Πασκαλιά στο χωριό

Της Κούλας Τζαμακλή – Χατζηγιάννη

«ΖΑΓΟΡΙ ΜΟΥ» όμορφο, Ζαγόρι μου περήφανο, ξακουστό.
«ΖΑΓΟΡΙ ΜΟΥ» φετινό, καλή σου προκοπή, να φτάσεις στα πέρατα της γης, να ζωντανέψεις καρδιές ξενιτεμένες, που με τα μάτια της ψυχής τους βλέπουν τις ράχες σου και τα κλαδερά σου, τους λάκους, τα μ’σοχώρια σου, τα παν’γύρια σου, τον κόσμο σου. Έρχεται Πασκαλιά Μεγάλ’.
Θ’ αρχινίκι να ζωντανεύει ο τόπος του Ζαγορίου μας, ν’ αναρρίχνεται η γη του, να μπουμπουκιάσουν τα ντούσκα κι οι πλαταναίοι του να καμαρώσουν και φέτος τον κόσμο του να σέρνει χορούς, να γλεντάει μονιασμένα.

Έρχεται Πασκαλιά και γυρίζω χρόνια και ζαμάνια πίσω. Σα λυσιασμένα φτάναμαν στο χωριό, ίσια μόλις κάναμαν παύσεις. Χαιρόμασταν το καθετί καλοκαιργιάτικο της ζωής του χωριού, κοντά στις αγιασμένες ψυχές παππούδων, τατούλων, ξαδερφιών.
Δε θέλαμαν να γυρίσουμε καλόν Οκτώβριο, ύστερα απ’ τον τρύγο.
Ακούγαμαν να μας μολογάν για Χ’στούνινα κι Πασκαλιές και μεις το φανταζόμασταν.

Ήταν το 39 όταν αποφάσισε ο πατέρας μας να γνωρίσει το Καπέσοβο και πασκαλιάτκα. Τόσα χρόνια παντρεμένος, μονάχα μια φορά τόχε δει, σ’ έναν τρύγο! Μας τόταξε «θα πάμε για Πασκαλιά στο χωριό». Δεν ήταν κι από τα εύκολα πράγματα. Πρώτα έπρεπε να κάνει καλό καιρό. Ύστερα αν έβγαινε αυτοκίνητο ως τη Ντοβρά. Να τηλεγραφήσουμε να κατέβει στη Ντοβρά ο αείμνηστος Χρήστος Δημητριάδης, ο Μασκαντάλης, με τη φοράδα του τη Μαρίκα, την αλησμόνητη για μας τα παιδιά.
Κι ω, του θαύματος, ήρθαν όλα όπως τα θέλαμαν και καλή μέρα ξημέρωσε και το αυτοκίνητο δε χάλασε και γλήγορα φτάκαμαν σε τρεις ώρες και ο Μασκαντάλης μας καρτέραγε κι ο τόπος χαμογέλαγε, όλα καλά.
Από τα λιβαδάκια της Ντοβράς πήγαινε ο δρόμος των καραβανιών ως τα βλαχοχώρια του κεντρικού Ζαγορίου. Σαν παλαβά κάναμαν με τον αδερφό μου. Από πέτρα σε πέτρα ριχνόμασταν στον ξεροπόταμο.
Ουρλιάζαμαν από χαρά σαν γλέπαμαν τις πασκαλομάνσις ανθισμένες στις ρίζες από ντούσκα και κέδρα να μας χαμογελούν. «Μη τ’ς κόβιτι, αφήστι τις να ζήσουν», δούλευε η χρηστομάθεια της μάνας της Ζαγορίσιας. Τα δέντρα τοιμάζονταν να κρούξουν. Η θεά Δήμητρα είχε βγάλει την Περσεφόνη της να χαρεί τον Πάνω Κόσμο!

Τρεις ώρες ποδαρόδρομο θελαμαν Ντοβρά-Καπέσοβο, καλώς εχόντων των πραγμάτων. Δεν θυμάμαι πόσο το κάναμαν. Φτάκαμαν μια φορά στην Παναΐα.
Εκεί καρτεράν οι Καπεσοβίτες ακόμα ξενιτεμένους και περαστικούς, εκεί καρτερούσαμαν και τα γίδια κάποτε.
Μας καρτέραγαν κι εμάς εκεί. Σόια και παρασόια, για να μη πω όλο το χωριό. Εκείνη τη μέρα είμασταν εμείς ο σύνδεσμος με τον άλλο κόσμο, όχι βέβαια τον κάτω κόσμο.
Αγκαλιές, φιλιά, κλιάματα από Κυραμάνα και θειες και ξαδέρφες και τσιαφ, τσιουφ τα φ’λιά και διάφορες άλλες τατούλες. (Να μην αφήνετε να σας φ’λιάει όποιος νάναι, μας ορμήνευε ο πρωτεουσιάνος πατέρας μας, τι να λέγαμαν όμως).
Στο ματζάτο μας καρτέραγαν τα μπάσια και το τζιάκι να μπουμπουνίζει. Το καλωσορίσαταν» όμως μα το έκανε στον οβορό η Πούλια, η τεράστια τζιομπανόσκυλα, η παρέα της Κυραμάνας και της θείας.
Δεκαεννιά χρονών πέθανε το πιστό ζωντανό.

Πριν μπούμε στο ματζάτο είχαμαν βγάλει όλοι τα παπούτσια απόξω σαν τους διακοναίγους. Τα πατώματα ήταν να ρίξεις το γάλα και να το μάσεις, όπως καμάρωναν όλες οι Ζαγόρες. Στον οντά που έβλεπε τη Βίτσα έκαιγε άλλο τζιάκι, εκεί θα κοιμόμασταν εμείς οι ξενιτεμένοι. Ήταν όμως Μ. Πέμπτη και μας καρτερούσε η κλησιά που ήταν δίπλα με το σπίτι. Εκείνη ήταν εκκλησιά Μ. Πέμπτης!
Να σου χαμογελάν όλοι, ψέλνοντας όλοι κι ο παπα Θουκυδίδης να μπαινοβγαίνει στο ιερό και οι αγιογραφίες των προγόνων της μάνας μας, των Μπογάδων, να μας παρακολουθούν σοβαρές και να μας κάνουν να χαμηλώνουμε τις φωνές σκιαγμένα. Μ. Παρασκευή πήγαμαν στα Καταμπέλια και στις Τσιούβαλες με τ’ άλλα παιδιά να μαζώξουμι λουλούδια για τον επιτάφιο. Τι λουλούδια; Πασκαλομάνσις φτωχούλες κι άσπρες σαλάτες πριμούλες ήταν τα ταπεινά λουλουδάκια του επιταφίου μας.
Και το βράδυ μια Μ. Παρασκευή αλλιώτικη από των Γιαννίνων. Ούτε γκεζέρια από επιτάφιο σε επιτάφιο, ούτε ξώμπλιασμα, ούτε πλατεία για καλλιστεία! Ψάλσιμο όλο το χωριό και τέντωμα ποιος θα περάσει τον άλλον κι η περιφορά ανελλιπώς γύρω γύρω απ’ τ’ς σανού ρις τ’ς κλησιάς. Ακόμα το θυμάμαι ολοζώντανο. Κι οι έρωτες, έρωτες. Και τα γλυκοκτάγματα να σιουρίζουν μέλ’.
Κι όλ’ να παρακολουθούν ολ’νούς και οι βασιλοβενιζελικοί του χωριού και του σογιού να τάχουν τσιουλώσει. Τετάρτη Αυγούστου είχαμαν για!
Και το Μεγαλοσάββατο να διαβεί με τα μαγειριά ανάστα Κύριος. Χαριτωμένα αμνοερίφια πήγαν κουρμπάνγια του Χ’στούλ’ π’ θ’ ανασταίνονταν.
Οι μάκες και οι μάνες να λυσσομανάν με σκοτοπλέμονα και με τρίμμα κι γιομίσματα άλλα. Ο πατερούλης μας ήθελε και κοκορέτσι κι η μάνα μας έκανε το μάστορα, άσε πούχε κουβαλήσει και κλούρια πασκαλιάτκα για το σόι όλο. Όλα καλά πήγαν με έμπα έβγα σογιού αγαπημένου κι ανθρώπων δ’κών μας κι ο καιρός γραμμένους.
Κι εμείς γκιζεριό κι άγιος ο Θεός. Έχασαν οι μάνες τα παιδιά τους. Τα ξισκώναμαν εμείς. «Ήρθαν τα καλοπραγμένα απ’ τα Γιάννινα» έψελνε η θεια η Βγένω τ’ Μπουγά. Έχαναν τον Αποστολάκη του κι έβγαιναν στην Παναΐα ή στ’ Κατσιάν τ’ αλών’ κι έσκουζαν: «Απουστουλάαααακι». Που να τον βρουν τον Αποστολάκη και την Αθηνούλα και την Αλεξάνδρα και τον Τάκη τον Τσατσαράκο.

Είχαμαν έρθει τα «καλοπραγμένα», τα λυσσιαγμένα για περιπέτειες και τα βάλαμαν οδηγούς για το καταφύ. Αυτό το καταφύ! Όλα τα μολοήματα της μάνας μας είχαν τρομαχτικά μέρη, αλλά το καταφύ ήταν το χειρότερο. Ήταν στενό μονοπάτι πίσω από το χωριό, πάνω από τη χαράδρα της Μεζαριάς, το παρακλάδι του Βίκου που μας χωρίζει απ’ το Βραδέτο. Στο Καταφύ πήγαιναν στον καιρό της μάνας μας η νεολαία του Καπεσόβου κι απέναντι, σ’ άλλα γκρεμά, η νεολαία του Βραδέτου και π’ νομίζονταν. Έλεγαν τα σιούκια τ’ς και τα π’νόμια τ’ς μια νεολαία στην άλλη. Έβγαζαν το άχτι τους δηλαδή σκούζουντας και φωνάζοντας κι αντιλαλώντας στα βράχια στιχουπλάκια του κιαρατά. Τέτοια ακούγαμαν εμείς τα μαύρα τα καλοπραγμένα και ξενομίζαμαν και τα μόλκα μας κι εκείνη την Πασκαλιά κοντέψαμαν να χάσουμε τον Τάκη τον Τσατσαράκο. Ήθελε να μας κάνει τον άξιο κι έκανε το αεροπλάνο με τα χέρια ανοιχτά, ν’ αρεντεύει στα γιδομονοπάτια και κάτω η Μεζαριά οχτακόσια μέτρα βάθος. Ο Τάκης να πανωέρχεται από το αλώνι του καταφυού στον Αγριομάλαθο, αρεντεύοντας, το ουρσούσκο. Κάποια στιγμή τον βλέπουμε να προσπαθεί να ισορροπήσει πάνω από το βάραθρο κι εμεί να τον κοιτάμε με κομμένη ανάσα.
Πως να μη σκούζουν οι μάνες; Αλιξάντρααααα, Γούουουλααα, Αθηνάααα!
Τόσα χρόνια πέρασαν, ζωή ολόκληρη κι είναι ολοζώντανα τα βλοημένα, είναι το Ζαγόρι μου, είναι εκείνος ο κόσμος ο αγιασμένος του.
Ζαγόρι μου, ποτέ να μη πεθάνεις.
«Ζαγόρι μας» να ζήσεις και νάσαι καλά που μας ανταμώνεις.

Γλωσσάρι: τατούλα= γιαγιά, ξώμπλιασμα = κουτσομπολιό, κουρμπάνια = δώρα, π’νομίζονταν = κουτσομπολεύονταν, σιούκια = ελαττώματα, π’νόμια = πταίσματα, ξενονίζαμαν τα μόλκα μας = απομακρύναμε από το νόμο τα συνομήλικα μας, ουρσούσκο = χουρσούζικο.

Αναδημοσίευση από την εφημερίδα «το Ζαγόρι μας», τεύχος 405.

Advertisements