Τα βιολιά – τα γλέντια – οι χοροί μας

Του Νίκου Εξάρχου

Ποιο ηπειρωτάκι της γενιάς μας δεν έκατσε αμίλητο κλωθογυρίζοντας στα συνομήλικα του για να βρει την πιο καλή θέση να σταθεί και να βλέπει κι ακούει καλύτερα τα «βιολιά» που μόλις έφθαναν στο μπακάλικο του χωρίου και στρωνιάζονταν να κουρδίζουν τα όργανα τους σε μια ανεπανάληπτη για την παιδική φαντασία συναυλίαν αναμονής του «τι θα παίξουν τώρα τα βιολιά»!
Κι άρχιζε το θρυλικό μοιρολόι των βιολιτζήδων, όπως σε κάθε έναρξη τελετής ακούγεται ο άλλος, ο πραγματικός ύμνος μας.

Και να τα μάτια των παιδιών γούρλωναν για να παρακολουθήσουν το πανδαιμόνιο, που επακολουθεί σαν λήξη το μοιρολόι, κι αρχίζουν τα διάφορα «στα δύο» και «στα τρία» ή τα μαρς της εποχής, με αποκορύφωμα το ντέφι του δεξιοτέχνη, πού το σηκώνει ψηλά και το στριφογυρίζει στα χέρια του.
Αυτό το συγκινητικό ρίγος αισθάνομαι και τώρα που γράφω (στα 75 χρόνια μου), που γύρισα τόσα χρόνια πίσω κι ένιωσα την ίδια δόνηση στα σωθικά μου, μόνο και με την αναπόληση του ντεφιού του μακαρίτη Κ.Β. που με τον … (λαούτο) και Θ.Ν. … (κλαρίνο) έδιναν στην παιδική μας φαντασία την εντύπωση «θρύλου»!..

Και ποιόν να πρωτοθαυμάσουμε; Το Γιάννη και τον Καρακατσούλη παλαιότερα, ή το γιό του Στέργιο Καρακατσούλη απ’ το Βρυσοχώρι αργότερα, με το βιολί του στη γοητευτική φωνή, που τη συνδύαζε με ανεπανάληπτες φιγούρες.
Ή το Θ. Ντίνο, απ’ το Σκαμνέλι, με το ηπειρώτικο κλαρίνο του, χωρίς παρεμβολές ξένες προς την Ήπειρο, που σε κρατούσε αμίλητο κι εκστατικό;..
Και τι δεν είδε κ’ έζησε η γενιά μας από το 1912 και δώθε, άλλα και πριν απ’ το 1912, που ήμαστ’ ακόμη ζουρλά παιδιά.
Δεν είχαμε τότε μεγάφωνα, ήμαστε αγνοί, γλεντζέδες, άδολοι, και με ίσιες κουβέντες ζούσαμε την εποχή μας.
Με τέτοια, λοιπόν, βιολιά, γίνονταν τα γλέντια και οι χοροί μας.

Στα χωριά μας, ο χορός είναι αντρικός και γυναικείος. Τις περισσότερες φορές τον αρχίζουν οι άντρες και στη συνέχεια ερχοντ’ οι γυναίκες, πιάνοντας κιόλας σειρά. Στο τέλος τα μικρά παιδιά κι οι κοπελίτσες, που τότε μαθαίνουν το χορό- οποίος έχει σκοπό να μάθη, κι οποίος δεν μάθει τότε, 5-6 χρονών, δεν μαθαίνει ποτέ του.

Ο χορός αρχίζει απ’ τα βαριά. Όσο βαρύτερο χορό παίρνει κανείς, τόσο πιο «χορευτής» είναι. Όποιος αρχίζει να σέρνει το χορό, με τη στάση που θα πάρει, το πρώτο κούνημα του κορμιού του, το λύγισμα που θα κάνη προτού σήκωση καλά – καλά το πόδι, θα δείξει αν είναι μερακλής ή όχι.

Όταν υπάρχει πολύ κόσμος να χορέψει, γίνονται και διπλοί οι χοροί. Μπροστά οι γυναίκες και πίσω οι άνδρες. Πολλές φορές σήμερα, πιάνονται γυναίκες και οι άνδρες ανακατωμένοι.
Άμα δεν προλαβαίνουν να χορέψουν όλοι, ορίζουν από πόσα λεπτά θα βαστάξει ο χορός. Πολλές φορές βάζουν τα δέκα λεπτά.

Ο αντρικός χορός είπαμε ότι αρχίζει από τα βαριά και τελειώνει με τα γρήγορα τα «Ζαγορίσια, Πωγωνίσια» κ.λ.π. γυρίσματα «μισοβαριά» και «μισαλαφριά».
Ο γυναικείος χορός αρχίζει επίσης απ’ τα σιγανά, το πολύ 5 δάχτυλα, πηγαίνει το ποδάρι ψηλότερα απ’ το πάτωμα για νάναι γυναικείος Ηπειρώτικος ή τουλάχιστον Ζαγορίσιος, και για να δοθεί έτσι η ευκαιρία στις Ζαγορισιοπούλες να δείξουν – σείοντας και λυγιώντας, με το χέρι στη μέση και χαμηλοκοιτώντας – τη χάρη τους.

Ο χορευτής, όμως, του τσάμικου έπρεπε με το πήδημα του να φτάσει και να χτυπήσει το ταβάνι με το κεφάλι. Ο δεύτερος, που κράτα το λεβέντη στο τσάμικο, είναι εξίσου άξιος.

Έχουμε και άλλους χορούς: συρτούς, καλαματιανούς, πηδηχτούς, χασάπικους και συγκαθιστούς, δυό-δυό, και τους σκόρπιους.
Όλοι έχουν χωριστούς βηματισμούς κι άλλους ρυθμούς.

 

Αναδημοσίευση από το βιβλίο του «Το Ντομπρίνοβο»

Advertisements