Τα τεφτέρια επιστρέφουν

Του Βασ. Τζιόβα

Τελευταία, όλο και πιο συχνά ακούμε και διαβάζουμε για τα γνωστά μπακαλίστικα «τεφτέρια», που επιστρέφουν στη ζωή μας εξ αφορμής της οικονομικής κρίσης.
Όσο απαξιωτικά κι αν μιλούμε γι’ αυτά, γεγονός είναι πως τα «τεφτέρια» δεν ήταν μόνο το έμβλημα της λιτότητας και οικονομικής δυσπραγίας των Ελληνικών νοικοκυριών τα περασμένα χρόνια, αλλά και στοιχείο νοικοκυροσύνης και μετρημένης διαχείρισης των οικονομικών τους.

Άλλωστε, η λιτότητα δεν είναι πάντα και φτώχεια όπως κάποιοι την εννοούν, αλλά το αντίθετο της σπατάλης και της απρονοησίας. Ακόμη, σηματοδοτούσαν και τις ανθρώπινες σχέσεις αλληλεγγύης και εμπιστοσύνης, ανάμεσα στον πιστωτή (τον έμπορο ειδικά) και τον χρεώστη, τότε που ο μπακάλης του χωριού ή της γειτονιάς στην πόλη, ήταν ένα με τους πελάτες του κι ο ίδιος ένας απ’ αυτούς.

Ένα μικρό δείγμα των παραπάνω, ένα προσωπικό βίωμα. Στην κατοχή ο πατέρας μου ήταν ένας απ’ τους τρεις μπακάληδες του χωριού, όταν τον Αύγουστο του 1944 οι Γερμανοί κάψαν το μαγαζί του (μαζί με το δεύτερο του Κώστα Τσαντή). Τότε τα βερεσέδια και κατά συνέπεια τα «τεφτέρια» ήταν απαραίτητο στοιχείο του μπακάλικου. Μετά, λοιπόν, το κάψιμο θυμάμαι παιδί τότε να έρχονται οι χωριανοί και να δηλώνουν από μόνοι τους τα χρεωστικά τους!
Άλλος κόσμος, άλλοι καιροί!

Το τεφτέρι ήταν «το τετράδιο» του καλού νοικοκύρη: «τόσα τα έσοδα μου, τόσα θα ξοδέψω, τόσα λίγα, έστω, στην άκρη για ώρα ανάγκης».
Ύστερα, τα τελευταία 30-40 χρόνια όλα άλλαξαν. Το χτικιό του καταναλωτισμού εξαφάνισε τα τεφτέρια που αντικαταστάθηκαν από τις πολύμορφες πιστωτικές κάρτες του εύκολου και άσκεφτου δανεισμού. Η επίσημη πολιτεία αυτή την τακτική την πέρασε και στον κόσμο. Δάνεια στα δάνεια και φτάσαμε στη σημερινή χρεοκοπία.
Έτσι λοιπόν ήταν αναπόφευκτο να ξαναγυρίσουμε στα τεφτέρια και (καλώς γύρισαν), για να ξεφύγουμε από πρότυπα που συνδέθηκαν με τον (κάθε τρόπο) ατομικό πλουτισμό και καλοπέραση και να πάμε σ’ ένα νέο πλαίσιο και τρόπο κοινωνικής συμβίωσης….

Θα κλείσω με μια εύθυμη νότα που έχει σχέση με τα τεφτέρια.
Στις αρχές του 1960 βρέθηκα, πρωτοδιορισθείς κτηνίατρος, στους Κήπους (Μπάγια), όπου τότε λειτουργούσε κτηνιατρείο του Προγράμματος Αναπτύξεως Ηπείρου. Η Μπόγια ήταν τότε το Διοικητικό Κέντρο του Κεντροδυτικού Ζαγορίου, με περίπου
Δεκαπέντε υπαλλήλους διαφόρων υπηρεσιών.
Το στέκι μας, των περισσοτέρων, ήταν το «μαγαζί» (καφενείο, μπακάλικο και φαγάδικο συγχρόνως για τους υπαλλήλους) του άτυχου Αγησίλαου Δέρβα και της γυναίκας του Βικτωρίας. Εκεί κάθε βράδυ η παρέα μας (μόνιμα μέλη της ένας άλλος φίλος αλησμόνητος, ο Παντελής Ζώης προϊστάμενος του Ταχυδρομείου και πάντα μαζί μας ο αείμνηστος Χρυσόστομος Νούλης με τα μεζεκλίκια από το κρεοπωλείο του), κατεβάζαμε τα τσίπουρα μας και συχνά την παρέα την συμπλήρωνε ο ίδιος ο Αγησίλαος με το κλαρίνο του.
Ένα πρωινό πέρασα απ’ το μαγαζί ν’ αγοράσω λάμες ξυρίσματος. Τον βρήκα γονατισμένο μπροστά στην ξυλόσομπα, να παλεύει να την ανάψει κι αυτή να αντιστέκεται. Μόλις μπήκα μου λέει, ζητώντας βοήθεια: «Φέρε μου μωρέ κανένα χαρτί, δεν λέει να «πιάσει» η άτιμη, με πέθανε…».
Πάνω στο «τεζάκι» ένα πάκο λαδόκολλες ραμμένες χρησίμευε για πρόχειρο τεφτέρι. Σχίζω το πρώτο γραμμένο με βερεσέδια και του το δίνω ατσαλάκωτο επίτηδες για να το δει. Μόλις κατάλαβε τι ήταν το χαρτί που του έδωσα πετάχτηκε σαν να τον τσίμπησε φίδι: «Τι κάνεις μωρέ Βάσιο! (σπάνια μ’ έλεγε γιατρέ και μόνο μπροστά σε κόσμο), αυτά είναι τα βερεσέδια, μ’ έκαψες!».
Το περιστατικό έγινε θέμα της εβδομάδος, το έλεγε και το ξανάλεγε ο καημένος :«Θα έσχιζα τα βερεσέδια της μέρας και άντε να τα μαζέψεις ύστερα».
Ωραίε και άτυχε Αγησίλαε. Άτυχος γιατί σκοτώθηκε σε τροχαίο μαζί με την κόρη του, γυρίζοντας από την Αθήνα (όπου είχε μεταναστεύσει κι αυτός κλείνοντας το μαγαζί του) για κάποιες από τις πρώτες εκλογές της μεταπολίτευσης. Τον μοιρολόγησε τότε το χωριό του και ολόκληρο το Ζαγόρι, με τα μοιρολόγια πούλεγε με το κλαρίνο του.
Ας είναι τα «τεφτέρια» η αφορμή για μια μικρή μνημοσύνη του φίλου Αγησίλαου που χάθηκε πρόωρα κα άδικα.

 

Αναδημοσίευση από την εφημερίδα «το Ζαγόρι μας» (Δεκέμβριος 2012)

Advertisements