«Δεν γίνεται Λακκιώτης έμπορος και Ζαγορίσιος καπετάνιος»

Του Γιάννη Κ. Παπαϊωάννου

Έτσι συνήθιζε να λέει ο λαός μας και ξεκαθάριζε μάλιστα ότι «ο Λακκιώτης από γεννησιμιού του είναι καπετάνιος και ο Ζαγορίσιος είναι έμπορος». Και όπως για όλα τα πράγματα υπάρχει εξήγηση, το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση μας.
Κατ’ αρχήν ο Λακκιώτης ή Παρασουλιώτης είναι αυτός που κατάγεται από την περιοχή της Λάκκας Σουλίου. Η Λάκκα Σουλίου – όπως λέει και το όνομα της – είναι η λεκάνη που περικλείεται από τις απόκρημνες οροσειρές του Σουλίου και του επιβλητικού Τόμαρου (Ολύτσικας). Σε αυτή την λεκάνη βρισκόταν τα χωριά, που ήταν άμεσα εξαρτημένα από το Σούλι στα χρόνια που προηγήθηκαν της ελληνικής επανάστασης.

Σήμερα είναι μοιρασμένα στα διοικητικά όρια των νομών Ιωαννίνων, Θεσπρωτίας, και Πρέβεζας (διαμερίσματα Λακκοπούλας στην περιοχή Τύριας Δωδώνης, Παραμυθιάς, Μαργαριτίου, Φαναριού και Λάκκας ή Λελόβου στην Πρέβεζα).
Στα τέλη του 16ου αιώνα κτίστηκε το πρώτο χωριό Σούλι στην απόκρημνη οροσειρά που πήρε το όνομα της από αυτό και συνορεύει με τα όρη Παραμυθιάς και ακολούθησαν ο Αβαρίκος, η Κιάφα και η Σαμονίβα, που αποτέλεσαν το «Τετραχώρι».
Κυνηγημένες οικογένειες από τους τούρκους ήταν οι πρώτοι κάτοικοι που εγκαταστάθηκαν με τα κοπάδια τους και με το όπλο στα χέρια έδιναν καθημερινό αγώνα επιβίωσης. Είναι η εποχή που οι τούρκοι εξοντώνουν ομαδικά τους χριστιανούς τιμαριούχους και παραχωρούν τα τιμάρια τους στους μουσουλμάνους αρβανίτες. Οι χριστιανοί Σουλιώτες είναι οι παλιοί πολεμιστές των χριστιανών τιμαριούχων, που έχασαν την δουλειά τους και αναγκάζονται να καταφύγουν στα βουνά αρκούμενοι στην πληρωμή ενός συμβολικού φόρου υποτέλειας στους τούρκους. Σύντομα σουλιώτικες οικογένειες από το Τετραχώρι κατεβαίνουν χαμηλότερα και εγκαθίστανται μόνιμα σε άλλα επτά χωριά (το Τσεκούρι, τη Βίλια, το Περεχάτι, το Αλεποχώρι, τη Γκανιόλα, τις Κονιάτες, το Τσιφλίκι), που ονομάζονται με ένα όνομα «Εφταχώρι». Το Τετραχώρι μαζί με το Εφταχώρι είναι χωριά σουλιώτικα. Το Εφταχώρι αποτελείτο εξωτερικό οχυρό του Σουλίου. Πρώτο αντιστέκεται στις εχθρικές επιδρομές και βρίσκει χρόνο το Τετραχώρι – που βρίσκεται ψηλότερα – να συγκεντρώσει τον πληθυσμό και να ετοιμάσει την άμυνα του. Τον 17° αιώνα τα 11 χωριά – Τετραχώρι και Εφταχώρι – έχουν 6.000 κατοίκους, που εμφορούνται από αγάπη στην ελευθερία, επιδίδονται στην τέχνη του πολέμου και διατηρούν σημαντική ένοπλη δύναμη κάτω από την μύτη του τούρκου δυνάστη, ο οποίος υποχρεώνεται να αναγνωρίσει την αυτονομία τους περιοριζόμενος μόνο στην είσπραξη κεφαλικού φόρου και δεκάτης από τα πρόβατα. Είναι χωρισμένοι σε 47 φάρες και αυτοδιοικούνται από συμβούλιο, στο οποίο συμμετέχει ο αρχηγός κάθε φάρας στα πλαίσια μιας ελεύθερης συμπολιτείας με το όνομα «Κριτήριο της Πατρίδος». Είναι δε πιθανή η προέλευση της ονομασίας Σούλι από την αρβανίτικη ρίζα σούλ-ι, που σημαίνει σκοπιά ή καραούλι (άποψη του Π.Α. Φουρίκη).

Η συμπολιτεία των Σουλιωτών επεκτείνει στην συνέχεια την κυριαρχία της στα γειτονικά χριστιανικά χωριά της Λάκκας Σουλίου αποσπώντας τα από τους γύρω μουσουλμάνους μπέηδες. Οι κάτοικοι τους δέχονται με προθυμία να είναι υποτελείς στους Σουλιώτες εξασφαλίζοντας την προστασία τους από κάθε κίνδυνο και επιδρομή (τόσο των ίδιων, όσο και των ζώων και των περιουσιών τους) με την καταβολή σ’ αυτούς ενός φόρου σε είδος (καλαμπόκι – τρόφιμα) αντί να δουλεύουν κολίγοι σε τουρκικά τσιφλίκια. Τα χριστιανικά χωριά της Λάκκας Σουλίου αποτελούν τα Σουλιωτοχώρια ή το Παρασούλι και μαζί με το κυρίως Σοΰλι (Τετραχώρι και Εφταχώρι) γίνονται το φόβητρο των τουρκαλβανών, που κατοικούν εκεί γύρω. Πολλοί μπέηδες και αγάδες των γύρω περιοχών προτιμούν να δίνουν χρήματα στους Σουλιώτες παρά να πολεμούν μαζί τους, για να μπορούν να έχουν ήσυχο το κεφάλι τους από τις κλέφτικες επιδρομές τους, αφού οι Σουλιώτες συντηρούνται:
1. κατά μεγάλο μέρος από τα λάφυρα (πλιάτσικα), που κουβαλούν από τα πλούσια υποστατικά των μπέηδων και αγάδων.
2. από τον φόρο σε είδος που συγκεντρώνουν από τα Σουλιωτοχώρια.
3. από τα κοπάδια που οι ίδιοι διατηρούν.
4. από τις συμφωνίες που έκλειναν με τους διάφορους εμπόρους για την παροχή βοήθειας – προστασίας τους.

Ο αδιάκοπος αγώνας ελεύθερης επιβίωσης με την διαρκή αντιπαράθεση τους με μπέηδες και πασάδες, καθώς και η ανάγκη να υπερασπίζονται και να ελέγχουν τα χωριά της Λάκκας Σουλίου, έκαναν τους Σουλιώτες γενναίους και ξακουστούς πολεμιστές.
Ο Αλή-πασάς έθεσε προτεραιότητα την ελεύθερη διακίνηση που θα εξασφάλιζε την ανάπτυξη του εμπορίου, γι’ αυτό και προσπάθησε να ελέγξει το σύνολο του πασαλικιού του – δηλαδή την επικράτεια που όριζε. Έτσι επιτέθηκε κατ’ επανάληψη εναντίον των Σουλιωτών, περιόρισε τον έλεγχο τους πάνω στα Σουλιωτοχώρια (την περιοχή της Λάκκας Σουλίου), εκμεταλλεύτηκε την διαμάχη που υπήρχε ανάμεσα στις δύο κυριότερες φάρες (των Μποτσαραίων και των Τζαβελαίων) προσεταιριζόμενος τον Γιώργο Μπότσαρη και δημιούργησε κάθε είδους συμμαχίες, για να καταλάβει τελικά με συνθηκολόγηση το Σούλι τον Δεκέμβριο του 1803.

Το Σούλι αδειάζει από τους Σουλιώτες. Όσοι ακολουθούν την φάρα των Τζαβελαίων καταλήγουν μέσω Πάργας στην Κέρκυρα, όπου μαζί με άλλους κλέφτες και αρματολούς βρίσκουν δουλειά στον στρατό της Ιόνιας Πολιτείας. Όσοι μένουν στην περιοχή της Ηπείρου θεωρούνται πρόβλημα για τον Αλή-πασά, οι άνθρωποι του οποίου τους χτυπάνε με δόλο στον δρόμο της φυγής τους. Έτσι άλλες Σουλιότισσες με επικεφαλής την Δέσπω Σέχου ανατινάζονται στου Δημουλά τον πύργο, ενώ άλλες σέρνοντας τον τελευταίο τους χορό γκρεμίζονται με τα παιδιά τους στον βράχο του Ζαλόγγου. Στο Βουργαρέλι των Τζουμέρκων καταφεύγει κυνηγημένος ο Κίτσος Μπότσαρης, όπου έχει εγκατασταθεί από παλιά η φάρα των Μποτσαραίων (πάνω από 1.100 μέλη). Επειδή δε νοιώθει καθόλου σίγουρος εδώ, παίρνει τη φάρα του και καταφεύγει στη μονή Σέλτσου στα Άγραφα, που είναι αφιερωμένη στην κοίμηση της Θεοτόκου. Από πίσω του καταφθάνει ο στρατός του Αλή, που τους πολιορκεί για 4 μήνες. Στις 15 – 4 -1804 και μετά από προδοσία ανοίγει η πόρτα της μονής και σφάζονται οι περισσότεροι. Όσοι σώζονται άλλοι καταφεύγουν στα αρματολίκια και άλλοι φτάνουν στην Πάργα και από κει στα Επτάνησα.

Το 1820 και ενώ τα σουλτανικά στρατεύματα εισβάλλουν στην Ήπειρο εναντίον του Αλή-πασά, επανέρχονται οι Σουλιώτες και μπαίνουν αρχικά στον πόλεμο κατά του Αλή με τον όρο να τους δοθεί το Σούλι. Όταν υπαναχωρούν στην συμφωνία τους οι σουλτανικοί, ο Αλή-πασάς τους προσεταιρίζεται και τους εγκαθιστά στο Σούλι κι εκείνοι πολεμούν στο πλευρό του μέχρι την τελική του πτώση. Ακολουθεί νέα εκδίωξη από το Σούλι, οπότε όλοι οι Σουλιώτες περνούν στην ελληνική επανάσταση και διακρίνονται σε όλες τις μάχες του αγώνα. Η περίφημη μάχη του Πέτα, που κατέληξε σε αποτυχία, είχε σκοπό να βοηθήσει τους Σουλιώτες να κρατήσουν το Σούλι. Έτσι βρέθηκαν μέχρι τις μέρες μας οι Σουλιώτες διασκορπισμένοι και εγκατεστημένοι στην Πάργα, στο Βουργαρέλι και στο Αθαμάνιο των Τζουμέρκων, στην Άρτα, στα χωριά του Βάλτου, στο Μεσολόγγι, στη Ναύπακτο, στην Αθήνα. Δίπλα στους Σουλιώτες οι κάτοικοι της Λάκκας Σουλίου ή Λακκιώτες – όπως επικράτησε τελικά η ονομασία τους – έμαθαν να ζουν σε έναν τόπο όχι εύφορο έχοντας φίλο αχώριστο και προστάτη τους το όπλο. Να συμπαραστέκονται στους Σουλιώτες, που τους εξασφαλίζουν προστασία και κάποιον αέρα ελευθερίας και να αγωνίζονται ταυτόχρονα για την καθημερινή επιβίωση των οικογενειών τους.

Η περιοχή του Ζαγορίου με τα ειδικά προνόμια που εξασφαλίζει και φροντίζει να ανανεώνει από τους σουλτάνους, έχει κατορθώσει κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας να λειτουργεί ως αυτόνομη και αυτοδιοίκητη πολιτεία. Ο επικεφαλής του Ζαγορίου αιρετός άρχοντας – ο αποκαλούμενος «βεκύλης» – προσλαμβάνει κάθε χρόνο χριστιανό οπλαρχηγό, ο οποίος συγκροτεί σώμα 100 ανδρών για την περίοδο του καλοκαιριού και 160 για τον χειμώνα, οι οποίοι αναλαμβάνουν την ασφάλεια των οδών του Ζαγορίου και την φύλαξη και περιφρούρηση της περιοχής από τις ληστρικές επιδρομές. Την αρμοδιότητα μάλιστα αυτή ο βεκύλης του Ζαγορίου διατηρεί μέχρι το 1846, ενώ με τους μισθούς του σώματος επιβαρύνεται ως το 1868 το «κοινό των Ζαγορίσιων» Η συγκρότηση του σώματος γίνεται από άνδρες, που προέρχονται κυρίως από την Λάκκα Σουλίου. Καθώς ο δικός τους τόπος – η Λάκκα Σουλίου – είναι φτωχός, όταν δεν προσλαμβάνονται στο σώμα περιφρούρησης του Ζαγορίου αρκετοί Λακκιώτες γίνονται βοσκοί και υπηρέτες σε πλούσια σπίτια ξενιτεμένων Ζαγορίσιων στα χωριά του Ζαγορίου.

Με την, πάροδο του χρόνου οι Λακκιώτες που απασχολούνταν στο Ζαγόρι, καθώς ήταν καλοί κι εργατικοί έμειναν εδώ κι έγιναν μέτοικοι του Ζαγορίου. Γι’ αυτό και βρίσκουμε σήμερα Λακκιώτες στην καταγωγή στα παρακάτω χωριά του Ζαγορίου: Ασπραγγέλους, Ελάτη, Καλουτά, Μανασή, Νεγάδες, Φραγκάδες, Λεπτοκαρυά, Λάιστα, Ηλιοχώρι, Βρυσοχώρι.
Η παράδοση των Λακκιωτών στην γνώση του όπλου συνδυασμένη με το άγονο του τόπου καταγωγής τους και το ανεξάρτητο του χαρακτήρα τους συνεχίστηκε και μετά την προσάρτηση της ευρύτερης περιοχής των Ιωαννίνων στην ελληνική επικράτεια. Αξίζει να αναφέρουμε ότι ο συνταγματάρχης πυροβολικού Δημήτριος Κωστάκης, που διακρίθηκε στον ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940 και έγινε το φόβητρο των ιταλών για τις ακριβείς στοχεύσεις εναντίον τους, κατάγεται από το χωριό Μπεστιά της Λάκκας Σουλίου, όπου και γεννήθηκε. Η φήμη του είχε απλωθεί αστραπιαία στον τοπικό πληθυσμό της Βορείου Ηπείρου, που με ενθουσιασμό έλεγαν γι’αυτόν:
Ο Κωστάκης με τα κανόνια
τριγυρίζει την Αυλώνα
το Δυρράχιο βυθίζει
και την Ρώμη βομβαρδίζει.

Ο συνταγματάρχης Ναπολέων Ζέρβας γεννημένος στην Άρτα έλκει την καταγωγή του από την περιοχή του Σουλίου. Η συγκρότηση των ανταρτικών σωμάτων του ΕΔΕΣ (Εθνικός Δημοκρατικός Ελληνικός Σύνδεσμος) κατά την διάρκεια της ιταλογερμανικής κατοχής έγινε από τον ίδιο με ανθρώπους της περιοχής Λάκκας Σουλίου (τάγμα Κολιοδημητραίων στην Λάκκα Σούλι και τάγμα Ξηροβουνίου, που συνορεύει με την Λάκκα Σούλι), καθώς και από την περιοχή του Βάλτου, όπου βρέθηκαν διεσπαρμένοι αρκετοί από τους Σουλιώτες που επέζησαν μετά τον θάνατο του Αλή-πασά και την ενεργό συμμετοχή τους στην ελληνική επανάσταση του 1821.

Ας έρθουμε τώρα στον Ζαγορίσιο, τον κάτοικο της περιοχής του Ζαγορίου, η οποία βρίσκεται πίσω από το βουνό Μιτσικέλι και η ονομασία της έχει σλαβική προέλευση, αφού «Ζαγόρι» σημαίνει «πίσω από το βουνό». Πράγματι στην μπροστινή πλευρά του Μιτσικελιού απλώνονται τα Γιάννινα με την γιαννιώτικη λίμνη και το ομώνυμο λεκανοπέδιο τους. Ο Ζαγορίσιος είναι ο άνθρωπος που μέσα στην δίνη των επιδρομών, των συνεχών αναστατώσεων και των ανακατατάξεων στην βαλκανική χερσόνησο κατά τους 13°-14°, καθώς και κατά το πρώτο ήμισυ του 15ου αιώνα ζυγίζει προσεκτικά με το μυαλό του τα γεγονότα και δέχεται να προσκυνήσει με όρους τον τούρκο κατακτητή, για να εξασφαλίσει τα αυτονόητα. Το δικαίωμα δηλαδή να μπορεί να αυτοδιοικείται, να διατηρεί την χριστιανική πίστη του, την γλώσσα και τα έθιμα του. Έχει πλέον ιστορικά διαπιστωθεί ότι ο οθωμανός τούρκος στην προσπάθεια του να επεκτείνει την κυριαρχία του σε όλη την Βαλκανική καινά περικυκλώσει την Κωνσταντινούπολη, προκειμένου να την καταλάβει ευκολότερα, για να την καταστήσει πρωτεύουσα της οθωμανικής αυτοκρατορίας που ονειρεύεται να ιδρύσει σαν συνέχεια της βυζαντινής, δέχεται ως φόρου υποτελείς του όσους αναγνωρίζουν την κυριαρχία του και τους παραχωρεί προνόμια. Αντίθετα «περνάει διά πυρός και σιδήρου» εκείνους που τον αμφισβητούν και του αντιστέκονται. Χωρικός της υπαίθρου είναι ο Ζαγορίσιος και όπως όλοι οι χωρικοί είναι φόρου υποτελής στο γιαννιώτικο κάστρο, όπου έχουν εγκατασταθεί βυζαντινές κωνσταντινουπολίτικες οικογένειες μετά την άλωση της Πόλης από τους φράγκους το 1204 και έχουν ιδρύσει το Δεσποτάτο της Ηπείρου. Εκείνη την εποχή το Ζαγόρι περιλάμβανε μόνο 14 χωριά, αυτά που αποτελούν το σημερινό κεντρικό Ζαγόρι, ενώ το σημερινό δυτικό Ζαγόρι λεγόταν Παπιγκινοί από το κεφαλοχώρι Πάπιγκο και βρισκόταν υπό τον έλεγχο της μονής Βελλά (χρυσόβουλο δεσπότη Συμεών του 1352).

Αντίθετα το ανατολικό Ζαγόρι ιδρύθηκε κατά τον 14° με 15° αιώνα και τα χωριά του φέρνουν την ονομασία Βλαχοζάγορα. Όταν το 1430 ο τούρκος στρατηγός Σινάν-πασάς προελαύνει στα Γιάννινα, πεντακόσιες οικογένειες από το κεντρικό Ζαγόρι και από την περιοχή Κουρέντων βγαίνουν να τον προϋπαντήσουν και να τον προσκυνήσουν στην θέση «Προσκύνηση» (οφείλει το όνομα της στην συγκεκριμένη ενέργεια των Ζαγορίσιων και βρίσκεται κοντά στο παλιό Σανατόριο, όπου σήμερα λειτουργεί το Κρατικό Νοσοκομείο Χατζηκώστα των Ιωαννίνων) ζητώντας του αυτονομία και αυτοδιοίκηση. Και εξασφαλίζουν το προνόμιο να μην πληρώνουν κανένα φόρο στον σουλτάνο κι αυτόν ακόμα τον κεφαλικό. Αναλαμβάνουν όμως την υποχρέωση να στέλνουν στον αυτοκρατορικό στρατό έναν συγκεκριμένο αριθμό ανδρών για τις βοηθητικές υπηρεσίες περιποίησης των αλόγων και των αμαξιών και μόνο για ενάμιση μήνα ο καθένας. Τα χριστιανικά αυτά σώματα του στρατού έχουν πάρει κιόλας από την Βουλγαρία το όνομα «Βοϊνάκ» κι από τότε οι Κουρεντιώτες και οι Ζαγορίσιοι ονομάστηκαν «Βοϊνίκηδες».

Το παράδειγμα των χωριών του κεντρικού Ζαγορίου ακολουθούν και τα χωριά του δυτικού Ζαγορίου, που αποτελούν χωριστή αυτόνομη περιοχή με έδρα το Πάπιγκο. Τον 17° αιώνα όλα τα χωριά του Ζαγορίου – το Κεντρικό, το Δυτικό και το Ανατολικό – αποτελούν ενιαία αυτόνομη περιοχή με την ονομασία «Κοινό του Ζαγορίου» ή «Βιλαέτι του Ζαγορίου» και με αναγνωρισμένα πολλά προνόμια. Με τα προνόμια διασφαλίζεται στο Ζαγόρι αυτονομία και αυτοδιοίκηση. Τα προνόμια του Ζαγορίου αναγνώρισε πρώτος με «χάτι» ο σουλτάνος Μουράτ Β», ενώ οι Ζαγορίσιοι βρισκόταν σε συνεχή εγρήγορση και φρόντιζαν, όταν άλλαζε η τάξη πραγμάτων στην Κων/πολη και αναλάμβανε την εξουσία νέος σουλτάνος να εκδίδεται νέο χάτι, με το οποίο επικυρώνονταν όλα τα προνόμια του Ζαγορίου, καθώς επίσης και «φιρμάνια» με τα οποία αναγνωρίζονταν τα δικαιώματα και αίρονταν βλαπτικές διατάξεις «του πιστού Ζαγορίου».

Μάλιστα δε αρκετές φορές κατορθώνουν να επεκτείνουν τα δικαιώματα τους, αφού οι Ζαγορίσιοι που πηγαίνουν περιοδικά στην Κων/πολη στην υπηρεσία του αυτοκρατορικού στρατού, με την πάροδο του χρόνου δημιουργούν σημαντικές γνωριμίες. Άλλοι εγκαθίστανται μόνιμα στην πρωτεύουσα της οθωμανικής αυτοκρατορίας σαν εμπορευόμενοι και άλλοι σαν υπάλληλοι και μαθαίνουν την τέχνη να διαπραγματεύονται, να ελίσσονται, να διεκδικούν, να μηχανορραφούν, να κολακεύουν και ταυτόχρονα να προσκυνούν και να αναγνωρίζουν την αδιαμφισβήτητη κυριαρχία του σουλτάνου προς ίδιον όφελος και πάντοτε προς όφελος της ιδιαίτερης πατρίδας τους, του Ζαγορίου. Κατ’ αυτόν τον τρόπο η περιοχή του Ζαγορίου δεν γνωρίζει κατά την διάρκεια της οθωμανικής αυτοκρατορίας καταστροφές, καταπιέσεις και περιορισμούς και μάλιστα μέχρι το 1862 δεν πάτησε τούρκος το πόδι του στην περιοχή. Με την πάροδο του χρόνου συγκεντρώθηκε ένα σύνολο από «χάτια» (αυτοκρατορικές διαταγές), «φιρμάνια» (σουλτανικά διατάγματα) και «μπουγιουρουλντιά» (κατά χώρας διαταγές). Το καλοκαίρι του 1820 ο Χουρσίτ με τα σουλτανικά στρατεύματα περικυκλώνει τα Γιάννινα και ο Αλή-πασάς περιορίζεται στο κάστρο, αφού πρώτα βάζει φωτιά στις 25 Αυγούστου και καίει μεγάλο μέρος της πόλης των Γιαννίνων. Με εκείνη την φωτιά, που εξοργίζει τους Γιαννιώτες, καίγονται και όλα τα επίσημα έγγραφα του Ζαγορίου, αφού κάηκε το σπίτι του Αλέξη Νούτσου, ο οποίος ήταν τότε «γενικός προεστός του Ζαγορίου» στα Γιάννινα και όπου αυτά βρίσκονταν εκεί φυλαγμένα.

Ξεχωριστή μορφή για τα Γιάννινα την περίοδο της τουρκοκρατίας αποτελεί ο Ασλάν-πασάς ο Α’, που έφερε και τον τίτλο του «βεζύρη», πασάς των Γιαννίνων από το 1600 μέχρι το 1612, τρίτος κατά σειρά μετά την άλωση τους το 1430 από τους τούρκους. Είναι ο γενάρχης της ομώνυμης οικογένειας οθωμανών αξιωματούχων της Ηπείρου – της δυναστείας των Ασλανιδών – ο οποίος κατά την παράδοση κατάγεται από την Βίτσα Ζαγορίου, απ’ όπου και αρπάχτηκε με κάποιο παιδομάζωμα. Αχμέτ Α(ρ)σλάν είναι το τούρκικο όνομα του και α(ρ)σλάν=λιοντάρι, το προσωνύμιο που πήρε για την παλικαριά και τα κατορθώματα του.
Τα προνόμια που απολαμβάνει από τον 17° αιώνα το «κοινόν του Ζαγορίου» ή «βιλαέτι του Ζαγορίου» είναι:
1. αυτονομία και αυτοδιοίκηση σε πρωτοβάθμιο και δευτεροβάθμιο επίπεδο.
2. επιτρέπεται η χωρίς κωλύματα τέλεση θρησκευτικών εορτών, χτύπημα καμπάνων, επιδιόρθωση ναών κλπ.
3. απαγορεύεται στον μητροπολίτη Ιωαννίνων να παρεμβαίνει στις διαφορές των Ζαγορίσιων, χωρίς την άδεια του προεστού όλων των χωριών.
4. την γενική διοίκηση του Ζαγορίου την έχει ο Ζαγόρ-κοτζάμπασης ή Ζαγόρ-βεκύλης, που εκλέγεται κάθε εξ μήνες από το συμβούλιο των βεκύληδων των κοινοτήτων (δύο από κάθε μια κοινότητα) και είναι υποχρεωμένος να μένει στα Γιάννινα. Τα καθήκοντα του είναι να αντιπροσωπεύει το Ζαγόρι στις αρχές και να επιλύει τις διαφορές των κατοίκων των χωριών με το συμβούλιο των βεκύληδων. Εκδίδει διαταγές και τις εκτελεί με οπλισμένο σώμα που διαθέτει (τα παλικάρια).
5. Τούρκος απαγορεύεται να μπει στο Ζαγόρι. Κάθε διαταγή των τουρκικών αρχών διαβιβάζεται μέσω του βεκύλη.
6. Ο βεκύλης διατηρεί ένοπλο σώμα στα χωριά του Ζαγορίου, που παίζει τον ρόλο του χωροφύλακα και αγροφύλακα. Συνήθως οι ένοπλοι προέρχονται από ξένα μέρη και ειδικότερα από την Λάκκα Σουλίου, για να μην έχουν συγγενικούς δεσμούς με τους κατοίκους και δείχνουν μεροληψία.

Από τον 17° αιώνα αρχίζει και ο μεγάλος ξενιτεμός στο Ζαγόρι. Οι άντρες – μάστοροι ή καλφάδες, αγωγιάτες και εμπορευόμενοι – ξεκινάνε μακρινά ταξίδια σε όλη την Βαλκανική και φθάνουν μέχρι την Κων/πολη, για να συνεχίσουν στην Βλαχιά και στην Μολδαβία και στην Ρωσία κι ακόμα στην Αυστροουγγαρία και στα παράλια της Μικράς Ασίας. Τις οικογένειες τους τις αφήνουν πίσω στο χωριό τους, στο Ζαγόρι, και κάθε φορά επιστρέφουν με χρήματα και φροντίζουν να κτίσουν όμορφα λιθόκτιστα σπίτια, που είναι άξια θαυμασμού μέχρι τις μέρες μας για τον σοφό εναρμονισμό τους με το φυσικό περιβάλλον και για τις περίτεχνες εσωτερικές διακοσμήσεις τους. Πολυμήχανοι κι έξυπνοι καθώς είναι – «καταφιανοί» αποκαλούνται οι Ζαγορίσιοι από τους υπόλοιπους ηπειρώτες, δηλαδή ότι επιβουλεύονται όλους τους άλλους για το δικό τους συμφέρον – γίνονται μεγαλέμποροι με μεγάλες περιουσίες στις χώρες όπου δραστηριοποιούνται και διακρίνονται ανάμεσα στους υπόλοιπους ρωμιούς στις ελληνικές παροικίες, που εκείνη την περίοδο δημιουργούνται.

Παράλληλα οι ξενιτεμένοι Ζαγορίσιοι συνεισφέρουν αδιάκοπα χρήματα για το κτίσιμο εκκλησιών και σχολείων και μεριμνούν για την συντήρηση και την λειτουργία τους, καθώς και για την πληρωμή των δασκάλων, για να μαθαίνουν γράμματα τα παιδιά τους. Η μόρφωση είναι ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικά της ζαγορίσιας παράδοσης, που αναπτύσσεται κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας. Και δεν είναι μόνον οι πάμπολλοι ζαγορίσιοι δάσκαλοι και καθηγητές, που επανδρώνουν τα σχολεία και τα εκπαιδευτήρια της σκλαβωμένης και της ελεύθερης Ελλάδας, της Βαλκανικής και της Ευρώπης όπου ανθίζει ο ελληνισμός. Είναι οι συγγραφείς, οι δικηγόροι, οι δικαστές, οι ανώτατοι υπάλληλοι, οι υπουργοί του Αλή-πασά, καθώς κι εκείνοι του ελευθέρου κράτους, οι καθηγητές της Μεγάλης του Γένους Σχολής στην Πόλη, της Ευαγγελικής Σχολής στην Σμύρνη, της Ζωσιμαίας Σχολής στα Γιάννινα, οι καθηγητές του Πανεπιστημίου της Αθήνας.
Σκόπιμη είναι μια μικρή αναφορά στους μορφωμένους ζαγορίσιους που ξεχώρισαν: Μεθόδιος Ανθρακίτης, Νεόφυτος Δούκας, Γεώργιος Γεννάδιος, Αδάμ Γοργίδας, Ιωάννης Βηλαράς, Γ. Τισαμενός, Χριστόδουλος Κλωνάρης (πρόεδρος του Αρείου Πάγου στα πρώτα χρόνια του ελευθέρου ελληνικού κράτους), οι Μάνθος Οικονόμου και Αλέξης Νούτσος μυστικοσύμβουλος και πρωθυπουργός του Αλή-πασά αντίστοιχα.

Η δημογεροντία του Ζαγορίου είναι εκείνη που ουσιαστικά επιβάλλει μετά το τέλος της δυναστείας των Ασλανιδών τον διορισμένο από τον σουλτάνο δερβέναγα Αλή ως πασά των Γιαννίνων και γι’ αυτό η δύναμη της στα χρόνια της κυριαρχίας του είναι τεράστια. Μετά το ξέσπασμα της γαλλικής επανάστασης το 1789 και την απομόνωση της Γαλλίας οι κάτοικοι του Ζαγορίου αρπάζουν στα χέρια τους το εμπόριο της Ηπείρου, που μέχρι τότε το ήλεγχαν οι γάλλοι και εξελίσσονται στην αστική τάξη των Γιαννίνων, την μοναδική εθνική αστική τάξη στον ελλαδικό χώρο πριν από την επανάσταση του 1821.
Ο προεστός του Ζαγορίου Νούτσος Καραμεσίνης και ο γιος του Αλέξης Νούτσος είναι οι ουσιαστικοί πρωθυπουργοί στην κυβέρνηση του Αλή-πασά, που την απαρτίζουν έλληνες, εκτός από τον αρχηγό του στρατού και τον αρχηγό ασφαλείας του Αλή.
Είναι τόσο μεγάλη η οικονομική, πνευματική και πολιτική επιρροή που διαθέτουν οι Ζαγορίσιοι, ώστε στις αρχές του 19ου αιώνα – όταν γιατρός του σουλτάνου γίνεται ο Πασχάλης Μπρούζος από το Καπέσοβο – προωθούν την ιδέα να γίνει η περιοχή του Ζαγορίου ανεξάρτητο κρατίδιο-ηγεμονία και ουδέτερο σε καιρό πολέμου με ενιαία εκκλησιαστική και πολιτική διοίκηση και αρχηγό έναν ιερωμένο.
Φιλοδοξούν μάλιστα να ιδρύσουν πανεπιστήμιο, στην μονή Ρογκοβού κοντά στο Τσεπέλοβο. Οι ζυμώσεις αυτές ατονούν με την δραστηριοποίηση της Φιλικής Εταιρίας, στην οποία συμμετέχουν ενεργά ως κορυφαία στελέχη της ο Αλέξης Νούτσος και ο Μάνθος Οικονόμου.

Με την αποστασία του Αλή Πασά από τον σουλτάνο το 1820 και την κήρυξη της ελληνικής επανάστασης αρχίζουν τα προβλήματα αμφισβήτησης από τους τούρκους των προνομίων του Ζαγορίου. Τούρκικος στρατός και κυρίως ομάδες αλβανών λιάπηδων βρίσκουν ευκαιρία να μπουν και να πλιατσικολογήσουν τα χωριά του Ζαγορίου. Μετά το 1830 αρβανίτικες και ελληνικές συμμορίες σε συνεργασία ή από μόνες τους δεν αφήνουν ήσυχο το Ζαγόρι μέχρι την απελευθέρωση του από τους τούρκους το 1913.
Το 1868 καταργούνται από την τουρκική διοίκηση όλα τα προνόμια του Ζαγορίου. Θύματα των συμμοριών τις περισσότερες φορές είναι τα αρχοντικά των ξενιτεμένων με τις οικογένειες τους. Φόβος, τρόμος, αίμα και δυστυχία κυριαρχούν εκεί, όπου άλλοτε επικρατούσαν η πρόοδος, ο πολιτισμός, ο πλούτος, ο αέρας ελευθερίας. Οι ληστείες συνεχίζονται και όταν έρχεται το «ελληνικό», οπότε ο Βενιζέλος -ψηφίζει το 1924 το νόμο «ληστής φονεύων ληστήν αμνηστεύεται», για να εξαλειφτούν τελικά το 1928. Με αυτόν τον τρόπο φαγώνονται οι ληστές μεταξύ τους, πολλοί εξοντώνονται από τα αποσπάσματα και καθαρίζει η ελληνική επικράτεια από τις ληστοσυμμορίες.

Όμως οι άνθρωποι του Ζαγορίου έχουν προ πολλού πάρει των ομματίων τους και έχουν εγκαταλείψει τα πατρογονικά τους προτιμώντας την σιγουριά και την ανωνυμία των πόλεων. Στους λιγοστούς παλιούς κατοίκους που πεισματικά παραμένουν στον τόπο τους έρχονται να προστεθούν καινούργιοι μέτοικοι, Λακκιώτες που ήξεραν τον τόπο από παλιά, αρκετοί Σαρακατσάνοι, Καραγκούνηδες, λίγοι Μετσοβίτες.

Έτσι βίαια και άδοξα έκλεισε ένα πολύτιμο κεφάλαιο πολιτισμού, που άφησε ανεξίτηλα τα ίχνη του στη νεότερη ελληνική ιστορία και που δημιουργήθηκε από τις γενιές των ανήσυχων και πολυταξιδεμένων κατοίκων του, που σαν κύριο γνώρισμα είχαν ότι αγαπούσαν υπερβολικά τον τόπο τους, που ήταν μια άγονη λωρίδα γης πίσω από το λεκανοπέδιο των Γιαννίνων.

 

 

Αναδημοσίευση από το βιβλίο του Γ. Παπαϊωάννου, «Γεγονότα από την νεότερη ιστορία».

 

Advertisements