Ο Βοριάς και τα δυο Πλατάνια

Του Γιώργη Καρατζιά

 

Έρχετ΄ ο βοριάς φορτσάτος.
Όλο δύναμη κεφάτος.
Αναμάλλιασε ιτιές, λεύκες και αμυγδαλιές,
Πλήθος πεύκα και οξιές, γέρικες βαλανιδιές.
Και σταμάτησε μπροστά, σ΄ ένα πλάτανο θεριό!
Δίχως τόλμη κι αντρειά, δίχως φλόγα στην καρδιά.
Πλάτανε, κάνε πέρα να διαβώ!
Αλλιώς σε σχίζω στο λεφτό!

Άφησε με λίγο να χαρώ τον αγέρα, το βουνό,
τα δεντράκια πού ‘ναι δω και τον αίθριο ουρανό!
Άφησε λίγο να ευφρανθώ τ΄ ολογάργαρο νερό,
τη δροσούλα, το γιαλό και τον ήλιο το λαμπρό!
Ένα λεφτό σε καρτερώ,
αν θα πέσεις μοναχό.

Κοίταξε τριγύρω το ντουνιά, την πανώργια του θωριά!
Βαθύν επήρ΄ ανασασμό κι αποκρίθηκε δειλά.
Στην αντρειά σου, την ορμή, δεν μπορώ να παραβγώ.
Πέφτω-πέφτω στο γκρεμό, δεν μπορώ ν΄ αντισταθώ.
Ρίξου-ρίξου στο γκρεμό
πριν σου σπάσω τον κορμό!

Πήραν τη βουή οι λαγκαδιές, την ηχώ οι ρεματιές.
Τα φαράγγια πήραν την κραυγή και τον θρήνο οι κορφές.
Και δεν έμειν΄ απ΄ αυτόν, μήτε στάλα απ΄ τη δροσιά,
μήτε ίχνος απ΄ τη σποριά, μήτε ανάμνηση καμμιά!
Χοροπήδησ΄ ο βοριάς τρελά.
Φεύγει πάλι και τραβά…..

Δρόμο παίρνει, δρόμ΄ αφήνει κι έφτασε στο Ηλιοχώρι.
Ένας πλάτανος εκεί σκέπαζε το Μεσοχώρι.
Ήταν πλάτανος παλιός, ήταν όμως και στητός!
Όρθιος και δυνατός, ένας γίγαντας σωστός!
Πλάτανε, κάνε πέρα να διαβώ!
Αλλιώς σε σχίζω στο λεφτό!

Μάνιασε βοριά και πήδα. Πήδα-πήδα χοροπήδα!
Τέτοιους σαν και σένα είδα! Είδα-είδα πόσους είδα!
Με στηρίζουν χέρια μύρια, χέρια, μπράτσα δυνατά!
Χέρια ανίκητα, σπαθιά, χέρια Ντομπρινοβίτικα, γερά!
Φύγε τώρα και τσακίσου!
Πάτα πόδι και γκρεμίσου!

Φεύγω-φεύγω δεν μπορώ την αντρειά σου να λυγίσω,
τον κορμό σου να γκρεμίσω και τους κλώνους να τσακίσω.
Σε στηρίζουν χέρια μύρια, χέρια, μπράτσα δυνατά!
Χέρια ανίκητα σπαθιά, χέρια Ντομπρινοβίτικα γερά!
Ρίξε ίσκιο, δώσε χάρη,
είσαι του χωριού καμάρι!!

 

Το ποίημα του συχωριανού μας Γ. Καρατζιά είναι αναδημοσίευση από παλιότερη έκδοση του περιοδικού «το Ζαγόρι μας».

 

Advertisements