«Κήτα λα μπισιάρικα»

Ένα παλιό ποίημα, το βλάχικο «Κήτα λα μπισιάρικα» (ο Κήτας στην εκκλησία), δημοσιεύτηκε από τον Αθανάσιο Καραγιάννη στην εφημερίδα «τα Νέα του Βρυσοχωρίου» (αρ. φ. 72, καλοκαίρι 2010).
Όπως γράφει ο ίδιος στην εφημερίδα: «Το ποίημα το είχα απαγγείλει όταν ήμουν μαθητής στο τότε ρουμάνικο σχολείο στη Βέροια (1939) και αναφέρεται σε έναν τσοπάνη που ζούσε στα βουνά. Άκουγε για εκκλησίες και παπάδες και θαύματα. Αποφάσισε να πάει στην εκκλησία να ανάψει ένα κερί για να τον βοηθήσει στο κλέψιμο. Όμως καταλήγει δεν τα βρήκε με τους Αγίους γιατί θέλανε μεγαλύτερο τάμα».


Το ποίημα δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα και στα βλάχικα αλλά και μεταφρασμένο από τον ίδιο τον Α. Καραγιάννη και στα Ελληνικά.
«Σπούνε ΚΗΤΑ ματά σπούνε
Σι φουρτάτσιλι νταβαρλίγκα ντιστάνε
Τούτς ασκούντε πίνε νιέλιου σι σι φρίγκ
Οι φουτάτς τσι βιντζούρε όκλιοι ασιάρε
Κιντου μη ντούσου λα μπισιάρικα τσι σι
Απρίντου ούνα τσιάρα.
Τσι φου μάρε βρε μπισιάρικα;
Νου σι σπούνε κίνε μάρε
Σι ντουνιάοατσι σε κάφτε
Μασί ντόι οάμινοι τούτς σε γκάτσιε
Τάτσε ούνου ανάντου σκιλιάστε
Ο φουρτάτε ντρέμπου διτσίλνου
Ατσέλιοι ντόι τσι σε γκάτσιε;
Τσι σικριάπα ουνλου ου τοάρνε ανάτου
Νου βετς ορε οάρμπε ψαλτισιέσκου
Σιάντα ναπάρτε ντι ούσιε
Σιάσιε ούνου κιου μπάρμα μάρε
Σι νίτσιε στράνλιε κουμου νου άρε βούρου
Σι λουάφλοι νόπτια σι λιάει λαχτάρα
Σι μίνε ούνου κα κλόποντου
Σι τούτου ασούνε φούτζε ίσια
Ντρέπτου τούτς ντι σε απλιάκα
Νούε βούρου σι στα ντι νιήντρε;
Νου βα γίνε σε λα μίνε;
Βαμούτου Καρλίγκουλου βαλιντάου ούνα.
Πριν σε σκάπου σκέψια βίνε
Μούτου καρλίγκουλου νου λι ντάου ώρα
Σπούνε σι μη μιτριάσκε ου μιε σι ιάστε γκίνε
Ουνου γκάπου πικαυριάσε
Ελου ο Ζκιλιάστε – τούτς ανάτε
Σιγυρκέσκου πριν τι μίνι
βριάσμιακάτσε σνι ουμπλέ κιάλια
Φούγκα ΚΗΤΑ τσι σι αντάρου;
Φούγκου ζοάρε, πριν σε λιάου τζιάνα ντι χωάρα
Ντίπου κυρούτε ντούσε τσιάρα
Βριάμου σι νιαντζούσε λαφουράρε.
Μα νου ντριάπσιμου βέντζ κου Αϊλοι
Έλιοι βριά χάρε μα μάρε».

Και μεταφρασμένο στα Ελληνικά!
«Μολογόει ο ΚΗΤΑΣ ξαναμολογάει»
«Και οι σύντροφοι γύρο στη στάνη»
«Όλοι ακούνε μέχρι το αρνί να ψηθεί»
«Ορέ σύντροφοι τι είδαν τα μάτια μου εχθές»
«Όταν πήγα στην εκκλησία»
«για να ανάψω ένα κερί»
«Τι μεγάλη βρε εκκλησία»;
«Δεν τις φαίνεται ότι είναι μεγάλη»
«Και ο κόσμος τι ζητάει;»
«Μα και δύο άνθρωποι όλο μαλώνουν»
«Παύει ο ένας ο άλλος ουρλιάζει» (ψάλτες)
«Όρε σύντροφε ρωτάω το διπλανό μου»
«Αυτοί οι δυό γιατί μαλώνουν;»
«Να σκάσει λέει ο ένας μα το γυρίζει ο άλλος»
«Δεν βλέπεις βρε γκαβέ ψέλνουν»
«Κάθεται απάναντι στην πόρτα» (παππάς)
«Βγαίνει ένας με γένια μεγάλα»
«Και κάτι ρούχα όπως δεν έχει κανένας»
«Να τον βρεις τη νύχτα να πάρεις Λαχτάρα»
«Και κουνάει ένα σαν κουδούνι» (θυμιατό)
«Όλο βροντάει και φεύγει ευθεία»
«Αναμεράνε όλοι και σκύβουν»
«Δεν είναι κανένας να κάτσει μπροστά του;»
«Δεν θα έρθει και σε μένα;»
«Θα σηκώσω την κλίτσα θα του δώσω μία»
«Μέχρι να τελειώσω τη σκέψη ήρθε»
«Σηκώνω την κλίτσα δεν του δίνω χρόνο»
«Και μέχρι να με κοιτάξει την έφαγε να είναι καλά»
«Μια στο κεφάλι τσομπανίστικη»
«Αυτός ουρλιάζει και όλοι οι άλλοι»
«Ορμάνε προς εμένα θέλουν να με πιάσουν»
«Να μου γεμίσουν το τομάρι».
«Φεύγει ο ΚΗΤΑΣ τι να κάνω;»
«Φεύγω δύσκολα, πριν περάσω τη ράχη από το χωριό»
«Τελείως χαμένο πήγε το κερί»
«Ήθελα να με βοηθήσει στο κλέψιμο»
«Μα δεν ταιριάσαμε βλέπεις με τους Αγίους»
«Αυτοί θέλαν χάρη πιο μεγάλη»

Advertisements