Ντομπρίνοβο

Του Ρένου Αποστολίδη

Πρωτανέβηκα στο Ντομπρίνοβο το καλοκαίρι τοy ’39, δεκαπέντε χρονώ, με τη θεια Χρυσή, αδερφή του μπαρμπα-Θόδωρου του Καρώνη, ανιψιού του πάππου μου (πούφυγε απ’ το χωριό γύρα στα 1870 κι αφού έκανε δυο χρόνια δάσκαλος, στο Βελεστίνο, κατάληξε πάμπλουτος σιτέμπορος στον Πύργο της Βουλγαρίας, όπου και γεννήθηκε ο πατέρας μου, το ’93).

Είχε κατέβη στην Αθήνα η θεια, να δει το γιο της, που δούλευε κάπου στον Πειραιά θαρρώ, κ ήρθε κ’ έμεινε σπίτι, τρεις μέρες. Σαν ήτανε να φύγει πάλι, μουπε ο πατέρας: «—Θες να πας μαζί της στο χωριό λίγες μέρες;»
Εγώ, βουλιαγμένος τότε στα πρώτα μου εφηβικά διαβάσματα και σκέψεις (τι Ντοστογεβσκι, τι Χάμσουν, και τι Τολστόυ και Γκόγκολ και Γκοντσάρωφ, τι ρώσοι γενικά, και Νίτσε, Μπέρξον, Κρισναμούρτι), βρισκόμουνα τόσο μακριά, τόσο στους αντίποδες, όπως νόμιζα, εκείνου πούταν το χωριό, κ’ η Πίνδος, το μεγάλο βουνό κ’ η μεγάλη φύση, η αυθύπαρκτη, η μοναδική, η αυτεπίβολη σαν όλα τα θεμελιακά πρωτόθετα του κόσμου!.
Ιδέα δεν είχα — μα ούτε κ’ ήταν δυνατό να λάβω ακόμα, κι από τόσο λίγη επαφή — γι’ αυτή τη φύση την τρομερή… Είπα «ναι», για να μη χαλάσω το χατίρι του πατέρα (που νόμισα πως ήθελε να πάω εκεί που ο ίδιος δεν είχε πάει), και κινήσαμε με τη θεία.

Ακολούθησε τη διαδρομή που ήξερε, την «κλασσική» προφανώς που ακολουθούσαν για την Αθήνα, κι απ’ την Αθήνα για πάνω, την Ήπειρο. Κι όπου σταθήκαμε, θάτανε τα «κλασσικά», τα γνωστά και «δοκιμασμένα» να πούμε «στασίματα», «Επισταθμίες» του ταξιδιού αυτού, πού, λίγο-πολύ, «περιπέτεια» σαν προς «ζούγκλα» σχεδόν καταντούσε, στην τρισάθλια τότε από συγκοινωνίες Ελλάδα.
Πήραμε το λεωφορείο για την Πάτρα, κι από κει το καράβι για την Πρέβεζα — ώρες έξη;.. οχτώ;.. — και ξανά λεωφορείο για τα Γιάννενα, όπου φτάσαμε κ’ είχε σκοτεινιάσει πια.

Η θεία τράβησε γραμμή στη «Δωδώνη»! Σ’ ένα δρόμο, τον κατήφορο, γιομάτο σιδεράδικα! Φτιάχναν τσιγκέλια, φεγγίτες, κουδούνια και τροκάνια, πέταλα, καρφιά μεγάλα κάθε λογής, χαλκάδες κι αλυσίδες!.. Δούλευαν αυτού ακόμα, βραδιάτικο — τις φωτιές αναμμένες, τα φυσερά και τους τόρνους να λυσσομανάνε! — σφυροκοπούσαν συνέχεια, με τις βαρείες και τις μασιές στα χέρια οι μουτζούρηδες, πάν’ απ’ τις φλόγες, με μαλλιά τσουρουφλισμένα και να τρέχει ο ιδρώς ποτάμι απ’ τα μέτωπα, τους σβέρκους, στα γυμνά στήθια…
Τόνιωσα εξαρχής που μπήκαμε σ’ εκείνο το χαοτικό κτήριο, πως ειν’ αυτό: το «κλασσικό», το «παραδοσιακό», το «επιβεβλημένο» να πούμε, «παστρικό και τίμιο», κ’«εγγυημένο», για «ήσυχους» και «νοικοκυρέους ανθρώπους», πού ταξιδεύουνε «σοβαρά», για δουλειές κι ανάγκες τους, όχι αλήτες έτσι, για διασκέδαση και χασομέρι. Κάτι καθαυτό σα χάνι, όπως φανταζόμουνα τα χάνια, τ’ ανατολίτικα, στα παραμύθια: τετράγωνο ολάκερο, κι οπού μόλις έμπαινες — από μια θύρα πελώρια, μιαν αψίδα, για να περνάνε μέσα κάρα, κι αμάξια με τ’ άλογα τους, κι αραμπάδες ακόμα πούδα, με τα βόδια τους, σε μια τεράστια κεντρική αυλή — σ’ έπαιρνε μια δροσιά σπιτίσια, υγιεινή, μια μυρουδιά σανού (πούδιναν ίσως στα ζώα; Όχι κριθάρι;) και λεβάντας από καθαροπλυμένα, καλοσιδερωμένα, καλοστρωμένα σεντόνια…
Τα κρεβάτια έτσι ήταν: σπιτίσια επίσης, μεγάλα, σιδερένια, με σωμιέδες — άλλα πούχαν παραβαθουλώσει — και τζίβινα στρώματα, σκληρά κι ολόδροσα. (Τζίβινα, γιατ’ η τζίβα, θαρρώ, δε βρωμίζει σαν το μπαμπάκι, δεν παίρνει τόσο εύκολα οσμές, δεν κρατάει υγρασία των κατάκοπων κορμιών απ’ τα βουνά και τις κορφές πού ξάπλωναν πάνω τους για μια νύχτα, να φύγουν το πρωί, τα χαράματα, βιαστικά-βιαστικά κι άπλυτα καθώς ήρθαν – και που να πλυθούνε; Στη βρύση, στην αυλή, πού ποτίζουν τ’ άλογα ; Ή με την κανάτα στη λεκάνη, πάνω στον κομμό του δωματίου;..) Ντυμένα ωστόσο τα στρώματα με ειδικούς άσπρους σάκους, μοσκομύριστους κι αυτούς και σιδερωμένους, από χοντρό κάμποτ.
Ξάπλωνες και τρίζανε, βεβαιωτικά, λες, πως θα κάνεις ύπνο σκληρό άλλα πεντακάθαρο..- σκληρό, μα καθώς είσαι κατάκοπος, θα κοιμηθείς βαθιά μες στην «εγγυημένη», την «οικογενειακή» τους υγεία και καθαριότητα, τη φροντισμένη για σένα (κι ας είσαι «ξένος», «πελάτης»), από «νοικοκυρίσια» χέρια της αρχαίας «Δωδώνης»!..
Βυθίστηκα κι αποκοιμήθηκα, με τη θεια στο διπλανό σιδεροκρέβατο, που ρούχο δεν έβγαλε από πάνω της!..
Τη νύχτα — βαθειά νύχτα, περασμένα μεσάνυχτα — ξύπνησα απ’ αγέρα που σφύριζε κατακαλόκαιρο μες απ’ τα «κεπέγκια», που τάλεγε η θεια: «Σφυρίζει απ’ το Μιτσικέλι!»
Άκουγα τα χλιμιντρίσματα των άλογων που και που, κάτω, στην αυλή, που σβαρνούσαν τις πλάκες κάθε τόσο και ξανατίναζαν τις λαιμαριές τους, μασουλώντας το κριθάρι τους, ξαναχάβοντας απ’ τις κρεμαστές σακούλες τους… («Θα κοιμηθείτε, βέβαια, στη Δωδώνη!..» Έτσι θαρρούσα π’ άκουγα φωνή άγνωστη, μα βαθιά δικιά, να λέει, σαν επιταγή…).

Ξύπνησα υγιεινότατα – χαράματα… Κ’ η θεια είχε φαίνεται, από χτες βράδυ, παραγγελμένα και μας φέραν κ’ ήπιαμε πολύ άσπρο γάλα, φρέσκο, βραστό, με ζάχαρη «ή μ’ αλάτι, αν θέλαμε», και βούτυρο μέ μέλι, και ψωμί μαύρο, καφτό!.. (Μα πρώτη φορά μου άκουγα πως και μ’ αλάτι πίνουνε τ’ άσπρο βραστό γάλα – κ’ έτσι τόπιε η θεια, χωρίς να βάλει μπουκιά στο στόμα της! Τα ξεπάστρεψα όλα γώ, και με κοίταε…)
Ντυθήκαμε βιαστικοί — θάταν εξ η ώρα; — και τραβήσαμε τ’ ανηφόρι, να προλάβουμε το λεωφορείο για τη Μπάγια.
Το λεωφορείο ήταν από κείνα, κάθε υπανάπτυκτης χώρας, από Ιμαλάια ίσαμε Άδεις, κι από Κένυα ίσαμε Πίνδο! Έπαιρνε κι ανθρώπους, μα και κότες, και κοκόρια, και κουνέλια, σφαγμένα κι άσφαχτα, καθαρά και βρωμερά, καλομύριστα (κουλουράκια της κανέλλας, κουραμπιέδες ούζου, που μαράζωνες να σε φιλέψουνε, καθώς μοσκομύριζαν έτσι προκλητικά), κι άλλα, πούταν αφόρητα: ψάρια λιμνήσια, χέλια όλο λίπος, παστρουμάδες, τι διάολο κουβαλούσαν (και τι δεν κουβαλούσαν!) πάνω στα χωριά τους Όλοι τουτ’ οι τζιαντζιλιαρέοι, μέ τα ρουχικά τους τα κουρέλια, τις κάπες και τα τσούλια και τις μπατανίες τους, που θα κοιμόντουσαν τη νύχτα ποιος ξέρει σε ποιο φαράγγι, ποιο σύδεντρο, ποιο απάγγιο, να ξαναπάρουν τα χαράματα το δρόμο, που δεν έσωνε μιας μέρας περπάτημα για τον τόπο τους…

Βολευτήκαμ’ ωστόσο — πολύ σε υπόληψη με πήρ’ ο εισπράκτορας, σαν τούπ’ η θεια πως ήμουνα «παιδί από την Αθήνα, κι ανιψιός του μπαρμπα-Θόδωρου»! — κ’ έπιασα παράθυρο μπροστινό αριστερό, να μη με βαράει ο ήλιος, πούσκασε σε λίγο πάν’ απ’ τη ράχη… Ανεβαίναμε το Μιτσικέλι, λοξά έτσι την πλαγιά του, κ’ η μηχανή της σακαράκας παραζορίζονταν, την έβλεπα μπρος που λαμπάδιαζε πάν’ απ’ το καπό της στον ήλιο – θα μας εβγαζ’ απάνω στ’ αλήθεια; Ήταν από κείνες πούχε τον «αέρα» με λεβιέ στο τιμόνι, κάτω απ’ το κλάξον, κ’ έβλεπα το δεξί και τα’ αριστερό του σοφέρ πούπαιζε ολοένα κει στ’ ανηφόρια, και κάθε που κάτι έκανε με δαύτα, για να βγει στο στήθωμα «παλικάρι» — ο δεξής λεβιές ήταν ο αέρας; κι ο αριστερός τα’ ήταν; η βενζίνη; άλλαζε διαρκώς το μίγμα, κατά τις ανάγκες και τα ιδιαίτερα ζόρια να πούμε; — βούλωναν τ’ αφτιά μου, και ξεβούλωναν ύστερα πάλι, απότομα, στα ψηλότερ’ ακόμα σα φτάναμε, γιατί όλο κι ανεβαίναμε…

Δυο ώρες θα κάναμε. Και σα φτάσαμε — σ’ έναν τόπο που δεν ήταν καν χωριό, -σπίτια, παρά σαν ένα παλιοχώραφο — είδαμε ζώα να περιμένουν, μουλάρια, με ξύλινα σαμάρια, άλλα χαμηλά κι άλλα ψηλότερα’ κ’ εκεί: «Νάτον ο Θόδωρος!», μου λέει ή θεια – και μου τόνε δείχνει!..
Ψηλός ήταν, ξεραγκιανός, σαν ξύλινος άνθρωπος — σαν απ’ το ίδιο το ξύλο του γιαλιστερού σαμαριού μου φάνηκε πελεκημένος με το σουγιά μερακλίδικα κάθε χαραματιά του προσώπου του (γύρα στο στόμα, στα μάτια ακτινωτά, στο μέτωπο βαθιά σκαμμένος), άνθρωπος αγαθός, ήμερος, όλος αγάπη απ’ την αρχή για μένα, όλος στοργή, σα νάμουνα μικρό παιδί (πούμουνα σαν κι αυτόν κιόλα ψηλός, πρώτο μπόι στο σκολειό μου, ένα ογδόντα δύο), μα σα να μην του ‘λεγε τίποτ’ αύτουνου κάτι τέτοιο, σα νάμουνα πέντε χρονώ μου φέρνονταν, από που με πρωτόδε μπρος του!)-, και τα μουλάρια του πιο ψηλά απ’ όλα τ’ άλλα, όλων των άλλων, και γυαλιστερά, περιποιημένα, γερά ζώα, παλικάρια, με στρωσίδια πλούσια διαλεγμένα επιτούτου, αρχοντικά, για μένα ολοφάνερα τέτοια, που τα κοίταζαν όλοι γύρα θαυμαστικά, και τον ρωτούσαν σιγανά, κι άκουσα μια-δυό που ‘πε: «…Ανίψι μου, απ’ την Αθήνα!..» – βαρύς όμως έτσι προς αυτούς, και βιαστικός, να φύγουμε…

Είχα φτάσει λοιπόν σαν αρχοντόπουλο σωστό! Τα μουλάρια μας ήταν τα πιο γυαλιστερά, τα πιο καθαρά, τα πιο μποϊλήδικα, τα πιο γεροδεμένα και δυνατά, τα πιο ιδρωμένα στον ήλιο της δικιάς μας ανηφοριάς γιατί εμείς πήραμε δικιά μας! κανείς άλλος δεν πήρε το δικό μας ορθόστητο κατά την κορφή ολόισα δρόμο! — κ’ ύστερα τους χάσαμε όλους, άλλου πήγαιναν εκείνοι, σε πιο χαμηλά φαίνεται μέρη, πιο κοντινά, λιγότερο του μεγάλου αυτού βουνού,.. ποιου απ’ όλα;., ποιες απ’ όλες τις μυτερές κορφές πούβλεπα στα βάθη πέρα — στ’ ανατολικά ; στα βορεινά; — ποια ήταν η «δικιά μας»; που κάτω της θάναι τό χωριό, φυλαμμένο στη χούφτα της!..
– Μπα! Δε’ ‘ν’ τα δικά μας τοΰτ’ ακόμα! μου ξηγάει ο μπαρμπα-Θόδωρος. Τούτα, είναι τα χαμηλά! Τα δικά μας (και κουνάει το χέρι έτσι, στροβιλιστά κατά πάνω, σαν καπνός) – δυό φορές ψηλότερα! Δε φαίνουντ’ από δωκάτου!..

Δωκάτου;.. Τόσες ώρες π’ ανηφορίζουμε, και «δωκάτου» το λέει ακόμα;.. Που διάολο βρίσκουνται δηλαδή αυτά τα βουνά τα «δικά μας», και δε φαίνουνται απ’ τα «χαμηλά» τούτα όπου «σερνόμαστε» δίχως και τη «χάρη» καν να τ’ αγναντεύουμε, πέρα, στα χάη εκεί, όλο κορφές απανωτές και ράχες άγριες, φαράγγια βαθιά και χαράδρες και κατεβασιές σα χτένια, σα φράγματ’ αλλεπάλληλα, όσο πιάνει το μάτι!;..
…Ανηφορίζαμε ολοένα κατά το βοριά – και που και που γέρναμε ανατολικότερα. Κατά το μεσημέρι, καβαλήσαμε τη στερνή ράχη, και περάσαμε πίσω της…
Ένας αέρας αλλιώτικος μας πήρε τότε, απότομα! Μι’ ανάσα δασών πολύ πιο αψιά, δροσερή βαθύτατα, ενός άλλου κόσμου — του κρυμμένου εκείνου, κι αυτόνομου, πέρ’ από το «βουνό του κάμπου» (Όπως τόνιωσα τώρα καταφρονητικά το Μιτσικέλι) — πού καμιά σχέση δεν είχε με τον «κάτω κόσμο», το δικό μας, των πεδιάδων, των κατασκονισμένων, των κατακαιόμενων στους βυθούς, και των πόλεων, των άθλιων!.. Κρυμμένος, αλήθεια, ήταν ο κόσμος αυτός, μυστικός στις χούφτες των μέσα βουνών, των άφταστων – κόσμος άλλος πράγματι, τόνιωθες, το μύριζες, το ήσουν ευθύς π’ άξαφνα πέρασες εντός του και σε σφιχταγκάλιασε συναρπαστική, μανιακά, διεκδικητικά του απόλυτα, πως δε θα του ξανάφευγες τάχα ποτέ! Είχα δη τότε στον κινηματογράφο ένα έργο για το Θιβέτ, «Χαμένος παράδεισος» που λέγονταν, κι οπού η Σάγχρι Λά (η Λάσα;) κρυμμένη έτσι μέσα στη χούφτα της Στέγης του Κόσμου, στα 6000; στα 7000 μέτρα ψηλά; ζούσε τη δικιά της ζωή, την αλήθεια παραδεισένια!
Κι όπως την είχα τόσο νοσταλγήσει φανταστικά μες από κείνο το έργο, κι όμοια είχα ζηλέψει και ξαναζηλέψει το Ζαρατούστρα, κάθε τόσο πού διάβαζα και ξαναδιάβαζα το Νίτσε — το Ζαρατούστρα, που για να βρει την καρδιά του και τον εαυτό του άφησε τους κάμπους κι ανέβηκε μόνος στα ψηλά βουνά της πατρίδας του, κ’ εκεί μίλησε καταπρόσωπο με τον ήλιο, τον είπε «Μεγάλο Άστρο!» («Du grosses Gestirn !..»), και τον ρώτησε, κατευθείαν, ένα πρωί σαν ανάτειλε απ’ την απέναντι χιονοσκέπαστη κορφή: «τι θάταν τάχα η ευτυχία του α’ δεν είχε όσους φωτίζει;..», έτσι όμοια μεθυσμένος ένιωθα μες σ’ εκείνο τον αραιό κι αψύν αγέρα, που μύριζε βαθύ δάσο και σπίθα από θειάφι κεραυνού στις θύελλες, και νύχι απ’ άγριο ζώο κάπου ολόγυρα μου μες στους λόγγους,… κι αυτό το δυνατό φύσημα π’ ακούγουνταν ολοένα, και σε συνόδευε απ’ τα βαθιά φαράγγια,… τα πουλιά, πούταν μεταλλικά, σα να κελαηδούσαν σ’ ατσάλινους απάνω ουρανούς,., ολ’ αυτά πρωτόγνωρα, πρωτοχάραχτα, για μένα, που μόνο πόλη πάντα είχα ζήσει,., που κάθε απόγεμμα στις πέντε, έξη, σαν προωτοξυριζόμουνα στο καφτό λουτρό μας απ’ το καλοριφέρ, άκουγα το ίδιο ανιαρό αμερικάνικο τραγούδι, του Τριάντα: Alexander’s ragtime band! — τι βλακώδες ! τι μανία με δαύτο, κάθε που έπαιρνε να σκοτεινιάζει τους χειμώνες εκείνους, πριν απ’ τον Πόλεμο, το χορευτικό κέντρο στα δισυπόγεια της τερατώδους πολυκατοικίας μας (της «Μπλε», στα Εξάρχεια)!.. —, για μένα, ολ’ αυτά, τα μεταλλικά τούτα πουλιά στους χαλύβδινους αθέατους ουρανούς πάνω απ’ τα τετράψηλα ρόμπολα — πενήντα!, εξήντα!, εβδομήντα μέτρα να φτάνουν! και πυκνά, τόνα δίπλα στ’ άλλο, στητά, σαν υπερούσιες κολώνες άγνωστου τρομερού ναού!.. —, κι ο αγέρας αυτός, όλο αψύ ρετσίνι και βαθειά δροσιά δρυμών πελώριων, αυταρχικών, προαιώνιων, μ’ όλα τα δικαιώματα τους πάνω σου συντριπτικά, κυριαρχικά σου απόλυτα (και να μη διαμαρτύρεσαι, να μην αντιστέκεσαι, να τους παραδίνεσαι για όλα τα ύδατα της Στυγός τους που γύρευαν να σε βουτήξουν, να σ’ αθανατώσουν θάλεγα!..) – για μένα όλ’ αυτά, μέσα στις νάπες των γαλάζιων βουνών στ’ απόμακρα, των φαραγγιών εκείνων, των βαθυπράσινων, των πικρών-κατάπικρων, και μαζί τόσο στοργικών, που γύρευαν να σε κλείσουν μέσα τους ως το θάνατο, και δεν έλεγες «όχι» ωστόσο,., για μένα όλα τούτα, σα να μην ήταν καν πραγματικά, σα να μη συνέβαιναν,., σα νάταν κάτι που ξετυλίγονταν παράξενα, μες απ’ τους τρόμους μου τους φοβερούς πάνω στο σαμάρι πούτριζε, στο σαμάρι πού πέρναγε θάλασσες, κύματα, σκαμπανεβάσματα τρομερά, στα χείλη των άπατων γκρεμών, κ’ έλεγα ολοένα «τώρα θα με ρίξει το μουλάρι! θα γλιστρήσει, κάπου θα παραπατήσει, έτσι άκρη-άκρη πού πάει διαρκώς, και θα χαθώ στα χάη!..» – και μου ‘λεγε, καθησυχαστικά, ο μπαρμπα-Θόδωρος:
—Όχι, Όχι! Μη φοβάσαι! Δε στραβοπατάει ποτέ του τω μουλάρι!.. Και πάει άκρη-άκρη! Ξέρει αυτό!..
— Τι ξέρει;.. Τίποτα δεν ξέρει!.. Πεισματάρικο είναι! Γιατί τόσο άκρη;.. Κάν’ το να πηγαίνει πιο στη μέση! Δεν ακούει στο καπίστρι, που μούπες!..
— Δε γένεται!.. Και δε’ ‘ναι και καλύτερα δα!.. Ξέρει αυτό, άστο! Άκρη-άκρη πού πατάει, πιο στέρεα είναι! Τέσσερα ποδάρια έχει.. – μην το φοβάσαι, δεν πέφτει! Μη σφίγγεσαι κειπάνου και θά κουραστείς μοναχά! Δώ δεν πέφτουμ’ εμείς, πούχουμε δυό, να πέσει το ζό, με τα τέσσερα του;.. Μην ανήσυχης!.. Κοίτα γύρα σου τα βουνά, τα δάσα πού διαβαίνουμε! Θα δεις που θα πάμε ήσυχα-ήσυχα, φρόνιμα με το μουλάρι, μια χαρά, καλύτερα κι απ’ το λεωφορείο!..

«Καλύτερα»;.. Τι «καλύτερα»;.. Έμενα μ’ είχε πιάσει φοβερός πονοκέφαλος ψηλά εκεί να κρατιέμαι απ’ το σαμάρι που σκαμπανέβαζε κρεμάμενο πάν’ απ’ τους γκρεμούς και τους χαλιάσες, να σφίγγουμαι τετανικά στ’ άβολα ξύλα του, να με κόβουν τ’ άλλα του κάτω απ’ τα μπούτια, να τρίζει φριχτά διαρκώς, κι όλο να λέω: «τώρα θα στραβοπατήσει σ’ αυτές τις κοφτερές πέτρες!», «τώρα σε τούτες τις γλυστερές τις πλάκες!», τις βρεμένες απ’ τα νερά της πηγής, τις πνιγμένες στα βρύα μισοάφαντες κι αμφίβολες!, «και που πατάει τώρα, για το θεό, σ’ αυτά τ’ άκρινά τα χόρτα» τα επίβουλα, που κάτω τους βλέπω το ποτάμι στο χάος, τρακόσα μέτρα βάθος!..
Μ’ εβλεπ’ ο μπαρμπα-Θόδωρος, που μ’ έκοβε κρύος ιδρώς, συνέχεια, και σφιγγόμουνα.. – πάσκιζε κει να με ηρεμίσει:
– Μη σφίγγεσαι, μη σφίγγεσαι!.. Ασ’ το κορμί σου χαλαρό, να πηγαίνει με το μουλάρι καθώς πάει – μην το φοβάσαι, δεν πέφτει αυτό ποτέ! Στη ζωή μου ποτές δεν είδα μουλάρι να πέσει.. – άκου με που σου λέω, και μη χάνεις τούτα τα όμορφα, που δε θα τα ξαναβρείς!..

Απ’ τις δέκα που κινήσαμε απ’ τη Μπάγια, τον ανήφορο, έξη τ’ απόγευμα φτάσαμε στο Τσεπέλοβο. Δω θα περνούσαμε τη νύχτα, και το πρωί θα ξεκινούσαμε πια για το Ντομπρίνοβο. Αυτή ‘ταν κ’ η κανονική επισταθμία: οχτώ-εννιά ώρες δρόμος με τα ζώα Μπάγια-Τσεπέλοβο, κι άλλες τόσες την άλλη για το χωριό! Μες-άπ’ τα βουνά! Που γαλάζια τα πρωταγνάντευες πέρα στα βάθη, κ’ ύστερα σκουροπράσινα σ’ έκλειναν μέσα τους σιγά-σιγά, κι άλλα μακρύτερα, γαλάζια πάλι, μυστηριακά περσότερο, σε περίμεναν πιο πέρα, πιο απόξενα κι αλλόκοσμα, με τις ψαλιδωτές κορφές τους, τις απάτητες απ’ άνθρωπου πόδι, με τις άσπρες τις ραγάδες αποκάτω τους και το καλοκαίρι: τα αιώνια τα χιόνια τους, και τις λίμνες πανωκεϊ τις αφάνταστες στα οροπέδια, σαν τη φοβερή τη Δρακόλιμνη, με τ’ όνομα, του «δικού μας» του βουνού, κατάκορφα, πούναι κι «άπατη», λέει, σε μια γούβα του βυθού της (και γραμμή θα βγάζει στα Τάρταρα, το δίχως άλλο!), κι ο Αλήπασας ακόμα θέλησε να την ψάξει, κι ανέβασε δυο βάρκες τάχα, και την αρμένισε, σίγουρα κι αρχοντικά, όχι πάνω στους κορμούς, σαν τους ντόπιους, δυόμισυ χιλιάδες μέτρα κάτω απ’ τον παγωμένον ουρανό!

Στο Τσεπέλοβο ήταν ένα πανδοχείο μπροστά μπροστά, κει πού φτάσαμε. Ειν’ ακόμα – ένα διώροφο παλιό. Τότε, στο ισόγειο του, ήτανε σάλα, μεγάλη, με ξύλινα τραπέζια δίπλα στα παράθυρα, κ’ έτρωγες – και πάνω: δωμάτια, για ύπνο, καθαρά και δροσερά.
Κάτσαμε στην ήσυχη σάλα, που μοσκομύριζε ξύλο και ρετσινωμένο κούτσουρο της φωτιάς, κ’ έφαγα το βράδυ κείνο αβγά τηγανητά, με φρέσκο βούτυρο, σαν αφρό, μπόλικο, και τυρί γκίζα που το λένε: σα φέτα τριμμένη, κάτι ανάμεσα βούτυρο και τυρί, πολύ νόστιμο!

Χαράματα κινήσαμε για το χωριό πια. Και τώρα ο τόπος ήταν πράγματι άλλος! Δίκιο είχε ο μπαρμπα-Θόδωρος, πούλεγε πως τα «δικά μας» τα βουνά ήταν «πολύ ψηλότερα», τα δάση «πολύ πυκνότερα», τα δέντρα πελώρια, όλα πολύ ορμητικότερα και μεγαλειώδη, πολύ πιο επιβλητικά κι απίστευτα, σαν άλλου κόσμου στοιχεία, τρομερά ευνοημένα από φύση σπατάλη, πιο αποφασιστική, τερατική, που θρασομανούσε σ’ όλα της και δεν είχε όριο!
Η Ελλάδα πούξερα ίσαμε τότε: όλα της δειλά, μικρά, λίγα, φτωχά, μισομαραγκιασμένα, μίζερα. Τούτη δω όμως όχι! Σα να μην είναι φύση ελληνική! Σα νάναι άλλου κόσμου, πολύ γενναιότερου σ’ όλα του, πολύ πιο σπάταλου, σ’ όλες τις διαστάσεις και τις εκφάνσεις.
– Κάνουν τηλεγραφόξυλα απ’ αυτά τα ρόμπολα!.. Για τα!.. Βλέπεις κομμένα δω, στη σειρά;.. Δεν είν’ έλατα, που είπες. Πεύκια, ρόμπολα! Μόνο δω βγαίνουν τέτοια! Κι αψηλώνουν τόσο, γιατί φυτρωμένα δα μες στα βαθιά φαράγγια, κάτου, θένε τον ήλιο και τραβιούνται, να τον βρουν μια ώρ’ αρχήτερα! Για πως γίνουνται! Θεόρατα!
– Και γιατί τα κόβετε ;.. Χαλάτ’ έτσι το δάσος! Γέλασε… «Φυτρώνουνε», είπε, «τόσο πυκνά, τόνα πάνω στ’ άλλο δωμέσα, πού καλό τους κάνουμε: ν’ ανασαίνουνε!.. Θα πνιγούνε αλλιώς μες στα φαράγγια – δεν τα βλέπεις;..»

Κόλλησα σε κείνο το τρομερό «δωμέσα»… Τόπε τόσο φυσικά, τόσο δίχως να το καλοσκεφτεί!.. «Δωμεσα» βάφτισε τέτοιο έξω κάθε κόσμου πούξερα γω – τέτοιο άλλο! Μα και δυό μέρες τώρα που βαδίζαμε, στ’ αλήθεια άλλου βρισκόμασταν – κ’ ήταν ολόκλειστο αυτό το «άλλου», κόσμος αυτόκλειστος στο φοβερό του άλλο που αποτελούσε!.. Τι σχέση είχε με την Ελλάδα όλο τούτο; Τι σχέση καν μ’ όποια πραγματικότητα;
Άρχισα να νιώθω πως ο πατέρας μ’ έστειλε, χωρίς ο ίδιος να το ξέρει — και πρώτη φορά έτσι ο πατέρας μου φαινόταν λίγος (που απ’ την αρχή της ζωής μου συνέχεια μου ήταν το άπαντο εκείνος!..) — , ναι! πως μ’ έστειλε στο Άλλο! Σ’ ένα τρομερό Άλλο, που τόξερε τάχα; το υποψιαζόταν πως υπάρχει; του τόχε διηγηθεί κανείς; ο πατέρας του ίσως, που ξεκίνησε από δω, σαν ήταν μικρός; ή το διαισθανόταν, και γι’ αυτό έτσι παράξενα μου το πρότεινε στα καλά καθούμενα μες στην άσχετη Αθήνα και στα τόσο άταιρα πού τάνιωθα τώρα διαβάσματα μου;..
Κάτι μούχε συμβεί, και υποψιαζόμουνα σαν πάρα πολύ λίγη όλη την ύπαρξη πούξερα ως τώρα – και μάλιστα την πιο προσωπική μου, την πιο αιματηρά κατακτημένη, την πιο «ισχυρή» που φανταζόμουν! Τα νοήματα δεν είχαν καμμιά θέση πια εδώ’ αρρώστιες έμοιαζαν !.. Τα διαβάσματα – το ίδιο!.. ‘Αλλ’ αυτό το δωμέσα, το «δωμέσα», με τυραννούσε!.. Πράγματι κλειστό ήταν! Κλειστό στη χούφτα πελώριας φύσης απόκρυφης το τελείως άλλο!..

Διαβαίναμε πια, καθώς εγερν’ ο ήλιος, μονοπάτι όλο χαρούμενα μικρά δέντρα στρογγυλά, φουντωτά, δεξιά κι αριστερά… «Φουντουκιές», μοΰπε ο μπαρμπα-Θόδωρος,«Αγριοφουντουκιές! Ισαμε το χωριό έχει από δαύτες! Να! Δοκίμασε!.. Είναι πιο νόστιμα τ’ άγρια απ’ τα ήμερα!.. Μόνο: πιο μικρά!..,;»
Κι αρχίσαμε να κατηφορίζουμε, να κατηφορίζουμε… Από μονοπάτι, που τώρα ήτανε όλο κάθετα φυτεμμένΐς πλάκες, και στη μέση αυλάκι με νερό, πολύ, που κατρακύλαε γαργαριστό, καταχαρούμενο για την κατηφόρα του! Μου φάνηκε εξωφρενικό, «τόσο νερό να το σπαταλαν και να τ’ αφήνουνε να χύνεται στους δρόμους, δε θα μουσκεύουνται και τα πόδια τους; πως περπατάνε δωπέρα;»
Μα δέ μίλησα, δε ρώτησα…

Ώσπου φτάσαμε!.. Μπρος στο σπίτι του μπαρμπα-Θόδωρου!.. Κάτι που δεν καλοξεχώριζε δηλαδή απ’ την κατηφοριά του τόπου εκείνου όλου!.. Θάλεγες, πως το πέτρινο μονοπάτι λόξευε λίγο, και γίνονταν ή πέτρινη του στέγη, με πέτρες πλακωτές κι αυτή, μα η μια τώρα πάνω στην άλλη, ολόμαυρες, σιωπηλές, καθώς έπεφτε το σούρουπο και μια υγρασία ανέβαινε σιγά-σιγά, τόσα νερά πούτρεχαν παντού!..
Και τίποτα δεν ακούγονταν! Ούτε μιλιά, ούτε θόρυβος κανείς! Σα νάτανε θαμμένα όλα, κ’ επεφτ’ η νύχτα τώρα, και θα τα σκέπαζε για πάντα, μέσα σ’ εκείνα τα βουνά τ’ αλλεπάλληλα: ράχες και ράχες και ράχες, η μια πίσω απ’ την άλλη, η μια ψηλότερη απ’ την άλλη, θαμπότερη απ’ την άλλη, σα δόντια κλείνοντας, φράζοντας η μια ότι τάχ’ αφην’ η άλλη, να μην πέρασεις, να μη διαβείς. Κι αν τάχα διάβαινες..- που να φτάσεις; Το πανύψηλο βουνό πέρα..- να! Φράζει τα πάντα! Είν’ ο Σμόλιγκας, στα βορειανατολικά, κι άλλες κορφές ανατολικά… «Ειν’ ο Αώος εκεί που βλέπεις τους ατμούς και την αντάρα, πέρ’ απ’ τις ράχες τούτες, η Βωβούσα πού τη λένε, απ’ το βουητό της!..»
Κι άλλες κορφές παραπέρα,., κι άλλες,., κι άλλες!..

Πάει!.. Βαδίσαμε, βαδίσαμε, βαδίσαμε, δεκάξη ώρες, από δάσος σε δάσος κι από ράχη σ’ άλλη ράχη, κι από φαράγγι σ’ άλλο φαράγγι, πιο βαθύ, πιο πυκνό, πιο παραμυθένιο.. – μέχρι πού φτάσαμε στην καρδιά της Πίνδου! Μας έκλεισε δωμέσα της βαθιά, ερριξ’ όλες τις κλάπες της και τις φραγές της, δεν ανοίγει με τίποτα, δεν ξεκλειδώνει με τίποτα! Κόσμος άλλος απ’ αυτόν εδώ, το θεόβουβο, δεν υπάρχει, δεν εχτίστηκε άλλος – δε φτάνεται!
Μ’ έπιασε μια μαύρη απελπισία!.. – σα να μου τα πήραν όλα: μάνα, πατέρα, δικούς, ό,τ’ είχα κι αγάπησα ποτέ, και μου ‘ριξαν αυτές τις ράχες με τα παράξενα ονόματα : Τσούκα Ρόσσα, Ραschιανά, Βάλια Μάρι (το πιο κοντινό ποτάμι, λέει, όξω απ’ το χωριό, δεξιά), Σίμνι Κόρι (Αη-Γιώργης, ‘ρημοκλήσι ερειπωμένο μες στο δάσος), Γκουγκουγιάνα (μια άλλη ράχη), στο Καλόγοορο (μες σ’ άλλο δάσος), στην Ότζιστα (μια κορφή ψηλή), στου Μούντζου, στο Μπόγκοβο, στη Schαλατούρα, στο Μόλο! Ποιο μώλο, για το θεό, εδώ; ποια θάλασσα βουνών ; ποια τρικυμία απ’ άγριες ράχες και ψαλιδόσκιστες κορφές χιονοσκέπαστες να τρυπαν τον ουρανό πάνω απ’ το κεφάλι μου, κρεμαστές στα δυόμισυ χιλιάδες μέτρα της Τύμφης, μ’ έκλεισαν και δε θ’ ανοίξουνε ποτέ να ξαναδώ τον κόσμο ;..

Τότ’ ένιωσα, πρώτη φορά, κείνα τα τραγούδια τους, τα λυπητερά, τα μονότονα, τα παράτονα… Μουγκανίζουνε, κλαίνε, το φράξιμο τους αυτό, το χτίσιμο τους μέσα στ’ αδιαπέραστα βουνά, τις αλλεπάλληλες ράχες σα διαφράγματα και δόντια, κλάπες και φραγές, αμπάρες διπλοκλείδωτες και τρισασφαλισμένες, να μην ανοίξουνε ποτέ, να μη φανεί άλλος κόσμος πέρα πως υπάρχει..- ότι ο μόνος κόσμος ειν’ αυτός, ο τελευταίος πριν απ’ το θάνατο αυτός! Και μετά, ο Άδης! Εκεί π’ αχνίζουν τα νερά, π’ ανεβαίνουν σαν αναβρασμοί ολοένα οι πυκνές αντάρες, η Βωβούσα που μουγκρίζει, που κυλάει τις κροκάλες της με τα κορμιά και τα κόκαλα, μέσα στις χαλάβρες της, ακατάπαυτα!..
Βράδυ…
Ξεχώρισα σε μια γωνιά φωτιά: κούτσουρο μεγάλο, κ’ έκαιγε αργά, ροδοκόκκινο σα γλύκισμα, βγάζοντας μια πύρα υγρή, χνοτίσια – σα ζώου χνότο καφτό μας τύλιγε, και μαβιά πότε-πότε, μακρόσυρτ’ άξαφνα, που σβήναν μες στα χάη της νύχτας ουρλιαχτά λύκων, φλόγες τί ερημιάς, θέ’ μου, τί ερημιάς !..
Πίττα είχανε ψήσει… Φύλλο-φύλλο, πλαστό: φύλλο και χόρτα, φύλλο και χόρτα και γκίζα, τσουκνίδες, λάπατα, μυρώνια, μάραθα..- τί άλλο μ’ αράδιασαν;
— Τσουκνίδες; ρώτησα.
— Ναι για! Τσουκνίδες! Τρώγουνται! μοΰπ’ η Δέσπω, η άλλη αδερφή του μπαρμπα-Θόδωρου, η νεώτερη. Δε σ’ αρέζουνε ;..
Είπα πως «ναι» — μ’ όλο που άνοστα εύρισκα όλα εκείνα τα χορταρικά μέσα στην πίττα, και μ’ ενοχλούσε κ’ η μνήμη πως εμείς τις κατουρούσαμε τις τσουκνίδες στ’ αστικά οικόπεδα (στους τοίχους, με τους σταυρούς!) εκδικητικά — κ’ έτρωγα όλο από πάνω: το ξεροψημένο φύλλο, το τραγανιστό!..
—Έμ, την ξεπέτσωσες όλη δά!.. κάνει ο μπάρμπα Θόδωρος, κι όχι, καθώς ένιωσα, για να μη φάω ό,τ’ ήθελα, μα γιατί «δεν ήτανε σωστό»!.. (Δούλευαν αρχές μέσα του.) «…Φάε και γέμιση !..»
Με πήγε για ύπνο η Δέσπω, στο «καλό» τους το δωμάτιο! Ξύλινο όλο ντυμένο, και στους τοίχους• μ’ ένα μεγάλο κρεβάτι, με σεντόνια κάτασπρα, χιόνι!.. – μα σκληρά, πέτρες!.. Και μαξιλάρι μακρύ, πέρα-πέρα, γιομισμένο κάργα καλαμποκόφυλλα – που έτριζαν, έτριζαν οληνύχτα, κάτ’ απ’ τ’ αφτί σου, δυνατά,., σαν κάρα να τράβαγαν,.. ατέλειωτα,., σε κακοτράχαλα…

Κοιμήθηκα ως αργά το πρωί μ’ αυτά τα κάρα που δεν έσωναν… Και σαν ξύπνησα, ένας ήλιος με σημάδευε απ’ αντίκρυ, μ’ όλα τα βέλη του φλογερά πάν’ απ’ τις κορφές του Σμόλιγκα, χύνονταν μες στο δωμάτιο σπάταλα, χρυσό ποτάμι ακράτητο στο σανιδένιο πάτωμα μέ τους ρόζους… Αυτός θάταν, ο ίδιος — Du grosses Gestirn— του Ζαρατούστρα, πούχε ανέβει «να βρει την καρδιά του στα βουνά της πατρίδας του»!..
Η Δέσπω μου ‘φερε, γελούμενη, κατσικίσιο γάλα, ζεστό, μόλις αρμεγμένο με τα χέρια της, Ολο αφρό..- με ψωμί καφτό, ξεφουρνισμένο τώρα, που μοσχομύριζε!..— Μπομπότα είναι! μου κάνει. Μα μη φας πολύ’ θα σε βαρύνει!.. (Κι άπλωσε το χέρι και μέ χάιδεψε, μου στρώσε τα μαλλιά..- σαν περήφανη για μένα.)
Γλυκύτατο! Και βέβαια πούφαγα πολύ! (Ποιος το βρίσκει και τ’ αφήνει;.. Και στο κρεβάτι, έτσι, πρωί-πρωί, με τη Δέσπω καθισμένη στα πόδια, να ξαναγιομίζει γάλα την κούπα εκείνη, την πήλινη, απ’ το μαστραπά που βάσταγε, και περίμενε υπομονετικιά!..)
Καθότανε με τα χέρια σταυρωμένα ύστερα, και με κοίταε που κάπνιζα. Κι όποτε την κοίταγα, χαμογελούσε. Καθώς πριν, πούβαζε γάλα κι άλλο, κι άλλο, κι άλλο, απ’ τον ξύλινο το μαστραπά πού μοσκοβολούσε. («Κέδρο είναι!» μουπε… «Σ’ αρέζει;..») (Γιατί τόλεγε με ζήτα, έτσι σα γλυκύτερο;..)
Άλλα μολύβι η μπομπότα στο στομάχι. Δίκιο είχε.

*

Έντεκα μέρες έμεινα μόνο – παραπάνω δεν άντεξα! Κι αυτές, δεν τις πέρασα καθαυτό στο χωριό, παρά στο δωμάτιο! Διάβαζα συνέχεια Ντοστογέβσκι — μια βαλίτσα βιβλία είχα κουβαλήσει μαζί μου! — κι όποτε πάσκιζα να βγω καμιά βόλτα στο χωριό, τι βόλτα; που όλο ανηφόρες και κατηφόρες ήτανε, να τσακιστή, αδύνατο να περπατήσεις σαν άνθρωπος, κατσίκι έπρεπε νάσουν, σ’ εκείνες τις άβολες, φυτεμμένες πλάκες, πού όλο στραβοπατούσες και γλύστραγες, τσαλαβουτούσες στα νερά, που παντοδύναμα, παγκυρίαρχα πλημμύριζαν τα πάντα, όπου και ν’ άπλωνες πόδι να σκαρφαλώσεις ή να στερεωθείς μην κατρακυλήσεις σε δεν ξέρω τί χαντάκια, λάκκους, λούμπες, αμπολές βαθειές, ύπουλες, όπου νερά πάλι άκουγες να τρέχουν υπόγεια, να γαργαρίζουνε κάτω από χόρτα, βατόμουρα, κλήματα παλιά κι ακλάδευτα σαν πέθαναν οι αφέντες τους, μολόχες τεράστιες, σαν πράσινα κουτά ολοφέγγαρα να καμαρώνουν, βλήτα μεγαλωμένα ίσαμ’ ένα μπόι, μέ κάτι μώβ λουλούδια κρεμαστά, σαν πολύτιμα περιδέραια• κι ολ’ αυτά συνήθως και στο μισοσκόταδο, στο σούρουπο, πούπεφτε βαρύ κι απότομο, γιατί δεν έλεγα να βγω και πριν δύση, έτσι νωρίς κιόλας που ‘δυε πίσω απ’ τις κορφές της Γκαμήλας ο ήλιος, απ’ τις πέντε, καλοκαιριάτικο!..
Το δάσος όμως δεν άφησε να του ξεφύγω χωρίς να μου θέση το πανικό του νόημα για πάντα μέσα μου…

Ήταν ένα καυτό απομεσήμερο, βαρύ, που δεν ήξερα τι ακριβώς ήθελα, τι μου ‘λειπε, τι με γύρευε. Πήρα τη μικρή κατσικούλα, την άσπρη, που η Δέσπω της είχε χαράξει ένα κόκκινο κύκλο με κραγιόνι στο λαιμό, κ’ ήταν ή αγαπημένη της: όλο τη φρόντιζε, την έλουζε, τη στέγνωνε στον ήλιο, λέγοντας της, κ’ εκείνη υπόμενε, ανάμεσα στα πόδια της, τα πάντα – κοιτώντας την με τα πρασινογάλαζα (κι άλλοτε γαλατερά της) μάτια, π’ αντίφεγγαν όλη την απομεσήμερη αντηλιά, καθώς την άρπαζα πολλές φορές, τη στύλωνα απέναντι μου και την κοιτούσα μύτη με μύτη!..
Την πήρα και τράβηξα βαθιά στο δάσος πολλή ώρα. Και παράτησα το μονοπάτι..- «κάθε τι πατημένα», έλεγα, «μακρυά μου!..»
Τη βάσταγα απ’ το σκοινί της, μα κι αύτη μ’ ακολούθαε, φχαριστημένη. Σταμάταγε, πότε-πότε, μου στυλώνονταν ζόρικα στα τέσσερα της – να φάει χλωρό κλαράκι που λιμπίζονταν… Σταματούσα, να της κάνω το κέφι… Μασούλαγε και με κοίταε… Κινούσε πάλι, μόνη: «Αει-ντε, να πάμε, άφου θές!..»

… Κάθισα στη ρίζα μιας οξιάς πελώριας, θεόρατης, με πλατειά σκιά. Μα το κάμμα δυνατό..- ίδρωνα συνέχεια! Εκείνη στέκονταν μπρος μου (σαν απορημένη, σαν παιγνιδιάρα), και με κοίταε. Μα είναι τόσο ήρεμο το βλέμμα τους των κατσικιών, των προβάτων! Τόσο προκλητικά, δαιμονικά, μα τό θεό, ήρεμο!.. Δεν ξέρω γιατί – με θύμωνε ! Πως μπορούσε νάναι τόσο ήρεμη, τόσο γαλατερό το βλέμμα της, τόσες ανταύγειες μέσα της κι αντηλιές τόσο ξάστερες ν’ αντιφεγγίζ’ η γαλαζοπράσινη; γκριζοπράσινη; λαχανιά; κόρη της!..
Ήταν δυνατό τίποτα να μη σκέφτεται, να μην ήθελε, να μην καταλάβαινε από μένα;.. Ήμασταν μόνοι μας μες στο δάσος..- δεν την έσωζε τίποτα! Ήταν δυνατό να μη φοβάται τίποτ’ από μένα; νάχη τόση εμπιστοσύνη;.. Σάμπως δεν ήμουν αλήθεια ένα ζώο κακό; άγριο μέσα του κι αμαρτωλό, σκοτεινό θεοσκότεινο – πίσσα, Όχι γάλα, ή ψυχή του;.. Κι αυτή δε φοβόταν; δεν έτρεμε; Δεν ήταν θηλυκό κ’ ήμουν αρσενικό;.. Δεν ήταν ανήμπορη, αδύναμη μπρος μου;.. «Ότι ήθελα μπορούσα να την κάνω! Να τη σκοτώσω, να την πνίξω με τα δυό μου χέρια – έστω κι απ’ αγάπη τρελή!.. Πως δε με φοβόταν διόλου;
Ένα φοβερό θηρίο ήμουν μπρος της, άγνωστο της, αδιάγνωστο τέλεια για όποια της ικανότητα τάχα να γνωρίζει.. Πως και δε μ’ έτρεμε;
Μου βέλαξε… Μ’ ένα χμέεε!, π άρχιζε τόσο γλυκά, τόσο απαλά, σα με μιαν ανέμελη εκπνοή της – ένα τόσο παιδικό, και στοργικό μαζί, βέλασμα… Και παιδικό και
παιγνιδιάρικο. Να παίξουμε! σα νάλεγε. Να χαϊδευτούμε! (Και μου ‘τριψε το ξύλινο κεφάλι έτσι, στο γόνατο!)
Δεν έχει ιδέα τι μπορεί να της συμβεί !.. Μου χαϊδεύεται μόνη της, με πρωτοβουλία της θαρρετή, αναιδή σχεδόν, αφού δεν την χαϊδεύω γώ ! Με κουτουλάει, μου τρίβεται, ανάμεσα στα πόδια, στριφογυρνώντας απ όλες τις μεριές, να μην αφήσει πλευρά της που δε μου ‘δωσε, δε μου πρόσφερε ολόθερμη – και σκληρή απ’ την τρίχα της, την κάτασπρη, την τραχεία στη θέληση της, στον οργο της σφοδρά εκεί για μένα!..
Την αγκαλιάζω – δε φέρνει αντίρρηση… Θα παίζουμε λοιπόν! Δυνατά θα παίζουμ’ οι δυό μας! – αυτό εννοεί.
Τη σφίγγω, ανασηκωμένη ψηλά, στα πισινά της, με τη μουσούδα της ίσα μπρος στη μύτη μου, κολλημένη, μυτερή..- ανάσα μ’ ανάσα, μάτια με μάτια, στυλωμένα, διάπλατα, σπαθιά σουβλερά μέσα στα μάτια ο καθένας μας του άλλου!..
Ολοφάνερα της αρέσει αυτό το ματίσιο σούβλισμα, το ιδεατό, πού τη διαπερνάει όλη, ως τις οπλές και τα στριφοκέρατα – την πιο παραδομένη μου περηφάνια της! Της αρέσει, και μου ξανακάνει το χαρούμενο χμέεε! της και γίνονται πιο γαλατερά, πιο λαχανιά τα μάτια της!.. Α,., τούτη δεν καταλαβαίνει τι κινδυνεύει στα χέρια μου !.. Ειν’ ηλίθια, ντίπ !..
Τη σφίγγω παραπάνω! Μπορώ, αν θέλω — αν θελήσω (κι άξαφνα μπορώ να το θελήσω, όποτε μούρθει!) — μπορώ και να την πνίξω, σφίγγοντας την, δυνατότερα, στο στήθος μου!.. Τα μπράτσα μου, γι’ αυτήν, έτσι μικρούλα πούναι και τρυφερή, όλο γάλα ακόμα — τί μυς έχει; τί κοκαλάκια; έλα τώρα! σαν πουλάκι μαλάκια είναι!.. — , τα χέρια μου είναι γι’ αυτήν αρκούδας τανάλιες ! Λίγο να κάνω έτσι παραπάνω, έσκασε! Κιχ δε θα βγάλει – ούτε χμέεε πια!..
… Σταμάτησα.
Γιατί κάτι φοβήθηκα εγώ – Όχι αυτή!..
Πάλι χμέεε!..
Πάλι με κοίταγε, άφοβη κι ανυποψίαστη: …Έλα να ξαναπαίξουμε! ‘Ωραίο ήταν αυτό, μές στα μπράτσα σου έτσι σφιχτά χλειδωμένη – να δούμε αν ξεφεύγω!..
Την ξαναγκάλιασα! Π ιό δυνατά, πιο κλειστά – πιο έτοιμα φονικά, αποπνιχτικά της!..
… Πάνω μας τα βαριά φυλλώματα σκέπαζαν τον ουρανό.

Τότε σκέφτηκα την κόκκινη γραμμή με το κραγιόνι γύρω στο λαιμό της χαραγμένη,., τις έτσι αιματηρά βαμμένες άσπρες τρίχες: τι σκληρές ! τι ζωντανές! Τι όμορφα τσουλούφια της άταχτα, δικά της! Λες κ’ ήτανε περήφανη γι’ αυτά, καθώς έστεκ’ ήσυχη που της τα χάιδευα… Μα τί σήμαινε αύτη η κόκκινη γραμμή με το κραγιόνι; «Θαρρώ…», της έκανα, «πως δε γίναν για την ομορφιά σου, παρά για το σφάξιμό σου! Όπου νάναι δε θα υπάρχεις – το ξέρεις; Μπορείς να το σκεφτείς αυτό με το χμέεε σου που μονάχα ξέρεις να βελάζεις ;..

Δεν καταλάβαινε. Και με κοιτούσε, πάλι έτοιμη να ξαναπαίξουμε τ’ αγκάλιασμα πού τη σφίγγει τόσο και τη ζεσταίνει στο στήθος άλλου ζώου!.. Πολύ της άρεσε!.. — Κ’ εγώ σου λέω, της ξανάπα δυνατά, μες στο δάσος, πού κανείς δε μας άκουγε, πώς σε λίγο δε θα υπάρχεις ! ΘΑ ΣΕ ΣΦΑΞΟΥΝ ! – κανείς δε θα σε λυπηθεί! Μόνο εγώ σε λυπάμαι! (Και την ξαναγκάλιασα – να μη βλέπω κατάματα εκείνα της τ’ ανυποψίαστα γαλαζοπράσινα.) Μόνο εγώ σ’ αγαπάω ! (Και την ξανάσφιξα, δυνατά έτσι ασφυχτικά που της άρεσε, μέχρι πού βέλαξε πονεμένα πια…)
Την ξάπλωσα με το ζόρι ανάσκελα στο χορτάρι!..
Δεν τόχε ξαναπάθει κάτι τέτοιο, κι αντιστέκονταν, μ’ όλους της τους μυς, τους τένοντες τεντωμένους, μα δε μπορούσε να τα βγάλει πέρα μαζί μου, και σπαρτάραγε κει ανάσκελη κάθε τόσο πάλι, να λευτερωθεί! («Κι όμως χειρότερα θα σου φερθούν, πάνω πού θα βαστάνε και μαχαίρι, να χαράξουν αυτού ακριβώς!, να κόψουν ίσα-ισα εκεί βαθιά, ως πέρα-πέρα, να ενώσουν μαχαιριά με μαχαιριά, κει π’ ανασαίνεις ίσα-ισα, πού καταπίνεις γλυκό το μασημένο χόρτο σου, πού καταπίνεις ξεδιψαστικό το δροσερό νερό,. αυτού ακριβώς πού σ’ έχουνε χαράξει!, σ’ έχουν ΠΡΟχαράξει!, δεν το ξέρεις, ανόητη πού μου σφαδάζεις τώρα, ζωντανή ακόμα!, πού εγώ σε παίζω, δε σε σκοτώνω, ανόητη, έ ανόητη!, αγάπη μου, ε αγάπη μου!..»)

Και δεν την άφηνα να σηκωθεί — γιατ’ ήτανε ζωή πάντως! ήτανε ζωή, χειροπιαστή! (να τη νιώσει! δυνατά να τη νιώσει, ως το μεδούλι της!) — σα γυναίκα πού βιαζόταν βάναυσα, την πάλευα πεισματικά να μένη κάτω ! εκεί! ανάσκελα!, την έσφιγγα όπου την κρατούσα μ’ ατσάλινα χέρια!, τη ζουλούσα κι ας πόναγε! («πόναγε! δε σφαζόταν! πόναγε, κι ανάσαινε όμως, δε σφαζόταν! και δεν τόξερε πόσο ευτυχισμένη έπρεπε νι νιώθει μες σε τέτοιον πόνο, πού δεν ήταν θάνατος, δεν ήταν κόψιμο του γλυκού χόρτου στο λαρύγγι, διακοπή του δροσερού νερού καθώς κατεβαίνει ξεδιψαστικό – δεν ήταν ένωμα φριχτό, αποπνιχτικό, της μαχαιριάς με την άλλη μαχαιριά!, εκεί πού το κραγιόνι την είχε κιόλας προχαραγμένη!..»)

Στο τέλος βρήκε κάποια ευκαιρία, καθώς ήμουν όλος πεσμένος απάνω της (γιατί δεν έπαιζε πια η αντίσταση της! όλη ένα νεύρο είχε γίνει!), και τίναξε το δεξί της μπροστινό μες στο μάτι μου!..

Ισαμε να συνέρθω γώ άπ’ τον πόνο, αυτή μασούλιζε πάλι, αμέριμνη, χλωρό κλαράκι, πούχε πάλι ξεδιαλέξει μες από τόσα και τόσα γύρα της, και τα πράσινα του φύλλα, όλο χυμούς, γαλατερούς, κατέβαιναν γλυκά και κάτω απ’ το λαρύγγι της!, ανεμπόδιστα!, τέλεια ανυποψίαστα κι ολοβέβαια για τη συνέχεια!•,

Αχ, προχαραγμένη μου! Εγώ, ο προχαραγμένος σου άλλο τόσο, στο λέω – θέλω να πω στο κρύβω να μην τ’ ακούσης στην κατσικίσια σου γλώσσα του χμεεε! τι σημαίνει το κόκκινο σου στόλισμα με το κραγιόνι στο λαιμό,.. τι σημαίνει !..

 

Το αφήγημα του Ρένου Αποστολίδη «Ντομπρίνοβο» αναδημοσιεύεται από το βιβλίο του Νίκου Εξάρχου «το Ντομπρίνοβο».

.

 

Advertisements