Το Ηλιοχώρι στη δεκαετία του ‘50

Του Γιάννη Σαραλή

Για το Ηλιοχώρι παίρνουμε τον κατηφορικό δρόμο ως την ποταμιά, μια γιδόστρατα, που κάθε τόσο σε βγάζει σε κάποιο αδιέξοδο και θα πρέπει να ΄χεις αρκετά ανεπτυγμένο αισθητήριο και να είσαι συνηθισμένος σε τέτοιου είδους πορείες για να φτάσεις στον προορισμό σου.

Το Ηλιοχώρι στην περιπετειούλα σου αυτή, στέκει απέναντι και παρακολουθεί το μπέρδεμα σου μέσα στα κλαδιά, χωρίς να δίνει σημασία, θεωρώντας αρκετό μονάχα, πως οσηδήποτε κι αν είναι η περιπλάνησή σου, δεν πρόκειται να χαθείς, αφού κάθε τόσο από ’κει ψηλά σ’ αγναντεύει ακίνητο και σου στέλνει τα μηνύματα της αδιάφορης παρουσίας του.


Ο δημόσιος δρόμος που διανοίγεται τώρα αριστερά μας, κρύβεται με τόση επιμέλεια μέσα στο πυκνό δάσος, διασχίζοντας το με ατέλειωτα τσαλιμάκια για να ξεμακρύνει τόσο, που σε καμιά περίπτωση δεν είναι προτιμότερος, απ΄ το δρόμο που ακολουθούμε.
Έτσι κατηφορίζοντας διαρκώς την απότομη πλαγιά, δεν αργούμε να φτάσωμε το ποτάμι με τα λιγοστά νερά του. Τα πεύκα κατεβαίνουν ως τις όχτες του και από τις δύο πλαγιές για να ξεδιψάσουν και μας ακολουθούν σ’ όλο το δρόμο για να πυκνώσουν πιο κάτω και να σκαρώσουν ένα χαριτωμένο δασάκι που περιζώνει το Ηλιοχώρι.
Όλη τούτη η ανηφοριά, που ακολουθείς ίσαμε το χωριό, θαρρείς, πως δεν είναι τυχαία. Μια σκηνοθετημένη περιοχή επίτηδες φτιαγμένη για να πλαισιώσει το ασήμαντο χωριό τονίζοντάς το με μια βαριά και πλούσια κορνίζα. Αριστερά σου έχεις βελούδινες πλαγιές με νεαρά ανοιχτοπράσινα πεύκα, που υψώνουν με χάρη τα λυγερά τους κορμιά σα λαμπάδες, εσπερινή ικεσία μεσ’ στο γλυκό λιόγερμα.
Στο χωριό, μπαίνουμε από μια ολόφυτη και νερόχαρη πλαγιά με θεριεμένες καρυδιές, με κήπους και κληματαριές.
Στην πλατεία μας καλωσορίζει ένας τεράστιος πλάτανος, που στηρίζει όλη την εκπληκτική πράσινη γοητεία του στην ενιάμετρη περιφέρειά του στοιχειωμένου κορμού του! Από την εκκλησία μια σιγανή ψαλμωδία φτάνει ως έξω και το λιβάνι μοσχοβολάει. Μπαίνουμε μέσα. Δύο παπάδες ψέλνουνε μοναχοί τον εσπερινό, ακίνητοι μέσα στο σύθαμπο των καπνών του λιβανιού που ανεβαίνουν γαλάζιοι ως τον τρούλο.
Μια μυστηριακή γαλήνη ξεχύνεται ολούθε και νοιώθεις την ανάγκη να προσευχηθείς. Ποτέ άλλοτε στη ζωή μου δεν αισθάνθηκα τόσο βαθιά τη μυρουδιά του λιβανιού να με διαποτίζει ίσαμε τα μύχια της ψυχής μου και να δημιουργεί κάποια παράξενη ευλάβεια και ιερή κατάνυξη.
Η εκκλησία, επιβλητική με εξαίρετο τέμπλο και τοιχογραφίες καλής τέχνης. Είναι ασφαλώς πολύ παλιότερη απ’ ότι δείχνει η επιγραφή της.
Το Ηλιοχώρι είναι ένα μικρό χωριό με δεκατρείς οικογένειες, 55 ψυχές όλες κι όλες. Μια φορά ήταν πολύ μεγαλύτερο, είχε 610 κατοίκους κατά τον Λαμπρίδη. Βρίσκεται σε μια μαγευτική τοποθεσία που εξαφανίζει την ερημιά και τη φρίκη της φωτιάς. Σε λίγα χωριά συναντά κανείς τόσα νερά και τέτοια πλούσια βλάστηση. Δεν έχει όμως να επιδείξει τίποτε άλλο. Σπιτάκια φτωχά, άσημα, κάθε άλλο παρά Ζαγορίσια. Μέσα σ’ αυτά ξεχωρίζει μονάχα το σχολείο, που τώρα χτίζεται.
Ο δασικός πλούτος του Ηλιοχωριού, θα μπορούσε να το κάνει μια κοινότητα ζωντανή και ακμαία.

 

Ο Γιάννης Σαραλής (1906-1985) γεννήθηκε στην Αρίστη Ζαγορίου, ήταν απόφοιτος της Ριζαρείου Σχολής και πτυχιούχος της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Εργάστηκε για πολλά χρόνια ως καθηγητής μέσης εκπαίδευσης και ήταν μέλος της «Εταιρείας Ηπειρωτικών Μελετών».
Το απόσπασμα που αφορά το χωριό μας και που εδώ αναδημοσιεύετε είναι από το βιβλίο του, «Ζαγόρι, ένας απίθανος κόσμος» που κυκλοφόρησε το 1957. Το κείμενο, μου το έστειλε ο συχωριανός μας Μιχάλης Βακάρος και δημοσιεύτηκε και στο iliochori.blogspot.com

 

Γιάννης Σαραλής

Γιάννης Σαραλής

 

Advertisements