Πρωτοχρονιάτικες αναμνήσεις

Του Στέφανου Πελεκούδα

Ας ξαναγυρίσουμε, γι’ άλλη μια φορά, στην ξέγνοιαστη χρυσή εποχή της νιότης, στην αστείρευτη πηγή των παιδικών μας χρόνων, για ν’ αραδιάσουμε τις αναμνήσεις απ’ τα ήθη κι’ έθιμα στα σκαριά μας κατά την Πρωτοχρονιά.
Διηγούμενοι άλλωστε το παρελθόν, γράφουμε την ιστορία του τόπου μας.

Πρωτοχρονιά εκεί ψηλά στην Πίνδο, στ’ απομακρυσμένα Ζαγοροχώρια. Τα πάντα σκεπασμένα με τα’ απέραντο λευκό σεντόνι, με μοναδική εξαίρεση το μαύρο στεφάνι γύρω απ’ τα μποχαριά των σπιτιών. Στις αστρέχες κρέμονται τα κρυστάλλινα σπαθιά μέχρι το έδαφος. Παρά την παγωνιά και το ξεροβόρι, το σύριε – έλα των γυναικών μέσα στο χωριό -έπαιρνε κι έδινε την παραμονή. Πυρετός προετοιμασίας. Κάποια ψώνια απ’ τον μπακάλη, κάτι δανεικό απ’ την διπλανή γειτόνισσα, κάποια νοικοκυρά ζαλακωμένη με ζερέ, που μεταφέρει απ’ την αχερώνα, τρέχει να προλάβει τα ζώα στον σταύλο που άρχισαν την συναυλία από την πείνα. Η άγια μέρα τ’ απαιτεί ν’άναι χορτάτοι όλοι, άνθρωποι και ζωντανά.
Οι εξώπορτες των σπιτιών στολισμένες με πρασινάδες, κατά προτίμηση με το «Γκι» των πεύκων.
Τα τζάκια στο φόρτε τους, καίγαν του καλού καιρού και καταβρόχθιζαν απανωτά τα δαδένια κούτσουρα, να μη κρυώνουν οι κυράδες που στριφογύριζαν όλη μέρα για την μεγάλη προετοιμασία.

Τέτοια μέρα, εκείνη η θαυμάσια Ζαγορίτισα οικοδέσποινα, εκείνη η πιστή σύζυγος, η πονεμένη μάνα, η θεοσεβούμενη άγια γυναίκα, η άριστη νοικοκυρά, ενεργούσε βάσει επιτελικού σχεδίου για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της σε κάθε λεπτομέρεια, αν και διέθετε πενιχρά μέσα. Προέβλεπε και προλάβαινε τα πάντα. Από την αλισίβα – (τα προζύμια, το φούρνισμα— ξεφούρνισμα, τις λειτουργίες, το νάμα, τα κεριά, μέχρι το καλοσιδερωμένο άσπρο μανδύλι με το οποίο θα τύλιγε τις λεϋτουργιές.
Από το βραδύ της παραμονής άδειαζαν όλα τα σκεύη του σπιτιού από το νερό του παλαιού χρόνου. Τα ξημερώματα της Πρωτοχρονιάς έτρεχαν οι κοπέλες στις βρύσες για να γεμίσουν τις βτσέλες και τα γκιούμια με πρωτοχρονιάτικο νερό με το οποίο ράντιζαν τα σπίτια, τις αυλές, τους κήπους, τους σταύλους και τα ζώα, για το καλό του χρόνου.
Στη συνέχεια όλοι, μικροί και μεγάλοι, θα κατακλύσουν τον Αϊ – Νικόλα. Θα εκκλησιαστεί ακόμη και ο τσομπάνος του χωριού τον οποίο έβλεπε η εκκλησία σε λίγες γιορτές.

Όλοι οι πιτσιρίκοι παρόντες. Το πρωινό εκείνο οι μανάδες μας καλοτάιζαν με την τριψάνα στο γάλα και με την παπάρα για τόνωση, διότι μας περίμενε πολύ δουλειά. Η μέρα της Πρωτοχρονιάς ήταν κατ’ εξοχή ημέρα των παιδιών, θα μεταφέραμε το πρωτοχρονιάτικο μήνυμα σ’ όλα τα σπίτια του χωριού μας ψάλλοντας τα κάλαντα. Ντυμένοι μ’ ότι καινούργιο και ζεστό είχαμε, καλοπλυμένοι και καλομπαλωμένοι κατακλύζαμε απ’ το πρωί την εκκλησία.
Ο αξέχαστος παπαγιάννης -ο καλλικέλαδος παπάς του χωριού μας, τόχω ξαναγράψει- αστράφτοντας στα ασημένια του άμφια, έτερπε με την γλυκιά φωνή του το εκκλησίασμα.
Τα πρωτοχρονιάτικα κάλαντα στο χωριό μας, δεν διέφεραν σε τίποτε από τα σύγχρονα κάλαντα των παιδιών των Πόλεων.
Αρχή μηνιά κι αρχή χρονιά κι αρχή καλός μας χρόνος…
Αρχίζαμε να ψάλουμε στο προαύλιο τ’ Αϊ – Νικόλα, μπροστά στο εκκλησίασμα, μετά το τέλος της λειτουργίας. Γι’ αυτή μας την εμφάνιση προηγούνταν πολλές πρόβες.
Όλα τα παιδιά του Σχολείου αποτελούσαμε ένα και μοναδικό γκρουπ, μια χορωδία κι επισκεπτόμαστε ομαδικά όλα τα σπίτια για να ψάλουμε τα κάλαντα.
Γι’ αμοιβή μας εισπράτταμε μπακιρένιες δεκάρες του Όθωνα ή και τρύπιες, οι ποιο πλούσιοι «οι αφεντάδες» μας φιλοδώριζαν με κανένα εικοσαρούλι.

Όλες οι νοικοκυρές μας υποδέχονταν καλόκαρδα, μ’ αγάπη και στοργή και στα συγγενικά μας σπίτια μ’ αγκαλιάσματα και φιλιά. Πραγματική λαχτάρα για τις Ζαγορίσιες μάννες να καμαρώνουν τους κανακάρηδες ψάλλοντας τα κάλαντα. Μπαίνοντας στο κάθε σπίτι το μετατρέπαμε σε πραγματικό ζουζουνοσπίτο.
Ήρθαν τα παιδιά!! ήρθαν τα παιδιά!! σωστό πανδαιμόνιο!!
Σκοτώνονταν να μας υποδεχθούν με χαρούμενες φωνές και γέλια, αλλά και… με δάκρυα συγκίνησης από τις μανούλες που θυμόνταν τον δικό τους στην ξενιτιά. Αφού παρέδιδαν στον Ταμεία μας τις απαραίτητες δεκάρες, μας μοίραζαν καρύδια και φουντούκια.
Ο οικονομικός απολογισμός ήταν πλούσιος για την εποχή εκείνη. Ενθυμούμαι ότι πήρα στο μερδικό μου μια χρονιά 17 δεκάρες, ποσόν ουχί ευκαταφρόνητο. Η αξία της δεκάρας ήταν: 5 δράμια μελάνη και μια πέννα χήνα, ή μια γομολάστιχα και μια κόλλα στυπόχαρτο. Ανταλλάσαμε ακόμη με μια δεκάρα 2 βασιλιάδες (κότσια).

Γυρίζοντας από σπίτι σε σπίτι, μοσχοβόλιαγε όλο το χωριό από τις βασιλόπιτες που ψήνονταν στις γάστρες και κέντριζαν την όσφρηση και την όρεξη μας.
Το μεσημέρι συγκεντρώνονταν όλη η φαμίλια στο μαντζάτο, γύρω από το πρωτοχρονιάτικο τραπέζι, μπροστά στη θαλπωρή του τζακιού με τα λαμπαδιασμένα κούτσουρα.
Στο τραπέζι η βασιλόπιτα, ο παστουρμάς, η γκίζα, το καρμπολάχανο τουρσί με το κόκκινο πιπέρι και το λαγήνι με το λάγκυρου (κρασί).
Κυριαρχούσε η βασιλόπιττα με τα σαράντα πέτουρα (φύλλα), βουτηγμένη στο λιωμένο γίδινο βούτυρο. Σύμφωνα με το ζακόνι, η νοικοκυρά τοποθετούσε το φλουρί, κομματάκια από κλήμα που συμβόλιζαν τ’ αμπέλια. Ξυλαράκια από κρανιά που συμβόλιζαν τα γιδοπρόβατα. Τοποθετούσε συμβολικά τόσα αντικείμενα, όσα τα. μέλη της φαμίλιας, παρόντα και ξενιτεμένα, για να πέσει στον, καθένα το τυχερό του.

Τ’ απόγευμα, εάν ο καιρός το επέτρεπε, όλοι κατέκλυζαν το μεσοχώρι για να καμαρώσουν τις κοπελιές που έστηναν το χορό, όπου οι ίδιες χόρευαν και οι ίδιες τραγουδούσαν τα γνωστά Ζαγορίτικα τραγούδια.
Απ’ τα μάρμαρα της Πόλης
πούναι στην Αγια – Σοφιά…
Ο Μπιρμπίλης κι ο Μενούσαγας…
Ένα νερό κυρά – Βαγγελιώ…

Ο χορός των κοριτσιών αποτελούσε για την εποχή μια μεγάλη ψυχαγωγία και μοναδική εκτόνωση των κατοίκων κατά την Πρωτοχρονιά.
Αποτελούσε αικόμη κι ένα φολκλορικό, θάλεγα θέαμα, όπως φάνταζαν ντυμένες με τις Ζαγορίτικες στολές, με τις κεντητές σάρικες (σαϊάκια), τις διπλοκεντημένες από ατλάζι ποδιές και με τ’ άσπρα μαντήλια δεμένα πίσω στο λαιμό με ακάλυπτο το πρόσωπο.
Το πρωινό λοιπόν της μεγάλης γιορτής πρωτοστατούσαν οι πιτσιρίκοι με τα κάλαντα και έκλειναν το βράδυ οι κοπέλες με τον χορό τους την πρωτοχρονιάτικη φιέστα.
Έτσι γιορτάζαμε τα χρόνια εκείνα..
Επ’ ευκαιρία, εύχομαι στους συμπατριώτες μου, μια χαρούμενη κι ευτυχισμένη χρονιά.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «το Ζαγόρι μας» τον Γενάρη του 1984

 

Advertisements