Η απελευθέρωση μας από το χιτλερικό στρατόπεδο «Φριζάκ» της Γερμανίας

Του Γιώργη Καρατζιά

 

Εκατόν πενήντα περίπου Έλληνες αξιωματικοί, όμηροι κι αιχμάλωτοι, όπως: ο αντιστράτηγος Κ. Μανέτας, οι υποστράτηγοι: Καφάτος και Βραχνός. Οι Ηπειρώτες: ο συνταγματάρχης πεζικού Παπαβασιλείου, ο αντισυνταγματάρχης πυροβολικού Χρηστοβασίλης, ο αντισυνταγματάρχης Χωροφυλακής Λάζος, ο ήρωας Καλπακιού ταγματάρχης Κωστάκης, ο ταγματάρχης πεζικού Τζιμογιάννης, ο καθηγητής των θρησκευτικών Οικονόμου, ο φιλόλογος Παπανικολάου, ο δικηγόρος Γιώργης Μπέλος κ.ά., αφού επί πέντε ολόκληρα χρόνια ταλαιπωρηθήκαμε σε διάφορα στρατόπεδα της Ιταλίας και της Γερμανίας, το τέλος του πολέμου —άνοιξη 1945 — μάς βρήκε στο στρατόπεδο «Φριζάκ» της Γερμανίας, καταχωνιασμένο σ’ ένα πευκόδασος, εξήντα μόλις χιλιόμετρα ΒΑ του Βερολίνου.


Σ΄ αυτό το συρματοτριγυρισμένο στρατόπεδο, με τις ολοτρόγυρα πυργοσκοπιές, περιμέναμε με καρδιοχτύπι κι ανείπωτη χαρά τους απελευθερωτές μας.
Οι μέρες περνούσαν κι οι ελπίδες μας μεγάλωναν. Ο παράνομος ραδιοδέχτης του Στρατοπέδου, από την κρύπτη του, όλο κι ευχάριστα νέα ψάρευε στον αιθέρα: «Ο Σοβιετικός Στρατός σαρώνει τις τελευταίες ορδές του Χίτλερ και προχωρεί ακάθεκτος προς το Βερολίνο». «Οι Αγγλοαμερικάνοι ανακατέλαβαν το Βέλγιο και προχωρούν προς Έλβα». Τα ευχάριστα αυτά νέα μας έδιναν κουράγιο, αναπτέρωναν τις ελπίδες μας και σύγχρονα διέψευδαν τις Χιτλερικές εφημερίδες που καθημερινά και επίμονα διέδιδαν, πως απ’ ώρα σε ώρα αναμένεται η σύγκρουση ανάμεσα στους συμμάχους.
20 του Απρίλη. Παρατηρήσαμε πως η φρουρά του στρατοπέδου μας λιγόστεψε. Μονάχα ένας φρουράς γυρόφερνε σαν μαντρόσκυλο το στρατόπεδο κι άλλος ένας σαν κούκος στεκόντανε βλοσυρός ψηλά σε μια σκοπιά. Την ίδια μέρα ο διοικητής του στρατοπέδου μας πρότεινε να μας μεταφέρει προς τη Δύση. Αρνηθήκαμε. Ύστερα από δυό μέρες ένας Γερμανός συνταγματάρχης κάλεσε τον στρατηγό Κ. Μανέτα – επικεφαλής των Ελλήνων – και του πρότεινε και πάλι τη μεταφορά μας προς τη Δύση. Αρνήθηκε κατηγορηματικά. Κι όταν ο συνταγματάρχης του είπε πως οι Ρώσοι όταν φτάσουν θα σας σφάξουν του έδωσε την απάντηση: «Αφού μέχρι τώρα δε μάς έσφαξε κανένας δεν φοβούμαστε να μάς σφάξουν οι Ρώσοι που είναι σύμμαχοί μας».
Η αποφασιστικότητά μας έκανε τελικά τους Γερμανούς να παραιτηθούν από το σχέδιό τους. Καταλάβαμε πια πως φάλαγγα του Σοβιετικού Στρατού προελαύνουν και προς την περιοχή μας.
25 του Απρίλη. Το πρώτο μπουμπουνητό των κανονιών – άγγελος ελπιδοφόρος – έφτασε στο στρατόπεδό μας. Και μέρα με τη μέρα όλο και δυνάμωνε, όλο και γινότανε βροντερότερο, όλο και κοντοζύγωνε. Η Λευτεριά άρχισε να χτυπάει τα συρματοπλέγματά μας.
26 του Απρίλη. Σούρουπο. Πολυάριθμος Γερμανικός Στρατός έστησε γύρω από το στρατόπεδο αντιαεροπορικά πυροβόλα και δεξιά και αριστερά από τη δημοσιά, που περνούσε δίπλα από το στρατόπεδο και σε απόσταση μόλις 100 μέτρα από μάς, τοποθέτησαν βαριά πυροβόλα. Τη νύχτα τα κανόνια άρχισαν να μουγκρίζουν και να τραντάζουν τις ξύλινες παράγκες μας.
28 του Απρίλη. Χαράματα! Τρείς «σφήκες» – τέτοιο παρατσούκλι δώσαμε στα μικροσκοπικά αεροπλάνα ανίχνευσης του Σοβιετικού Στρατού – εμφανίστηκαν πάνω από το στρατόπεδο κι άρχισαν να ερευνούν με αξιοθαύμαστη επιμονή και επιδεξιότητα το γύρω χώρο. Τ΄ αντιαεροπορικά του εχθρού άνοιξαν πυκνά πυρά. Οι «σφήκες» αντί ν΄ ανυψωθούν, κατέβηκαν ίσια με τις κορυφές των πεύκων και με κάθετες εφορμήσεις μυδραλλιοβόλησαν μιά – μιά τις θέσεις των αντιαεροπορικών, επισήμαναν, όπως αποδείχτηκε αργότερα, τις θέσεις των πυροβόλων και χάθηκαν πίσω από το πεύκα. Δεν πέρασε μία ώρα κι από μακριά ακούστηκε βόμβος αεροπλάνων. Τα περιμέναμε με χαρά, μα και με κάποιο φόβο. Θα ξέρουν άραγε οι Σοβιετικοί αεροπόροι πως ανάμεσα στα Χιτλερικά κτήνη ζουν οι αγωνιστές δεσμώτες! Έφτασαν νάτα! – ακούστηκε μιά φωνή και είδαμε ένα σμήνος από αεροπλάνα μάχης πάνω από το στρατόπεδο. Τ’ αντιαεροπορικά άνοιξαν λυσσασμένα πυρά. Τ’ αεροπλάνα δίχως άργητα άρχισαν να ρίχνουν, με απίστευτη ακρίβεια, το θανατερό φορτίο τους στις θέσεις των πυροβόλων. Ο καπνός από τις εκρήξεις των μικρών βομβών – τύπου καλαθιού – κουκούλωσαν το μικρό μας στρατόπεδο. Αφού τέλειωσαν τους λογαριασμούς με τα κανόνια και τους κανονιέρηδες συντάχθηκαν σε ημικύκλια κι άρχισαν ένα – ένα να βουτάνε τη μούρη τους στ’ αντιαεροπορικά και στα πυροβόλα και να ξερνούν πάνω στους φρίτσιδες ένα ολάκερο ποτάμι από φωτιά κι ατσάλι. ‘Ώσπου να τελειώσει το έργο της η πρώτη αυτή ομάδα αεροπλάνων εμφανίστηκε η δεύτερη. Τη δεύτερη τη διαδέχτηκε η τρίτη, η τέταρτη…
Γύρα από το στρατόπεδο μας κόλαση πραγματική και μέσα όαση αληθινή! Απίστευτο! Ούτε ένα αεροπλάνο δεν έπεσε, ούτε μιά σφαίρα, ούτε ένα κομμάτι σίδερο δεν άγγιξε το στρατόπεδό μας. Ο φόβος ξεριζώθηκε ολότελα από μέσα μας και το πρόσωπά μας πλημμύρισαν από χαρά και περηφάνια. Θαυμάζαμε τους σοβιετικούς αεροπόρους που σάρωναν με τέτοια μαστοριά κι ακρίβεια τους αιμοσταγείς εχθρούς της ανθρωπότητας Και προφύλαγαν με τόση στοργή τους φίλους και συμμάχους τους. Τα κανόνια των εχθρών κείνη τη μέρα δεν ξανακούστηκαν να βάλουν. Μόνο τη νύχτα έριξαν μερικές οβίδες.
30 του Απρίλη. Τα χαράματα πάλι οι «σφήκες» πάνω από την όασή μας. Και πάλι ο βομβαρδισμός. Και πάλι ολοήμερα ανελέητα γαζώνονταν ο γύρω από μάς χώρος. Σήμερα όσοι από τους Γερμανούς σώθηκαν λάκισαν μακριά στο δάσος. Εμείς ξεχυθήκαμε στην αυλή του στρατοπέδου και έξαλλοι από χαρά χαιρετούσαμε τους αεροπόρους με τα μαντηλάκια και με το δίκοχα στον αέρα. Είδαμε να μάς αντιχαιρετάνε. Χαρά! Απερίγραπτη χαρά! Τέτοια χαρά μόνον εκείνοι που τη στερήθηκαν για πολλά χρόνια μπορούν να νοιώσουν, όταν τους απαλοχαϊδεύει με τ΄ ακροδάχτυλά της η Λευτεριά.
Κόντευε να νυχτώσει. Τ’ αεροπλάνα αποσύρθηκαν. Νεκρική σιγή απλώθηκε παντού. Νόμιζες πως μπόρα ήταν και πέρασε. Ξαφνικά ένα τρομαχτικά κανονίδι άναψε με μιας. Οι πευκοσκεπασμένοι λόφοι, πέρα από την πεδιάδα που απλώνονταν μπροστά μας και χωρίζονταν στα δύο από ένα κανάλι παράλληλο προς το στρατόπεδό μας, καίγονταν ολόκληροι. Σε λίγο ακούστηκε καθαρό το κελάηδισμα των πολυβόλων. Νύχτωσε. Η μάχη άναψε για καλά. Αμέτρητες φωτοβολίδες άναβαν ψηλά στον ουρανό κι όπως κλάδωναν σαν μεγάλα πολύχρωμα φωτοδάχτυλα έδιναν σε όλη την περιοχή μιά όψη φαντασμαγορική. Καταλάβαμε πως τούτη τη βραδιά, ξημερώνοντας Πρωτομαγιά, κρίνονταν η τύχη της περιοχής και η δική μας.
Κλείσαμε την πόρτα του στρατοπέδου και με τα όπλα, που κατορθώσαμε να μαζέψουμε από τους φυγάδες Γερμανούς, μιά ομάδα οπλίστηκε κι έπιασε το χαράκωμα στην είσοδο του στρατοπέδου. Πού ξέρεις τί γίνεται! Το θεριό στο ψυχορράγημα δαγκώνει. Αποφασίσαμε ν’ αντισταθούμε σε κάθε δολοφόνο ΕΣΕΣίτη.
1 του Μάη 1945. Πρωί – πρωί το καμπαναριό – παρατηρητήριο των Γερμανών – της μικρής πόλης που στέκονταν στους πρόποδες των λόφων, τινάζονταν στον αέρα σαν χάρτινος πύργος. Τα αεροπλάνα βομβάρδισαν την πολίχνη κι άλλα κυνηγούσαν τους φυγάδες, που κάθε τόσο μπουλούκια – μπουλούκια διέσχιζαν τον κάμπο και χώνονταν στο δάσος. Πέρα στους λόφους το τουφεκίδι όσο πήγαινε κι αραίωνε. Οι οβίδες του Σοβιετικού Πυροβολικού περνούσαν τώρα ψηλά πάνω από τα κεφάλια μας κοπαδιαστές. Κυνηγούσαν πέρα από το στρατόπεδό μας τους Ούννους, που τρέχανε να σωθούν απ΄ το καυτό σίδερο των εκδικητών. Κατά το βράδυ φάνηκαν τα πρώτα Σοβιετικά τανκς να κατεβαίνουν στη δημοσιά και να βάζουν κατά μήκος του δρόμου. Περιμέναμε με αγωνία. Ξαφνικά μια ανατίναξη δόνησε τις παράγκες μας και είδαμε τη γέφυρα του καναλιού να τινάζεται στον αέρα. Φεύγουν και οι τελευταίοι Γερμανοί. Νύχτωσε και πάλι. Μια παράξενη ησυχία απλώθηκε παντού. Ανάσα δεν ακούγονταν. Ακόμα και τα νυχτοπούλια τρομαγμένα απ τη μπόρα του πολέμου είχαν εξαφανιστεί από το δάσος. Ήταν φανερό πως βρισκόμασταν στη νεκρή ζώνη. Κι όμως δεν ήτανε νεκρή. Ήμασταν εμείς που περιμέναμε με λαχτάρα τους ελευτερωτές μας. Τα δευτερόλεπτα μετριένται τώρα με ώρες και οι ώρες με χρόνια. Η απραξία μας φαίνονταν αιώνες. Πολεμώντας να τσακώσουμε κανένα θόρυβο, κανένα περπάτημα, γινήκαμε όλο αυτιά. Κατά τις δέκα το βράδυ ακούστηκαν οι πρώτοι θόρυβοι. Σε Λίγο έσκισαν το σκοτάδι σι πρώτες σφυριές. Καταλάβαμε! Γίνεται η ανατιναγμένη γέφυρα. Κάθε σφυριά είναι και ένας χτύπος της καρδιάς μας. Κάθε καρφί και ένα βήμα προς την απελευθέρωση μας. Η ώρα περνούσε και τα σφυροκοπήματα όλο και αραίωναν. Πάνω στη σανιδόστρωση της γέφυρας να τα πρώτα ποδοβολητά! Σε λίγο στη δημοσιά ακούγονταν καθαρά το τρόκ των αλόγων. Οι πρώτοι ανιχνευτές πέρασαν. Δεν πέρασαν δέκα λεπτά κι ακούσαμε το μούγκρισμα των τανκς. Οι ερπύστριες κυλούν με πάταγο στη δημοσιά, ακούγονται καθαρά τα βήματα των πεζικαραίων, οι ρόδες των αυτοκινήτων, το τρίξιμο των κάρων. Περνούν κάτω από τη μύτη μας οι ελευθερωτές μας και μείς δεν μπορούμε να τους χαιρετίσουμε, να τους σφίξουμε τα χέρια, να τους φιλήσουμε. Έπρεπε να ξημερώσει. Το σκοτάδι δεν επιτρέπει στους νικητές να ξεχωρίσουν τους εχθρούς από τους φίλους.
Αυτή η νύχτα δεν είναι σαν τις άλλες. Είμαστε λεύτεροι κι όμως δεν το πιστεύουμε. Αλήθεια, δεν θα τρυπάνε πιά τα τύμπανα των αυτιών μας οι βάρβαρες κραυγές των Γερμανών! Δεν Θα ξαναδούμε την άγρια κτηνώδη όψη των φρουρών μας! Αλήθεια έχουμε γλυτώσει από τα νύχια των τυράννων! Θα ξαναδούμε τους δικούς μας, τα προσφιλή μας πρόσωπα, την όμορφή μας την πατρίδα! Απίστευτο! Κι όμως είναι αλήθεια. Ο Σοβιετικός Στρατός περνάει δίπλα μας νικητής και τροπαιούχος. Κρατήσαμε την ανάσα μας και περιμέναμε να ξημερώσει. Στο γλυκοχάραμα πολλοί πεταχτήκαμε στη δημοσιά και με αλαλαγμούς χαράς και δάκρυα στα μάτια χαιρετούσαμε τους απελευθερωτές μας.

 

 

 Από το αρχείο του συγχωριανού μας Μιχάλη Βακάρου. Το άρθρο είχε προδημοσιευτεί στην εφημερίδα «Το Ζαγόρι» και αναδημοσιεύτηκε και στο iliochori.blogspot.com

Advertisements