Μια Ντομπρινοβίτισα Μάνα

Του Γεωργίου Στρούλια

Όλα τα πρόφταινε και έκανε στη ζωή της (1900-1984). Σε ηλικία 10 ετών έμεινε ορφανή από τον πατέρα της, αλλά στα 15 της χρόνια, έγινε μοδίστρα κι έτσι βοήθησε τον αδερφό της Γιώργο, να τελειώσει το Γυμνάσιο και να γίνει ένας επιτυχημένος έμπορος και βιομήχανος στο Βόλο.

 

Εκείνος, παρότι είχε τρία παιδιά, στήριζε πάντα την πολύτεκνη αδερφή του με τα οχτώ παιδιά. Έτσι πήρε στο Βόλο τον δεύτερο από τα αγόρια της (Αντώνη) για να τελειώσει την εκεί Εμπορική σχολή, φροντίζοντας ταυτόχρονα να μάθει και δυο ξένες γλώσσες (Αγγλικά-Γερμανικά).
Μετά τελείωσε την Ανωτάτη Εμπορική Αθηνών και έγινε ανώτερος υπάλληλος στην Εθνική Τράπεζα.
Η σκέψη της μάνας μας, που εκείνη δεν μπόρεσε να τελειώσει ούτε το Δημοτικό Σχολείο, ήταν πάντα στραμμένη στη μόρφωση και τις σπουδές των 6 αγοριών και των 2 κοριτσιών που γέννησε. Έτσι, φρόντισε να σπουδάσουν τα πέντε αγόρια της και η μικρότερη αδερφή μας Νίνα (Δασκάλα).
Η μεγάλη μας αδερφή Άννα, που είναι πρωτότοκη, στάθηκε πολύτιμος βοηθός στη μάνα μας και παραμάνα για τα νεότερα της αδέρφια. Αυτό έγινε με πολύ δουλειά της ίδιας και του πατέρα μας Ηλία (1891-1968).
Τον χειμώνα έραβε πάντα όλα τα ρούχα της μεγάλης οικογένειας.

Η συγχωριανή μας Ελένη Στρούλια μαζί με τα έξι αγόρια της

Η συγχωριανή μας Ελένη Στρούλια μαζί με τα έξι αγόρια της

Κάθε άνοιξη καλλιεργούσε πάντα μεταξοσκώληκες, που όπως πληροφορήθηκα ήταν μια δραστηριότητα που γινόταν και στο χωριό των παππούδων της, το Ηλιοχώρι Ζαγορίου.
Μετά ξεκινούσε η καλλιέργεια των καπνών, όπου ασχολούμασταν όλη η οικογένεια, το καλοκαίρι, με το μάζεμα και το αρμάθιασμα των φύλλων του καπνού.
Ήταν και άριστος τυροκόμος και τυροκομούσε σχεδόν όλο το γάλα από τα 100 πρόβατα που συντηρούσε με έναν τσομπάνη ο πατέρας μας.
Ο αείμνηστος ήταν μερακλής, μεγαλόκαρδος και πολύ δουλευταράς, τόσο με τα
ζώα κατά τη χειμερινή περίοδο, όσο και με τις καλλιέργειες, των 100 περίπου στρεμμάτων χωραφιών με σιτάρια, καλαμπόκια και κτηνοτροφικά φυτά. Αργότερα καλλιεργούσαμε και βαμβάκια.

Το τρίτο δεκαήμερο του Ιουλίου, οι γονείς μας φρόντιζαν να τελειώνουν τα καπνά και το αλώνισμα των σιταριών, που γινόταν τότε στην αρχή, παραδοσιακά με τα ζώα και την «δοκάνη» και αργότερα με τις λεγόμενες μηχανές (πατόζες).
Αποθηκεύαμε αμέσως και το άχυρο που ήταν πολύτιμο για τα μεγάλα ζώα (το ζευγάρι) και το κοπάδι και ετοιμαζόμαστε για τις διακοπές.
Η Ζαγορίσια μάνα μας, έκρινε αναγκαίο για την υγεία μας, την 1η του Αυγούστου, να πάμε στη θάλασσα για τα απαραίτητα μπάνια και ταυτόχρονα να κάνει τα ειδικά αμμόλουτρα του πατέρα μας. Γι’ αυτό δεν είναι τυχαίο που ζήσαμε όλα τα παιδιά που γέννησε σε μια πολύ δύσκολη εποχή, στο χωριό Τέμπη, το οποίο βρίσκεται κοντά στο στόμιο της ομώνυμης κοιλάδας.

Οι διακοπές γινόταν με το νοίκιασμα μιας καλύβας από καλάμια, που έφτιαχναν στην παραλία «Μεσάγγαλα» στο Δέλτα του Πηνειού, οι κάτοικοι των γύρω χωριών. Η μεταφορά μας γινόταν συνήθως με το τρένο και από τον σταθμό έως την παραλία με κάρα-αραμπάδες. Αργότερα γινόταν και με το δικό μας δίτροχο κάρο, γιατί μας βοηθούσε να παίρνουμε μαζί μας και την «μαλτέζα» κατσίκα για το πρωινό γάλα μας.
Για τον γράφοντα αυτά, επιθυμία της μητέρας μας που συνέπεσε με την αποφοίτηση του μεγαλύτερου αδερφού μας, Γιάννη, από την Γεωπονική σχολή, ήταν να σπουδάσω οδοντίατρος, κάτι που δεν μου πολυάρεσε. Αλλά για καλή μου τύχη, το 1951 πρωτοίδρύθηκε η Κτηνιατρική σχολή στη Θεσσαλονίκη και έτσι, ενώ ήμουν επιλαχών στις εξετάσεις της Οδοντιατρικής και κλήθηκα καθυστερημένα να εγγραφώ, προτίμησα την Κτηνιατρική, γιατί η αγάπη για τα ζώα και τα βιώματα της αγροτικής ζωής είχαν ριζώσει βαθιά στην ψυχή μου.

Αρκετά καθυστερημένα το 1942, η μάνα μας γέννησε τα στερνά της δίδυμα, τον Πέτρο και τον Παύλο και ευτύχησε με τον πατέρα μας να τους δει να σπουδάζουν στο Πολυτεχνείο του Μονάχου και να εξασφαλίζουν υποτροφίες χάρις στις εξαιρετικές επιδόσεις τους.
Εδώ θέλω να αναφέρω ακόμα ένα γεγονός που συνέβη κατά τη γέννηση των διδύμων. Η συχωρεμένη είχε ακόμη μια μικρότερη αδερφή, την Μαριγούλα, με την οποία η αγάπη και η ψυχική της επικοινωνία ήταν πολύ μεγάλη, εξαιτίας και των πολύ δυστυχισμένων παιδικών τους χρόνων.

Η Μαριγούλα παντρεύτηκε στον Πυργετό Λαρίσης έναν αγαθό και υπέροχο άνθρωπο, τον θείο Γιώργο, τον οποίο θεωρώ και δεύτερο πνευματικό μου πατέρα, γιατί συγκατοικήσαμε στην Λάρισα τρία χρόνια κατά την περίοδο του εμφυλίου 1946-1949 και μου μετέδωσε πολλές κοινωνικές και πολιτιστικές εμπειρίες από τη ζωή του στην Αμερική όπου είχε εργαστεί αρκετά χρόνια.
Η θεία Μαριγούλα είχε γεννήσει τρία κορίτσια και το είχε καημό που δεν κατόρθωσε να έχει και έναν γιο.
Έσπευσε λοιπόν, μόλις γεννήθηκαν τα δίδυμα και ζήτησε να υιοθετήσει και να μεγαλώσει το ένα από τα αγόρια της αδερφής της.
Η μητέρα μας όμως αρνήθηκε να της το δώσει, ενώ ήξερε ότι θα ζούσε πολύ καλά και στα χέρια της αδερφής της, γιατί ο θείος ήταν πολύ ευκατάστατος.
Το γιατί δεν το μάθαμε ποτέ, αφού από σεβασμό δεν τη ρωτήσαμε. Αλλά σίγουρα το μητρικό φίλτρο και η αγάπη που είχε για τα παιδιά της ήταν η βασική αιτία.

Αυτά τα λίγα, πρόχειρα γραμμένα, για τη ζωή και την εξέλιξη μιας τόσο μεγάλης οικογένειας, που έτυχε να ζήσουμε, σε μια πολυτάραχη λόγω του πολέμου παιδική ζωή, τ’ αφιερώνω στη μνήμη των γονέων μας.

Για τη διατήρηση της μνήμης αυτής και στα παιδιά μας, που είναι πολύ ζωντανή στο πατρικό μας σπίτι στα Τέμπη, φροντίσαμε για τη δημιουργία ειδικού χώρου-μουσείου, όπου συγκεντρώσαμε όλα τα γεωργικά εργαλεία, τα κτηνοτροφικά και τα παραδοσιακά σκεύη του σπιτιού που χρησιμοποιούσαμε την εποχή εκείνη.

Λάρισα 10/3/2012
ΓΕΩΡΓΙΟΣ Η. ΣΤΡΟΥΛΙΑΣ

 

 Το κείμενο του Γεωργίου Στρούλια δημοσιεύεται στην εφημερίδα «το Ζαγόρι μας» (αρ. φ. 406), με τίτλο «Πνευματικό Μνημόσυνο στη Ζαγορίσια μάνα μας Ελένη Στρούλια, το γένος Αντωνίου Πέτσιου». Ο πατέρας της, Αντώνιος Πέτσος ήταν συχωριανός μας και είναι αυτός που το 1880 έδωσε τα χρήματα για να κατασκευαστεί το πέτρινο γεφύρι στο χωριό μας, που από τότε και προς τιμή του φέρει το όνομα του (Πούντε αλ Πέτσου).
Πριν αρκετά χρόνια μέλη της οικογένειας Στρούλια είχαν επισκεφτεί το χωριό μας και μάλιστα είχαν τοποθετήσει κοντά στο γεφύρι και μια πλακέτα, που όμως με το πέρασμα του καιρού καταστράφηκε.

 

2

Η πλακέτα που είχε τοποθετήσει η Ελένη Πέτσου – Στρούλια κοντά στο γεφύρι που κτίστηκε με έξοδα του πατέρα της Αντώνη Πέτσου

Advertisements