Το Ταξίδι

Του Δημητρίου Κ. Κουνάβου
Από τις πολλές αμέτρητες αναμνήσεις από το χωριό μου το Βρυσοχώρι, δεν μπορώ να παραλείψω κάτι πολύ σημαντικό. Ένα όνειρο τόσο όμορφο, μια πραγματικότητα που έζησα κι ακόμη τη ζω, αν και πέρασαν τόσα χρόνια Θα προσπαθήσω να περιγράψω ένα ταξίδι. Ένα ταξίδι που ακόμη με ταξιδεύει, δεν τελειώνει, ούτε πρόκειται!

Ξέρω θα παραλείψω πολλά αλλά είναι ευκαιρία κάποιος να συμπληρώσει, κάποιος να θυμηθεί κάτι παραπάνω, να δημοσιευθεί κι έτσι να συμπληρωθεί μία ολοκληρωμένη ιστορία. Πολλοί θα νοσταλγήσουν, θα χαρούν, θα θυμηθούν, ίσως δακρύσουν. Οι νεότεροι θα μάθουν κάτι παραπάνω.
Το ταξίδι αυτό θέλω να το αφιερώσω στην μνήμη του πατέρα μου Κώστα Κουνάβο (Λαμπράς) που με τόσο ζήλο και αγάπη έγραφε στην εφημερίδα του χωριού μας.
Ο συγχωρεμένος ο πατέρας ήταν δάσκαλος. Με το που έκλεινε η πόρτα του σχολείου για καλοκαιρινές διακοπές, η επόμενη υποχρέωση του αμέσως ήταν οι ετοιμασίες για το Βρυσοχώρι. Σας πληροφορώ δεν ήταν λίγες, ήταν πάρα πολλές για τους ευνόητους λόγους. Η αδερφή μου κι εγώ μικρά παιδιά δημοτικού. Η Μάνα Θεός σχωρέστην επί ποδός. Έπρεπε να ετοιμαστούν όλα. Και η τελευταία λεπτομέρεια. Περιθώρια για λάθη ή ξεχάσαμε κάτι δεν υπήρχαν. Το ταξίδι ήταν μεγάλο και επίπονο.
Οι βαλίτσες σπάνιζαν, όλα πακεταριζόταν σε κουτιά δεμένα καλά με τον τριχωτό χρυσαφί σπάγκο, και στον κόμπο επάνω ένα τετράγωνο χαρτί συνήθως από πακέτο τσιγάρων που αναγραφόταν το ονοματεπώνυμο και ο τόπος προορισμού.
Η ημερομηνία αναχώρησης ήταν συγκεκριμένη. Αμέσως μετά των Αγίων Αποστόλων. Τέλη Ιουνίου.
Χαράματα ερχόταν το ταξί έξω από το σπίτι να μας πάει στην στοά Ρούκα οδός Ανεξαρτησίας. Ένα μικρό πρακτορείο με τσίγκο ίσα που χωρούσε δύο λεωφορεία. Ούτε εκδοτήρια εισιτηρίων, ούτε μεγάφωνα, ούτε αιρκοντίσιον. Είχε ένα καφενείο λιτό για τους επιβάτες που πίναν το καφεδάκι ή το αναψυκτικό γιατί ο επόμενος καφές ήταν πολύ μακριά.
Μέσα και έξω από το καφενείο, πράγματα. Τσουβάλια, κουτιά, κουτάκια, φτυάρια, κασμάδες και διάφορα είδη πρώτης ανάγκης.
Εκεί άρχιζε να μπαίνει στο αίμα το χωριό με συναντήσεις παλιών φίλων που είχαν χρόνια ν’ ανταμώσουν οι μεγαλύτεροι. Το λεωφορείο είναι εκεί. Πράσινο, πολύ μεγάλο για τα μάτια μου. Αν θυμάμαι καλά ήταν 24 θέσεων. Είχε μια τεράστια μούρη μυτερή με τους μεγάλους στρόγγυλους προβολείς στα φτερά και στο κέντρο ψηλά μπροστά το σήμα της Μερσεντές σε νίκελ. Οι δύο πόρτες ορθάνοιχτες για την τακτοποίηση των επιβατών. Από την πίσω δεν μπορούσες να μπεις παρά μόνο μπουσουλώντας γιατί ήταν φορτωμένο με τσουβάλια. Τσιμέντα, αλεύρια κλπ. Στο πίσω μέρος είχε μία μικρή σχάρα που χωρούσε άνετα ένα δυο κουτιά με κότες και ένα σκυλόσπιτο, με το σκυλί μέσα. Στην οροφή είχε την μεγάλη σχάρα όπου μπροστά – μπροστά είχε την μαναβική του καφενείου και πιο πίσω καλά στοιβαγμένα ότι μπορεί να φανταστεί ο ανθρώπινος νους. Νοικοκυριά ολόκληρα. Είτε αυτών που ταξίδευαν είτε πράγματα που στέλναν συγγενείς στους δικούς τους. Κι όλα αυτά τα τακτοποιούσε ένας.
Ο Νάσιος, ο Θανάσης, ο Πολύζος από το Ηλιοχώρι. Ο αείμνηστος φάνταζε στα μάτια μου σαν ήρωας. Ήταν άνθρωπος που αγαπούσαν όλοι. Κακιά κουβέντα δεν άκουγες γι’ αυτόν. Άνθρωπος εμπιστοσύνης, υπομονετικός, αρκετές φορές και λίγο νευρικός, αλλά με το δίκιο του γιατί έπρεπε να γίνουν όλα όπως αυτός όριζε και ήξερε. Χρόνια στο τιμόνι ίδια διαδρομή ήξερε και την τελευταία πέτρα στον δρόμο, την παραμικρή λεπτομέρεια. Έπρεπε να τα κανονίσει όλα, να φρονήσει για τις εφημερίδες, τα περιοδικά, διάφορες παραγγελίες χωριανών. Έκανε τα πάντα. Για να γράψει κανείς για τον Νάσο πρέπει να εκδώσει βιβλίο. Είναι ένα τεράστιο κομμάτι στην ιστορία του Βρυσοχωρίου. Και όχι μόνο.
Αφού δενόταν όλα τα πράγματα και σκεπαζόταν με τον μεγάλο μουσαμά, ο Νάσιος φώναζε για επιβίβαση. Όλοι στεκόταν στην σειρά και ένας-ένας έμπαινε και καθόταν στη θέση που είχε φροντίσει να μην κρατήσει από πριν. Μερικοί τελευταίοι αργοπορημένοι, αγχωμένοι, ερχόταν τρέχοντας και καταϊδρωμένοι, γιατί έπρεπε να προλάβουν τα τελευταία ψώνια. Όλοι σης θέσεις τους, ο Νάσιος στο τιμόνι και αργά-αργά βαρυφορτωμένο ξεκινούσε περίπου στις 8:30 με 9:00 το πρωί. Η μάνα είχε φροντίσει να έχουμε τα απαραίτητα για το δρόμο. Λίγο νερό, ξηρά τροφή, πετσετούλα κι ένα αρκετά μεγάλο κονσερβοκούτι κενό για περίπτωση ζαλάδας. Λίγες κουβέντες άκουγες στην αρχή. Ένα σπάνιο μαγνητόφωνο με κάτι περίεργες κασέτες ορθογώνιες με τέσσερις τρύπες (συλλεκτικό κομμάτι) προσπαθούσε να καλύψει τον θόρυβο της μηχανής μα ήταν αδύνατο.
Ανηφορίζαμε στο Ροντοβάνι, αρχίζουν οι στροφές. Η μόνη παρηγοριά ήταν ότι μπαίναμε στην περιοχή του Ζαγορίου, στο πρώτο χωριό.
Ασπράγγελοι (Ντοβρά). Ο κάμπος κι αμέσως δεξιά επάνω το χωριό. Απ’ εδώ και πέρα άρχιζαν οι ιστορίες, καθ’ ένας κάτι είχε να πει. Μία παρέα όλοι μοιραζόταν παλιές ιστορίες. Μιλούσαν για πρόσωπα, εμπειρίες, καταστάσεις από τον πόλεμο κ.λ.π.

Είχε δεν είχε επιβάτη περνούσε από το Κουκούλι ή αμέσως μετά ανηφόριζε για το Καπέσοβο. Μετά ξεκινούσε το μαρτύριο. Τέρμα η άσφαλτος. Χώμα, χαλίκια, πέτρες και πολύ σκόνη. Οι ώρες πολλές ατελείωτες, το λεωφορείο ταλαντευόταν αριστερά δεξιά προσπερνώντας λακκούβες και πέτρες. Στα πέταλα του δρόμου πολλές φορές η σκόνη ερχόταν μέσα και μας έπνιγε.
Κατηφορίζοντας απέναντι βλέπαμε το Τσεπέλοβο με τις βουνοκορφές. Πίσω από εκεί έπρεπε να περάσουμε. Είχαμε υπομονή, είχαμε χαρά δεν μας ένοιαζε το μαρτύριο του δρόμου. Εξάλλου οι μεγαλύτεροι για να μας παρηγορήσουν λέγανε και δείχνανε τα μονοπάτια που περνούσαν πεζοί, φορτωμένοι για να κατέβουν στα Γιάννενα. Ήξεραν όλα τα βουνά, όλα τα περάσματα. Αυτό κι αν ήταν άθλος.
Κι αν ήταν χειμώνα; Ή αν είχαν άρρωστο που χρειαζόταν γιατρό; Ή τα δωδεκάχρονα παιδιά να πηγαινοέρχονται με τα πόδια στο χωριό Χριστούγεννα, Πάσχα, Καλοκαίρι για να φοιτήσουν στο γυμνάσιο, που χωριά κοντά στην πόλη δεν το κάνανε. Βέβαια οι χωριανοί μας φημίζονται για την μόρφωση και την παιδεία τους από πολύ παλιά.
Σε 4-5 χιλιόμετρα περνούσαμε το Σκαμννέλι, ένα εξωκλήσι δεξιά πιο πέρα μια ξηρολιθιά ένας σωρός από πέτρες στοιβαγμένες το εικόνισμα. Και ξαφνικά σκοτείνιασμα. Είχαμε μπει στο δάσος. Το τοπίο άλλαζε γέμιζε το μάτι στο πράσινο. Έλατα παντού καθ’ ένα ξέρει και μία ιστορία. «Εδώ βάζεις κανούργιο σηκώτι» έλεγε ο πατέρας. Η διαδρομή πιο όμορφη τώρα παρ’ όλη τη σκόνη. Το λεωφορείο αγκομαχούσε στις τελευταίες στροφές μέχρι να κάνουμε την μεγάλη στάση. Επιτέλους Γυφτόκαμπος. Σταματούσαμε μπροστά σε δύο καλύβες. Στην πόρτα πάντα χαμογελαστός ο κυρ-Γιώργης ο Τριαντάφυλλου ιδιοκτήτης με την συμπαθέστατη γυναίκα του κυρα-Χάϊδω. Παρείχαν όλες τις υπηρεσίες. Καφέ, γλυκό, τσίπουρο, φαγητό. Αν ήθελες και ύπνο υπήρχαν πίσω από το καφενείο δωμάτια.
Κατεβαίναμε όλοι και τρέχαμε κατ’ ευθείαν στην βρύση. Ένας σωλήνας γυρισμένος σαν Γάμα κεφαλαίο έτρεχε ακατάπαυστα παγωμένο νερό. Κατέληγε σ’ ένα αυλάκι γεμάτο αναψυκτικά και μπύρες για να ξεδιψάσει ο ταξιδιώτης. Όλα εδώ ήταν πιο νόσημα πιο εύγευστα. Λουκούμι και νερό λέγανε. Ότι καλύτερο. Εδώ φεύγανε οι ζαλάδες, άλλαζε η διάθεση. Γέλια, πειράγματα. Όλοι μ’ ένα ενθουσιασμό με μία λαχτάρα. Το έβλεπες άλλωστε στα μάτια τους. Το σφύριγμα του αέρα στα έλατα ήταν ανώτερο κι από συμφωνική ορχήστρα που σου χαϊδεύει τ’ αυτιά. Ένας τόπος ηρεμίας, ευλογημένος. Είμασταν κοντά στο Θεό.
Ο Νάσιος Πολύζος εδώ είχε και τα εκδοτήρια εισιτηρίων. Στον Γυφτόκαμπο πλήρωνες για το ταξίδι σου. Περίεργο ακούγεται αλλά έτσι ήταν τότε. Αφού ξεκουραζόμασταν όλοι, αναζωογονημένοι πλέον μπαίναμε στις θέσεις μας για το υπόλοιπο της διαδρομής. Ο Γυφτόκαμπος ήταν πάντα σημείο αναφοράς για τους ταξιδιώτες. Από τους οδοιπόρους μέχρι και σήμερα. Παλιά υπήρχε και χωροφυλακή για τον φόβο των ληστών. Στην περιοχή δρούσαν και ρι Ρεντζέοι. Τρομεροί ληστές. Υπάρχει η τοποθεσία πριν τον Γυφτόκαμπο «Σπηλιά των Ρεντζέων». Εδώ σ’ αυτόν τον χώρο οι παππούδες μας και οι πατεράδες μας εύρισκαν ένα πιάτο ζεστό φαγητό, έναν άνθρωπο να πουν μία κουβέντα. Ήταν ένα σημείο ενημέρωσης για την κατάσταση του δρόμου, για τις καιρικές συνθήκες και ότι άλλο αφορούσε την περιοχή. Δυστυχώς σήμερα δεν υπάρχει ούτε το καφενείο ούτε ο κυρ-Γιώργης με την κυρά-Χάϊδω. Ούτε καν η βρύση.
Στεναχωριέμαι οπότε περνάω από εκεί για την εγκατάλειψη, μα έχω μέσα μου τις παλιές εικόνες κι αισθάνομαι τυχερός που τις έζησα. Αφήνουμε πίσω την σκόνη του λεωφορείου, την ερημιά και τον κυρ-Γιώργη με την κυρα-Χάϊδω να μας γνέφουν για καλό ταξίδι.

Διασταύρωση. Όποιος ήθελε πήγαινε μια βόλτα μέχρι την Λάιστα. Οι υπόλοιποι με τα πόδια. Σαν μια γιορτή, σαν Πρωτομαγιά. Χαρούμενοι πηγαίναμε στην δημοσιά μέχρι όπου φτάσουμε μέχρι να μας προλάβει το λεωφορείο. Μπορούσαμε να φτάσουμε και στο χωριό. Δεν είχαμε πρόβλημα ήμασταν μια παρέα. Δεν υπήρχε κούραση γελούσαμε και τραγουδούσαμε. Πηγαίναμε να περάσουμε καλά. Και τα καταφέρναμε. Αυτά τα βιώματα μένουν, υπάρχουν βαθιά μέσα σε όλους και όταν έρχεται στο χωριό μέχρι σήμερα ο ξενιτεμένος νιώθει την ίδια ζεστασιά, τα ίδια παλιά συναισθήματα.
Μία ώρα αργότερα έσπαγε την ησυχία ο θόρυβος της μηχανής και όπου έβρισκε κόσμο τους ανέβαζε μέχρι και τον τελευταίο. Όλοι τώρα συζητούσαν για το επόμενο δύσκολο πέρασμα.
Το Πορτολάτο που μόνιμα είχε κατολισθήσεις και όταν έβρεχε ήταν το σημείο που καλούσαν τ’ αυτοκίνητα στη λάσπη. Ήταν ο φόβος και ο τρόμος των οδηγών. Ειδικά όταν περνούσαν τα μεγάλα φορτηγά φορτωμένα ξυλεία, οι ροδιές που άφηναν ήταν τεράστιες και δύσκολα προσπελάσιμες. Περνούσαμε το Σουινά και κατευθείαν στο Ηλιοχώρι (Ντομπρίνοβο). Ένα ακόμη δύσκολο πέρασμα στη Βαλιαρά και ανηφορίζαμε για την Παναγία.
«Διάβατα, της Θεοτόκου η χάρις
εδώ σε προσκαλεί, την ευχή της να πάρεις,
Ώρα σου καλή»
Έτσι είχε γράψει ο παππούς μου σε μια πινακίδα πάνω από την πόρτα στο εξωκλήσι της Παναγίας για τους ξενιτεμένους που φεύγουν. Ας ανάβουν ένα κερί στη Χάρη Της κι έπαιρναν ευλογία. Εδώ τους αποχαιρετούσαν οι συγγενείς και οι φίλοι. Εδώ το δάκρυ έκαιγε το μαντήλι. Όλοι κάναμε τον σταυρό μας, συνεχίζαμε κλείνοντας ραντεβού για τον Δεκαπενταύγουστο. Μετά τα σάδια της Παναγίας στην τελευταία στροφή πριν μπούμε στον δασικό δρόμο για Μαγούλα, Αγία Τριάδα κ.λ.π. το τοπίο άλλαξε. Οι όγκοι της Τσούκα Ρόσας επιβλητικοί με τα αιώνια χιόνια στα ριζά της μας καλοσόριζε. Ο Νάσιος κόρναρε από την Βρύση του Τσιόμου. Ειδοποιούσε όλο το χωριό. Τον δρόμο μας έκοβε το ποτάμι. Καθαρό παγωμένο νερό δρόσιζε τις ρόδες. Άρχιζαν να φαίνονται τα σπίτια του χωριού.
Όλοι μέσα στο λεωφορείο προσπαθούσαν να κοιτάξουν από τα παράθυρα να δουν τον τόπο τους, τα χώματα τους. Οι κόρνες συνεχιζόταν σ’ όλα τα πέταλα κι όλο πλησιάζαμε. Ξαναπερνούσαμε πάλι μέσα από το ποτάμι στην Κουίτσα και επιτέλους μπαίναμε στο Βρυσοχώρι.
Μικροί, μεγάλοι, νοικοκυρές αφήνουν τις δουλειές στην μέση και τραβούσαν για το καφενείο στο Μεσοχώρι. Ήταν το γεγονός. Ερχόντουσαν να δουν, να χαιρετήσουν, να μάθουν νέα. Θύμιζε γιορτή. Μια γιορτή χωρίς όνομα μα τόσο σημαντική.
Το λεωφορείο έκανε στροφή στον Πλάτανο και πάρκαρε μπροστά στα καφενείο. Όλοι τώρα ήταν έξω κοιτούσαν ποιοι θα κατέβουν ποιους θα καλωσορίσουν. Κατεβαίναμε ένας – ένας. Παράξενα συναισθήματα τώρα που τα σκέφτομαι. Για λίγες στιγμές να αισθάνεσαι, μεγάλος, τρανός, με τόσο κοινό να σου χαμογελάει και να σε καλοδέχεται.
Ο Νάσιος πριν ο άνθρωπος πάρει μία ανάσα πέφτανε όλοι πάνω μου για μια εφημερίδα, για ένα περιοδικό «Ρομάντσο ή Φαντάζιο».
Πρόθυμα παιδιά του χωριού σκαρφαλώνουν στη σχάρα να λύσουν τον μουσαμά, να ξεφορτώσουν τις αποσκευές φωνάζοντας τα ονόματα των δικαιούχων. Το καφενείο έσφιζε από κόσμο. Τα φρούτα και τα λαχανικά ξεφορτώνονταν και τοποθετούνταν μέσα δεξιά και γίνουν μια ιδιαίτερη μυρωδιά στο χώρο, που ακόμη νοσταλγώ.
Σιγά – σιγά όλα μπαίνανε στο ρυθμό τους. Οι επιβάτες με τα πράγματα πηγαίνουν σπίτια τους. Αν ήταν πολλά κάποιο μουλάρι θα βοηθούσε στην μεταφορά. Ήταν το αγροτικό κάθε σπιτιού. Και ήταν αρκετά τότε.
Οι νοικοκυρές φεύγανε να συνεχίσουν τις δουλειές τους, τα παιδιά για παιχνίδι. Οι μεγαλύτεροι συνέχιζαν το τάβλι ή την πρέφα πίνοντας το τσιπουράκι τους, πριν πάνε για το μεσημεριανό φαγητό.
Ο Νάσιος έπαιρνε τις παραγγελίες για το επόμενο ταξίδι. Ρωτούσε αν υπάρχει επιβάτης έστω ένας ή δύο, τουλάχιστον να έχει παρέα για το μακρύ δρόμο. Σε λίγο χτυπούσε η κόρνα μα τώρα είχε άλλο ήχο, πιο λυπητερή, πιο σύντομη, χωρίς γιορτινό χαρακτήρα.
Το λεωφορείο έπαιρνε τον δρόμο της επιστροφής πολύ πιο ελαφρύ. Χανόταν πέρα απ’ του Εξάρχου κι ακουγόταν το βουητό του για πολύ ώρα μέχρι ν’ ανεβεί και τα τελευταία πέταλα.
Εμείς μέναμε πίσω στο χωριό να ζήσουμε τις όμορφες διακοπές μας, περιμένοντας τα επόμενα κορναρίσματα να τρέξουμε να υποδεχθούμε με τη σειρά μας. Να συμμετάσχουμε κι εμείς σ’ αυτή την γιορτή.

 

Αναδημοσίευση από την εφημερίδα «τα Νέα του Βρυσοχωρίου» (αρ. τ. 81)

 

Advertisements