παραλλαγές, και στις υπόλοιπες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης.
Αποτέλεσμα: Πληθώρα θηραμάτων και δεν υπάρχει κανένας να φωνασκεί «απαγορεύστε το κυνήγι!».
Εδώ στην Ελλάδα οι φίλοι μου και κατά τα’ άλλα συμπαθείς μου οικολόγοι φωνάζουν συνεχώς. «Απαγορεύσετε το κυνήγι» και στολίζουν με χίλια δυο κοσμητικά επίθετα τους Έλληνες κυνηγούς.
Τί δεν τους λένε! «Είστε δολοφόνοι, αγριάνθρωποι, δεν λυπάστε τα αθώα πλάσματα, καταστρέφετε την πανίδα και,., και… και.,.».

Ας αναδιπλωθούμε κι’ ας φτάσουμε πίσω στην αρχέγονη εποχή που ο άνθρωπος ήταν φρουτοσυλλέκτης.
Την εποχή εκείνη ο άνθρωπος, ούτε καν μπορούσε να σκεφτεί να τρέφεται με το κρέας άλλων ζωντανών υπάρξεων, που τον περιτριγύριζαν. Έλα, όμως, που ήρθε εποχή που δεν μπορούσε να επιζήσει μονάχα με τα φρούτα, ή που τα φρούτα με την αύξηση του ανθρώπινου πληθυσμού δεν επαρκούσαν.
Τότε, αναγκάστηκε, χρησιμοποιώντας το πρώτο του όπλο το «ρόπαλο» να σκοτώνει ζώα, για να διατηρηθεί στη ζωή.
Έτσι, λοιπόν έγινε κυνηγός και σιγά-σιγά έφτασε σήμερα να είναι η μεγαλύτερη σαρκοφάγος ύπαρξη στον πλανήτη μας. Και ρωτάω τους οικολόγους;
«Μπορούμε να ξαναγυρίσουμε στη φρουτοφαγία;» Ξέρω τί θα μου απαντήσουν: «Μα, εμείς, μιλάμε μονάχα για τα ζώα του δάσους! Δεν αναφερόμαστε ούτε στο αρνάκι, ούτε στο κατσικάκι, ούτε στο μοσχάρι, ούτε στο γουρουνόπουλο».
Mε τη λογική σας αγαπητοί, γιατί δεν λυπάστε και τα αθώα αυτά πλασματάκια; Έχετε καμιά φορά τύχει σε κάποιο χωριό τις παραμονές των Χριστουγέννων να ακούσετε, το θρήνο και τον οδυρμό του γουρουνιού, όταν ο άνθρωπος μπήζει το άσπλαχνο μαχαίρι στο λαιμό του θύματος;
Γιατί τρέχετε στις ψησταριές και δεν συγκινείστε. όταν βλέπετε το αρνάκι ή το γουρουνάκι να σουβλίζεται και να ψήνεται, παρά μόνο περιμένετε με βουλιμία να το κατασπαράξετε;
Γιατί λοιπόν, εσείς δεν είστε δολοφόνοι και μονάχα τους κυνηγούς χαρακτηρίζετε δολοφόνους;
Οι κυνηγοί ποτέ δεν χρησιμοποίησαν το μαχαίρι για να σφάξουν το αγριογούρουνο. Η σφαίρα τους, και εφόσον το πετύχουν, του χαρίζουν την «ευθανασία».
Εφόσον, λοιπόν, πιστεύετε σ’ αυτά που λέτε, γιατί δεν αποκηρύσσετε γενικά την κρεοφαγία;
Βέβαια, καταλαβαίνετε ότι αυτό θα ήταν παραλογισμός. Δεν νομίζετε ότι παραλογίζεστε όταν φωνάζετε: «Να απαγορευτεί το κυνήγι!»
Τα επιχειρήματα σας είναι «έπεα φτερόεντα», όπως θα σας έλεγε σήμερα ο Όμηρος.

Ελάτε, λοιπόν, να συζητήσουμε μαζί σας, τί πρέπει να κάνουμε και το κυνήγι να μην καταργήσουμε, που για μας αποτελεί το καλύτερο άθλημα, και την πανίδα του δάσους να προστατέψουμε. Εγώ, με το άρθρο μου αυτό λέω περίπου τί πρέπει να γίνει στη χώρα μας, που πραγματικά το κυνήγι γίνεται ανορθόδοξα.

Αντί, λοιπόν, να περιττολογείτε, τρέξτε στα Δασαρχεία, στο Υπουργείο Γεωργίας, στη Βουλή να διαθέσει το κράτος πιστώσεις, να εφαρμοστούν οι υπάρχοντες νόμοι, να γίνουν καινούργιοι, πιο αυστηροί, και, ιδίως να οργανωθεί ο έλεγχος του κυνηγιού.
Μπορούσα κι’ άλλα ν’ αραδιάσω, μα δεν θέλω να γίνω βαρετός.
Περιμένω προτάσεις λογικές και λύσεις, για την προστασία της πανίδας.

Ηλιοχώρι 20-9-1990

Το κείμενο «Ημέρες και έργα της αρκούδας, της κοιλάδας του Αώου, του Ρασιανίτη και της Τύμφης» γράφτηκε από τον συγχωριανό μας Γιώργο Καρατζιά τον Σεπτέμβρη του 1990 και από τον Δεκέμβρη της ίδιας χρονιάς άρχισε να δημοσιεύεται σε συνέχειες στην εφημερίδα «το Ζαγόρι μας».

Ευχαριστώ τους φίλους και συγχωριανούς μας, Ανώνη Γίτσα που βρήκε και έστειλε το δημοσίευμα και τον Μιχάλη Βακάρο που το μετέφερε σε ψηφιακή μορφή ώστε να γίνει δυνατή η αναδημοσίευση του.

Advertisements