Για τον κυρ Νίκο..

Ο 3ος τόμος του σπουδαίου έργου του Κώστα Τσίπηρα, «στα Ελληνικά βουνά- 50+1 άγνωστες πεζοπορικές και ορειβατικές διαδρομές» είναι αφιερωμένος στον Βρυσοχωρίτη Νίκο Δημητράκη – Δημητρακόπουλο.
«Στον κ. Νίκο Δημητράκη – Δημητρακόπουλο, στο φίλο μου. Στους κατοίκους των βουνών της Πίνδου που τόσο αγαπώ» γράφει ο συγγραφέας στις πρώτες σελίδες του βιβλίου του.

Και εκεί υπάρχει, έχοντας τον τίτλο «κάτι σαν πρόλογος», το παρακάτω κείμενο:

«Κρίνει φίλους ο καιρός ως χρυσόν το πυρ»…
Πάνε δεκαπέντε χρόνια, περίπου, όταν συνάντησα για πρώτη φορά τον κυρ Νίκο.
Η ορειβατική μας ομάδα, μετά από δύο ημερών πεζοπορία από την Κόνιτσα στη διαδρομή Μονή Στομίου – Σάδι της Μύγας – Καρτερός (ξέρετε εσείς!), διανυκτέρευση στη λούτσα του Κάτσανου (τότε ακόμη ο μπαρμπα-Κώστας ο Κάτσανος «έβγαζε» τα πρόβατα του σ’ αυτή την απομονωμένη αλλά φανταστική τοποθεσία) και μετά τη Νεραϊδόβρυση, κατέβαινε προς το όμορφο Βρυσοχώρι, στο ΒΑ Ζαγόρι.

Ντάλα μεσημέρι, ο αυγουστιάτικος ήλιος να καίει, η κεντρική βρύση του χωριού (παρότι Βρυσοχώρι) να τρέχει στάλα στάλα και το μοναδικό καφενείο, όπου θα μπορούσαμε να πιούμε κάτι δροσερό, κλειστό.
Ένα παλιόπαιδο (όπως αποδείχτηκε) καθόταν μπροστά στην κλειστή πόρτα του καφενείου.
«Πατριώτη, ξέρεις τι ώρα θ’ ανοίξει;» τον ρωτώ, για να εισπράξω ένα σχεδόν αδιάφορο «δεν ξέρω».
«Μήπως υπάρχει πουθενά λίγο νερό να πιούμε γιατί διψάμε;» τον ξαναρωτά μια κοπελιά της παρέας μας, για να εισπράξει κι αυτή την ίδια απάντηση. Τι να κάνουμε, ψυχή ζώσα δεν υπήρχε μεσημεριάτικα στους δρόμους και το μόνο που μπορούσαμε να κάνουμε ήταν να περιμένουμε καθισμένοι σε ένα πεζουλάκι, ακριβώς απέναντι από το κατάκλειστο καφενείο.
Πού διάθεση για περπάτημα εκείνη την ώρα. Γεμίσαμε στάλα στάλα τα παγούρια μας και περιμέναμε να πέσει ο ήλιος του μεσημεριού, για να βαδίσουμε προς τη Λάιστα, ελπίζοντας να βρούμε πιο φιλόξενους ανθρώπους.
Ακόμη και μια γυναικούλα ντυμένη στα μαύρα, που τυχαία πέρασε από μπροστά μας, ούτε καν σταμάτησε ούτε καν μας μίλησε όταν την καλημερίσαμε και, μάλλον φοβισμένη, απομακρύνθηκε αμίλητη και βιαστική, έτσι συφοριασμένους, φαίνεται, που μας είδε, βρόμικους, αξύριστους και ταλαιπωρημένους.
Δεν είναι μακρινοί οι καιροί, φίλες και φίλοι αναγνώστες, που οι κάτοικοι της ορεινής Ελλάδας, τους οποίους αγαπώ και σέβομαι όσο κανέναν άλλο (και ειδικά τους Βλάχους, τους Σαρακατσάνους, τους Αγραφιώτες και τους Αρκάδες), αντιμετώπιζαν με δυσπιστία κάθε ορειβάτη με σακίδιο, κι εδώ που τα λέμε, πόσοι κοινωνικά αμόρφωτοι συνέλληνες δεν αντιμετωπίζουν, ακόμα και σήμερα, τους ξένους τουρίστες που έρχονται με τα σακίδια τους στα νησιά μας σαν «αλητοτουρίστες»;

Όμως, αυτό που συναντούσα τότε στο Βρυσοχώρι ήταν κάτι το πρωτόγνωρο. Μια συσσωρευμένη δόση ξενοφοβίας υπήρχε διάχυτη παντού, σε ένα από τα ωραιότερα, όμως, χωριά της Ελλάδας, χτισμένο στους πρόποδες των ορθοπλαγιών της Τσούκα Ρόσα και πνιγμένο, κυριολεκτικά, στα εκπληκτικά δάση μαύρης πεύκης και οξιάς.
Μια συσσωρευμένη δόση ξενοφοβίας, πράγμα εντελώς περίεργο για τα φιλόξενα Ζαγοροχώρια, που έγινε ακόμα περισσότερο αντιληπτή όταν το παλιόπαιδο (όπως αποδείχτηκε), μετά από μία ώρα αναμονής, προς μεγάλη μας έκπληξη, σηκώθηκε και άνοιξε την πόρτα του καφενείου!
Ήταν ο ιδιοκτήτης ή, τέλος πάντων, κάποιος συγγενής του!
Ενοχλημένοι από αυτή την εξέλιξη, αποφασίσαμε σύσσωμοι να σηκωθούμε και να φύγουμε απ’ αυτό το χωριό.

Και να, εκεί που ζαλιγκωνόμαστε και πάλι τα βάρους 15 έως 20 κιλών σακίδια μας, βλέπουμε ένα γεράκο να ανηφορίζει το καλντερίμι δίπλα στο καφενείο κρατώντας ένα μπαστούνι και να μας πλησιάζει για τα καλωσορίσματα.
Ήταν ο κυρ Νίκος Δημητράκης-Δημητρακόπουλος, που από μακριά θύμιζε τον Τρότσκι! Στρογγυλά γυαλιά, άσπρο γενάκι κάτω απ’ το πηγούνι και επιβλητική κορμοστασιά, παρά το μπαστούνι που κρατούσε για να στηρίζεται.
Μας καλωσόρισε με τα καλύτερα τα λόγια και μας κάλεσε να πάμε στο σπίτι του να μας φιλέψει ψωμί, καρύδια, τσάι του βουνού και τσίπουρο.
«Μα, πρέπει να φύγουμε!…» αντέτεινα.
«Όχι, όχι, ντροπής πράγμα, το χωριό μας φημίζεται για τη φιλοξενία του…» επέμεινε.
Και να σου, καθισμένοι δέκα νομάτοι στη δροσερή και γεμάτη λουλούδια αυλή του πέτρινου ζαγορίσιας αρχιτεκτονικής σπιτιού, να συζητάμε και να πρωτογνωρίζουμε έναν εκπληκτικό άνθρωπο και μια σημαντική προσωπικότητα, που έμελλε να γίνει ένας πολύ καλός μου φίλος. Λίγο πριν φύγουμε για να συνεχίσουμε την πορεία μας προς τη Λάιστα, μας χάρισε ένα βιβλίο του (Απ’ την εποποιία της Πίνδου στην αναγκαστική προσφυγιά ο τίτλος του… το πρώτο μιας σειράς βιβλίων που έμελλε να γράψει!) για την ιστορία του χωριού του και την προσωπική του ιστορία και μας κατευόδωσε με τα καλύτερα τα λόγια.
«Να ξανάρθετε, παιδιά μου. Το Βρυσοχώρι είναι φιλόξενο και θα σας περιμένει!»

nikos_dimitrakis_dimitrakopoulos

 

Ανηφορική πορεία προς το όμορφο Ηλιοχώρι, ο ήλιος είχε «πέσει» ήδη αρκετά προς τη δύση και από την πλατεία του Ντομπρίνοβου, στο οποίο και τοποθέτησε ο σπουδαίος λογοτέχνης μας Δημήτρης Χατζής τον ήρωα και το διήγημα του Η τελευταία αρκούδα της Πίνδου, κατηφορίζουμε προς το Ρασανίτικο το Ρέμα. Μπάνιο στα δροσερά νερά του και ανηφορίζουμε, μετά από τρεις ώρες πορεία, προς τη Λάιστα. Άλλος τόπος και άλλοι άνθρωποι.
Φιλόξενοι, ανοιχτόκαρδοι, καταδεχτικοί. Και τι όμορφος τόπος! Και τι θέα προς την Γκαμήλα! Τον αγάπησα από την πρώτη στιγμή που τον είδα αυτό τον τόπο.
«Εδώ θέλω να φτιάξω μια μέρα το σπιτικό μου», είπα στο μακαρίτη σήμερα μπαρμπα-Μήτσο τον Κογκούλη, όχι εκεί, στο Βρυσοχώρι, που μπορεί να είναι ωραιότερος τόπος από τη Λάιστα, όμως έχει αφιλόξενους ανθρώπους. «Α, συγνώμη, εκτός από τον κυρ Νίκο», πρόσθεσα.

Τον ήξεραν όλοι τον κυρ Νίκο στο Βλαχοζάγορο, αλλά και πέρα απ’ αυτό.
Και το γιατί το διαπίστωσα το ίδιο βράδυ, διαβάζοντας το βιβλίο που μου είχε χαρίσει νωρίς το απόγευμα ο κυρ Νίκος.
Τι ιστορία ήταν αυτή! Γεννημένος στα 1914, απόφοιτος πανεπιστημίου (ΑΣΟΕΕ) σε χρόνια πολύ δύσκολα, που για να σπουδάσεις (ιδίως αν καταγόσουν απ’ το Βρυσοχώρι) έπρεπε να φτύσεις αίμα. Εντάσσεται στο ΚΚΕ. Πρωτοστατεί στην Εθνική μας Αντίσταση. Ο πόλεμος τελειώνει για τους άλλους, όχι όμως και γι’ αυτόν. Συνεχίζει να πολεμά, διώκεται, συλλαμβάνεται, φυλακίζεται, δραπετεύει χωρίς παπούτσια μέσα στα χιόνια, παθαίνει κρυοπαγήματα και χάνει τα δάχτυλα του, συνεχίζει την πορεία προς την Αλβανία, καταλήγει πολιτικός πρόσφυγας στην Πολωνία.
Μέχρι εδώ, μια ακόμα ιστορία πόνου και προσφυγιάς, από τις χιλιάδες μικρές τραγικές ιστορίες που έζησε ο τόπος μας. Το μαρτύριο, όμως, του κυρ Νίκου δε σταμάτησε με τη μεταπολίτευση, τότε που γύρισαν επιτέλους οι εξόριστοι στα σπίτια τους.
Διαβάζω έκπληκτος τις λεπτομέρειες στο βιβλίο του: Επιστρέφει το 1975 στην Ελλάδα, μετά από τριάντα χρόνια προσφυγιάς, και πηγαίνει κατευθείαν στο χωριό του. Τα παιδιά του και η γυναίκα του, που τους είχε αφήσει πίσω, τον υποδέχονται άσχημα, τον αποκαλούν κομουνιστοσυμμορίτη, τον χτυπούν με δικαστικούς αγώνες αποκτά και πάλι το δικαίωμα να μένει στο ίδιο του το σπίτι. Λίγοι οι φίλοι του στο χωριό. Οι δεξιοί δεν του μιλούν. Ούτε οι αριστεροί! Ο καινούριος φίλος μου, ο κυρ Νίκος, είναι αιρετικός και δε χωρά ούτε σε δογματισμούς ούτε σε αναθεωρητισμούς! Είναι επαναστάτης και ασυμβίβαστος. Δε βάζει νερό στο κρασί του. Δε δέχεται ούτε μύγα στο σπαθί του, το οποίο και έχει καλά ακονισμένο! Γρήγορα έρχεται σε σύγκρουση με όλους στο χωριό και δεν τον θέλει πια κανείς.
Συνεπαρμένος διαβάζω τις απίθανες λεπτομέρειες της ζωής του, κι εκείνο το βράδυ στη Λάιστα σχεδόν δεν μπόρεσα να κοιμηθώ…

Το trekking από τη Λάιστα μέσω Βοβούσας και Βάλια Κάλντα μετά από μερικές μέρες τελειώνει στο Μέτσοβο και έπεται η επιστροφή στην Αθήνα.
Όμως εγώ δε θέλω να περιμένω να περάσουν μερικά χρόνια για να ξανασυναντήσω τον κυρ Νίκο. Αλληλογραφώ μαζί του και, να με, μετά από δύο μήνες ξανά στο Βρυσοχώρι. Αυτή τη φορά, όμως, όχι για περπάτημα! Αμέσως αντιλαμβάνομαι ότι σ’ αυτό το περίεργο χωριό όχι μόνο ο κυρ Νίκος αλλά και όσοι δηλώνουν φίλοι του δεν είναι επιθυμητοί! Οι πόρτες, ακόμα και κάποιων συμπαθών ανθρώπων, κλείνουν μόλις μαθαίνουν ότι είμαι φίλος του κυρ Νίκου.
«Μα, τι στην ευχή του θεού σάς έκανε;» ρωτώ κάποιο αριστερό συνταξιούχο δάσκαλο.
«Δεν κάνει τίποτ’ άλλο παρά να κατηγορεί και να προσβάλλει το κόμμα», μου απαντά.
«Και συ, παπα-Κασσαβέτη, που είσαι και συγγενής του διάσημου Ελληνοαμερικανού σκηνοθέτη;»
«Μα, δεν έρχεται στην εκκλησία τις Κυριακές!»
«Και συ, αγροφύλακα;»
«Μα, καταγγέλλει τους πάντες και τα πάντα, φίλε μου. Τους κυνηγούς ότι καταστρέφουν την πανίδα. Αυτούς που ανοίγουν δρόμους ότι καταστρέφουν τη φύση…»
«Και συ; Και συ; Και συ;»
Ο καθένας τους και μια απάντηση.
Και την ίδια στιγμή, στον τεράστιο πλάτανο του χωριού η πινακίδα ανακοινώσεων της κοινότητας να γεμίζει με καταγγελίες, γραμμένες σε μια πανάρχαια πολωνέζικη γραφομηχανή του κυρ Νίκου, του πρώτου οικολόγου του Ζαγορίου!
Πρωί πρωί τις έβαζε, κάνοντας μια επίπονη πορεία με τη μαγκουρίτσα του για να έρθει απ’ το σπίτι του. Το μεσημέρι άλλοι του τις έσχιζαν, άλλοι ζωγράφιζαν πάνω τους αγκυλωτούς σταυρούς κι άλλοι σφυροδρέπανα!

Και τι ανακοινώσεις! Για τα πιο απίθανα πράγματα. Από τις τρέχουσες πολιτικές εξελίξεις (δεν του ξέφευγε τίποτα, σας διαβεβαιώ!) μέχρι την εξόντωση των ζαρκαδιών στα δάση της Πίνδου.
Αφήστε που βομβάρδιζε (δεν υπερβάλλω!) καθημερινά τις γιαννιώτικες και αθηναϊκές εφημερίδες με σχόλια και κριτικές για ό,τι έπεφτε στην αντίληψη του. Κάποτε, μου έδειξε και τα δεκάδες αντίγραφα των επιστολών που απηύθυνε αυτός ο ανώνυμος πρώην πολιτικός πρόσφυγας σε αρχηγούς κομμάτων, βουλευτές, στον πρόεδρο της Βουλής, στο νομάρχη, στον πρόεδρο της Δημοκρατίας και σε όποιον άλλο μπορεί να βάλει ο νους σας. Μη νομίζετε, βέβαια, ότι ζητούσε κανένα ρουσφέτι. Κριτική τους έκανε ο άνθρωπος για τα πράγματα που, κατά τη γνώμη του, έπρεπε ν’ αλλάξουν στην ελληνική κοινωνία.
Απάντηση ποτέ δεν έπαιρνε, αλλά ο κυρ Νίκος συνέχιζε να γράφει, για να εισπράττει τα ειρωνικά σχόλια της μικροκοινωνίας του χωριού του, που, αν και ανίκανη η ίδια να διεκδικήσει οτιδήποτε, κορόιδευε αυτόν που είχε μάθει να διεκδικεί…

Το δεύτερο ταξίδι στο Βρυσοχώρι ακολούθησε, φίλες και φίλοι αναγνώστες, και τρίτο και τέταρτο και άλλα πολλά.
Και πάντα μάθαινα και νέα ενδιαφέροντα στοιχεία για το φίλο μου (γιατί είχαμε γίνει φίλοι πια), μετά και από μια πυκνή αλληλογραφία που μας συνέδεε στο ενδιάμεσο των συναντήσεων μας.
Το πρώτο βιβλίο του κυρ Νίκου ακολούθησε και δεύτερο, που το εξέδωσε πάντα από το υστέρημα του. Τίτλος του: Εθνική Αντίσταση – Εμφύλιος – Περεστρόικα!
Προσωπικών αφηγήσεων συνέχεια αλλά και κριτική στην Περεστρόικα του Γκορμπατσόφ!
«Αμάν, πια!» του είπα, «γιατί δε γράφεις ένα βιβλίο για την ιστορία του τόπου σου και σπαταλάς τα ελάχιστα χρήματα που σου απέμειναν σε βιβλία για την Περεοτρόικα;»
«Δεν καταλαβαίνεις», μου απάντησε. «Εσύ δεν υπήρξες ποτέ κομουνιστής για να καταλάβεις!» συμπλήρωσε.

Και πραγματικά, κομουνιστής δεν υπήρξα ποτέ ούτε όμως και αντικομουνιστής. Από τα φοιτητικά μου χρόνια είχα πολιτικοποιηθεί και δε θα ξεχάσω ποτέ ούτε το ξύλο που έφαγα σε μια επέτειο για τη δολοφονία του Λαμπράκη στη Θεσσαλονίκη ούτε τις απειλές που δέχτηκα όταν έγραψα εκείνο το βιβλίο για το φίλο και αδικοχαμένο συναγωνιστή μου, τον Αλέκο τον Παναγούλη. Όμως, να, παρόλο που στην οικογένεια μου υπήρχαν αρκετοί αριστεροί (όπως και δεξιοί άλλωστε!), εγώ βρισκόμουν ιδεολογικά πάντα στο κέντρο.
Να ταυτιστώ με τον Εμφύλιο;
Μα, για ποιο λόγο;
Τις είδα τις νεκροκεφαλές διάσπαρτες στα βουνά του Γράμμου στις πεζοπορικές μου διαδρομές και λίγο με ενδιέφερε εάν ήταν δεξιών ή αριστερών. Με ενδιέφερε βασικά ότι ήταν ανθρώπινες… Τις είδα τις σκασμένες νάρκες «κατά προσωπικού» στο Βίτσι στις ορειβατικές μου διασχίσεις και καθόλου δε με ενδιέφερε αν τις έβαλαν στρατιώτες του τακτικού στρατού ή αντάρτες. Με ενδιέφερε κυρίως ότι κάποιοι άνθρωποι έβαλαν νάρκες για να σκοτώσουν συνανθρώπους τους… (Σήμερα, βέβαια, μ’ ενδιαφέρουν εξίσου οι δολοφονίες που διαπράττουν οι άνθρωποι σε βάρος των ζώων, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία…)
Στο διάολο ο Εμφύλιος τους.

«Εσύ δεν υπήρξες ποτέ κομουνιστής για να καταλάβεις!» επέμεινε ο κυρ Νίκος.
Όμως εγώ, «παρότι δεν υπήρξα…», έμαθα να εκτιμώ τους ανθρώπους ανάλογα με την προσωπική τους ποιότητα και όχι ανάλογα με την κομματική ταυτότητα του μαζάνθρωπου.
Και τον κυρ Νίκο τον εκτιμούσα γιατί αγωνίστηκε για κάτι το οποίο πίστευε ότι ήταν σωστό, κακό και άδικο σε άνθρωπο δεν έκανε και την αυτοκριτική του δεν την ξέχασε.
Τον εκτιμούσα και δεν πρόδωσα τη φιλία μας, ακόμα και τότε που στον πλάτανο του χωριού του ένας αγριεμένος χωριανός με ρώτησε αν είμαι φίλος του.
«Ναι, είμαι!» του αποκρίθηκα γεμάτος υπερηφάνεια.
Όχι δεν τον πρόδωσα ποτέ τον κυρ Νίκο, όπως έκανα δυστυχώς, τότε, με το λύκο, στα Άγραφα…

Τα χρόνια περνούσαν, ο κυρ Νίκος ζούσε πια μόνο τα καλοκαίρια στο Βρυσοχώρι (οι χειμώνες εκεί είναι στ’ αλήθεια δύσκολοι…) με τη δεύτερη γυναίκα του, μια συμπαθητική χοντρούλα ηλικιωμένη Πολωνέζα, που η μόνη ελληνική λέξη που γνώριζε ήταν το «καλημέρα» (όπως κι εγώ, η μόνη λέξη στα πολωνικά που έμαθα ήταν το «τακ»!). Όταν έπιαναν τα πρώτα κρύα του Νοέμβρη, μου τηλεφωνούσε ή μου έγραφε ότι έρχεται στην Αθήνα κι εγώ πήγαινα να τον παραλάβω από το ΚΤΕΛ Ιωαννίνων για να τον οδηγήσω στις τέσσερις τα ξημερώματα στο αεροδρόμιο του Ελληνικού (τέτοια ώρα, δυστυχώς, πετούσαν τα αεροπλάνα των πολωνέζικων αερογραμμών).
Ο χειμώνας περνούσε και να σου πάλι ο κυρ Νίκος να με ειδοποιεί να πάω να τον παραλάβω από το αεροδρόμιο, για να τον οδηγήσω στο ΚΤΕΛ Ιωαννίνων, σενάριο που επαναλήφθηκε πολλά φθινόπωρα και πολλές άνοιξες.
Τα χρόνια περνούσαν, ο κυρ Νίκος εξέδωσε και ένα τρίτο βιβλίο με τίτλο Βρυσοχώρι: οι Άλπεις της Πίνδου (με άκουσε για μια φορά!), η αλληλογραφία μας συνεχιζόταν κι εγώ, συνεπαρμένος από τη φύση, το τοπίο και τους θαυμάσιους ανθρώπους της Πίνδου, προσπαθούσα να γίνω κάτοικος της αγαπημένης μου Λάιστας, στον πανέμορφο νομό Ιωαννίνων.
«Ου γαρ μόνον έρχεται το γήρας»…

Τα χρόνια περνούσαν κι ο κυρ Νίκος άρχισε σιγά σιγά να χάνει την όραση του- αυτό τον στεναχωρούσε περισσότερο κι από την εχθρική στάση των συγχωριανών του κι απ’ το γεγονός ότι κανείς ποτέ δεν καταδέχτηκε να παρουσιάσει τα βιβλία του σε κάποια εφημερίδα. Τον στεναχωρούσε δε περισσότερο γιατί δεν μπορούσε πια να γράψει ούτε τις καταγγελίες του στην πολωνέζικη γραφομηχανή του (καταγγελίες που εξακολουθούσε να στέλνει δεξιά κι αριστερά, όπως ο απελπισμένος ναυαγός που ρίχνει το μπουκάλι με το SOS στον ωκεανό) ούτε να διαβάσει τα γράμματα και τα βιβλία που του έστελνα.
Το μεγαλύτερο όμως χτύπημα το δέχτηκε με το θάνατο της Πολωνέζας γυναίκας του. Ποιος θα φρόντιζε πια αυτό τον επαναστάτη, φτωχό και τυφλό άνθρωπο, στο πιο απομονωμένο χωριό του Ζαγορίου;

Οι μήνες περνούσαν και ξαφνικά, φίλες και φίλοι αναγνώστες, έπαψα μια μέρα να έχω νέα από το φίλο μου. Ανησύχησα και τον έψαξα στο χωριό, απ’ όπου, όπως μου είπαν, είχε φύγει και κανείς δεν ήξερε ή δεν ήθελε να μου πει προς τα πού πήγε.
Παρακαλώντας το Θεό να τον έχει καλά, μετά από πολύ καιρό, εντελώς τυχαία, έμαθα ότι βρισκόταν στο Γηροκομείο Ιωαννίνων.
Τηλεφωνώ αμέσως.
«Τον κ. Νίκο Δημητράκη, παρακαλώ», ζητώ από την τηλεφωνήτρια.
«Ποιον; Αυτό το γέρο που μας δημιουργεί όλο προβλήματα;» αντέτεινε.
Ναι, δεν υπήρχε αμφιβολία!
Εκεί ήταν ο κυρ Νίκος, ο φίλος μου, και στα ογδόντα δύο του χρόνια ξεσήκωνε μέχρι και το γηροκομείο της πρωτεύουσας της Ηπείρου!
«Μπορώ να του μιλήσω, παρακαλώ;» ρωτώ.
«Δεν μπορεί να κατέβει από το δωμάτιο του», μου ανταπαντά.
Για να μην τα πολυλογώ, σηκώνομαι και πηγαίνω στα Γιάννενα, σ’ αυτό το αίσχος που λέγεται γηροκομείο και το οποίο αποτελεί ντροπή για τον πολιτισμό μας, και ανακαλύπτω ανάμεσα σε ανθρώπους που κάποιοι τους πέταξαν μέσα εδώ μέχρι να πεθάνουν ή για να πεθάνουν, ένα βρόμικο και ρακένδυτο κυρ Νίκο, το φίλο μου τον κυρ Νίκο που τον ξέχασαν όλοι, ακόμα και ο μοναδικός φίλος και συντοπίτης του, ο Πελεκούδας.
«Γιατί δε με πήρες ένα τηλέφωνο, βρε αδερφέ;» τον ρωτώ και με κόπο συγκρατώ τα δάκρυα μου. «Τι μπορώ να κάνω πια για σένα, καημένε μου κυρ Νίκο;»
«Να κάτσεις να γράψεις μια επιστολή με αυτά που θα σου πω, γιατί εγώ δεν μπορώ, και να τη στείλεις σαν καταγγελία στις εφημερίδες», η απάντηση του.
Τέτοιος είναι ο φίλος μου!
Γεμάτος υπερηφάνεια.
Δεν τον τσάκισαν οι αγώνες στα βουνά, δεν τον τσάκισε η εξορία, δεν τον τσάκισε η εχθρότητα της μικροκοινωνίαςτου, θα τον τσάκιζε τώρα το αίσχος του γηροκομείου;
Την επιστολή την έστειλα, φίλες και φίλοι αναγνώστες, και επειδή κανείς, δυστυχώς, δεν τη δημοσίευσε ποτέ (εκτός από τη θαυμάσια γιαννιώτικη εφημερίδα Ήπειρος, που φαίνεται ότι διαθέτει συντάκτες με αισθήματα, όπως ο Στέφανος Ντόβας και ο Πάνος Βάγιας), αποφάσισα κι εγώ να σας διηγηθώ την ιστορία του φίλου μου του κυρ Νίκου στον πρόλογο αυτού του βιβλίου μου για τα βουνά.

Μια ιστορία πέρα για πέρα αληθινή, που -όπως εκείνη με το καμένο δάσος των Γερανείων, όπως, ακόμη, εκείνη με τη δολοφονία του λύκου στα Άγραφα- εξακολουθεί να οδηγεί τα βήματα μου στα ελληνικά βουνά (που τόσο αγαπώ) αλλά και να καθορίζει τη στάση μου στην ελληνική κοινωνία.
Κι όπως δε θέλω τα δάση να καίγονται και τα ζώα να δολοφονούνται, έτσι δε θέλω η κοινωνία μας να συμπεριφέρεται με τέτοια σκληρότητα σε ανθρώπους σαν τον κυρ Νίκο. Έναν άνθρωπο που εξακολουθεί να ζει και να αντιστέκεται (τελευταία φορά τον συνάντησα πριν από δεκαπέντε μέρες στα Γιάννενα) την ίδια στιγμή που η αποχαυνωμένη κοινωνία του οχαδερφισμού, του καταναλωτισμού και του θεάματος αδυνατεί να καθορίσει μόνη της τις τύχες της και να αντισταθεί στην καταπάτηση και των πιο στοιχειωδών ανθρώπινων δικαιωμάτων της, και να αποτρέψει τον επερχόμενο οικολογικό όλεθρο. Ευτυχώς που υπάρχουν, λοιπόν, άνθρωποι σαν τον κυρ Νίκο – γιατί είμαι σίγουρος ότι υπάρχουν κι άλλοι.

Στο χέρι σας να τους ανακαλύψετε, εκεί, στις πεζοπορικές σας εξορμήσεις.
Και να τους απλώσετε κι εσείς το χέρι σας.
Γιατί, «κρίνει φίλους ο καιρός ως χρυσόν το πυρ»… όπως μου είπε πρόσφατα ο κυρ Νίκος. Ή γιατί απλά: «καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως», όπως διδάσκει το Ευαγγέλιο…
Δε συμφωνείτε;

Κώστας Στεφ. Τσίπηρας
Αθήνα, Ιούλιος 1996

Advertisements