Ένα τραγικό ειδύλλιο στη Λάιστα το 1909

«Στη Λάιστα, τ’ όμορφο χωριουδάκι, που βρίσκεται στις κατάφυτες πλαγιές της Πίνδου, στις δεκαεφτά του Απρίλη του 1909 οι χωριανοί ανάστατοι. Για πρώτη φορά στο ήσυχο χωριό τους είχε γίνει φόνος. Φονιάς ήταν το πιο όμορφο παλικάρι ένα νοικοκυρόπουλο, ο βοσκός Γιαννάκης Λιόγκας και θύμα η λυγερή βοσκοπούλα Χρυσαυγή Σιώτου.

 

Το φοβερό αυτό έγκλημα που έγινε αφορμή να κλάψει όλο το χωριό, θύμα και φονιά μαζί, ξετυλίχτηκε ως εξής:
Οι δυο νέοι —ο Γιαννάκης Λιόγκας κι η Χρυσαυγή Σιώτου, μικρότερη του κατά τρία – τέσσερα χρόνια— σκαρφάλωναν από μικρά παιδιά, τις ράχες, οδηγώντας τα γιδοπρόβατα για βοσκή. Έτσι σιγά – σιγά φούντωσε στις δυο αυτές αγνές καρδιές μια απέραντη αγάπη, Την αγάπη τους αυτή οι δικοί τους δεν την έβλεπαν με κακό μάτι. Πολλές φορές οι δυο χήρες μανάδες των παιδιών μιλούσαν για το γάμο τους κι’ όλο το χωριό ήξερε πως είχαν δοσμένον λόγο.

Μα ένα περιστατικό ήρθε να διάλυση ξαφνικά τα όνειρα των δυο ερωτευμένων και ν’ απλώσει στις αγνές τους ψυχές τον πόνο και την απόγνωση.
Ο Χαραλάμπης του παπα – Θωμά, χρόνια ξενιτεμένος γύρισε εκείνες τις μέρες στη Λάιστα για να δη τους δικούς του, να παντρευτεί με μια χωριανή του και να ξαναγυρίσει πάλι στις «μπίζνες» του στις Ηνωμένες Πολιτείες. Κι η εκλογή του έπεσε στη Χρυσαυγή του Σιώτου, αν και όλοι οι γνωστοί τον πληροφόρησαν πως η μάνα της η Λαμπρινή είχε δοσμένο λόγο στο Γιαννάκη Λιόγκα.
Χαμογέλασε περήφανα ο Χαραλάμπης κι απάντησε στους χωριανούς:
— Αυτό θα το δούμε … αν τα κανονίζει το χρήμα.

Και πραγματικά το χρήμα θάμπωσε τη χήρα Σιώτου, ξέχασε το λόγο πού χε δώσει κι είπε το «ναι» στον πλούσιο γαμπρό. Η όμορφη Χρυσαυγή σαν το πληροφορήθηκε άρχισε να κλαίει και να οδύρεται μη θέλοντας άλλον γι’ άντρα της από το Γιαννάκη Λιόγκα. Μα η Λαμπρινή δήλωσε κατηγορηματικά ότι τον Αμερικάνο θα της δώσει για να την σχωρνάει μελλοντικά, σαν θα βρίσκεται βουτηγμένη στον πλούτο και την καλοπέραση.
Τόμαθε κι’ ο Γιαννάκης πως πρόκειται να χάση την αγαπημένη του και, τρελός από πόνο, πήρε το δρόμο του βουνού και χάθηκε στο λόγγο. Εκεί ξενύχτησε με τ’ αγρίμια.
Η άμοιρη μόνα του κι οι χωριανοί, βάζοντας κακό στο νου τους, άρχισαν να τον γυρεύουν στις ράχες και στο λαγκάδια.

Κ’ η Χρυσαυγή σαν έμαθε πως ο Γιαννάκης της χάθηκε, ένοιωσε τον πόνο διπλό. Κατάφερε κι έφυγε κρυφά από την μάνα της και τράβηξε κι’ αυτή στις ερημιές αναζητώντας μ’ αγωνία το λατρευτό της. Ψάχνοντας τον βρήκε στη θέση που οι δυο τους μέρες κάθονταν εκεί κι’ έπλεκαν τα όνειρα της μελλοντικής ευτυχισμένης τους ζωής, ενώ τα κοπάδια του, ζευγαρωτά κι εκείνα, βοσκάνε στο δροσερό χορτάρι.
Εκεί τον πέτυχαν κι οι χωριανοί ψάχνοντες ώρες. Τον βρήκαν να έχει στην αγκαλιά του το άψυχο κορμί της Χρυσαυγής κι’ εκείνη τη στιγμή να σηκώνει το ματωμένο του μαχαίρι για να το βύθιση και στα δικά του στήθια.
Δυο – τρία παλικάρια πρόλαβαν και τον αφόπλισαν. Εκείνος τρελός από την απελπισία του έβριζε και καταριόταν την κακή του μοίρα.
Κι οι δυο χήρες μάνες δέχτηκαν το μήνυμα σα ντουφέκια κι η μια καταριόταν την άλλη, για τον αναπάντεχο χαμό των παιδιών τους.

Έτσι βρέθηκε σε λίγο στη φυλακή μέσα στα μπουντρούμια του Κάστρου των Ιωαννίνων, ο λεβεντόκορμος Γιαννάκης Λιόγκας, ο φονιάς της Χρυσαυγής του . . .
Στο φύλλο της τοπικής εφημερίδος «Ήπειρος» ο αείμνηστος δημοσιογράφος και ποιητής Γ. Πελερέν, περιγράφει πως συνάντησε το Λιόγκα, συνοδεύοντας τον Πρωτοσύγγελο της Μητροπόλεως Ιωαννίνων στις φυλακές του φρουρίου τον Μάιο του 1909.

…. Σ’ ένα βρωμερόν και τρισάθλιον κελλίον —γράφει— μ’ άλλους κατάδικους, βρίσκουμε και τον ποιμενόπαιδα Ιωάννη Λιόγκαν που προ μηνός περίπου εφόνευσε δι αμφίστομου μαχαίρας την συμπατριώτιδα μνηστήν του Χρυσαυγήν Σιώτου. Ο τότε ωραιότατος κι αρρενωπός νέος, ήδη κατάντησε κατάχλωμος κι’ αξιοθρήνητος την θέαν. Οι συγκροτούμενοι του μας πληροφορούν ότι ο νέος αυτός νυχθημερόν θρηνεί την φονευθείσαν και ζητεί τον θάνατον. Την τροφήν μετά κόπου λαμβάνει.
Πλησιάζομεν, του πρασφέρομεν το βοήθημα, εκείνος όμως το αποποιείται και με οφθαλμούς δακρύβρεχτους μας ερωτά:
»— Τον θάνατον μπορείτε να μου δώκετε; … Να πάω κοντά στη Χρύσαυγούλα μου; Αυτό θέλω εγώ κι άλλο τίποτα;
»— Γιατί, παιδάκι μου, την σκότωσες; ερωτά μειλιχίως ο σεβαστός Πρωτοσύγγελος.
»Οι οφθαλμοί του υποδίκου στηλώνονται έκπληκτοι προς τον κληρικόν και απαντά αμέσως:
»— ‘Όχι δεν την σκότωσα τη Χρυσαυγή μου. Συμφωνήσαμε να πεθάνουμε μαζί. Σαν με βρήκε στο λόγγο τη ρωτάω: «Για πες μου. Θα παντρευτείς αυτόν;»
«Η μάνα μου τον θέλει» μου απαντάει εκείνη και κλαίει «Κάλλιο το θάνατο, παρά αυτόν» λέει. «Τι την θέλω τη ζωή χωρίς εσένα». .
» Και ο δυστυχής ολοφύρεται. Μετ’ ολίγον εξακολουθεί:
»—Σαν άκουσα τα λόγιο της Χρυσαυγούλας: «Αυτό λέω κι’ εγώ» της είπα. «Ας σμίξουμε και στο θάνατο ακόμα». Κι αγκαλιαζόμαστε και φιλιόμαστε για ώρα. Απάνω στο φιλί αυτό τη χτύπησα με το μαχαίρι στην καρδιά. Ένοιωσα πως ρουφούσα την ψυχούλα της. Έσβησε έτσι σαν το πουλάκι στην αγκαλιά μου. Και την ώρα που σήκωνα το μαχαίρι γιο να χτυπηθώ κι’ εγώ μ’ άρπαξαν οι χωριανοί … Τώρα η έρημη μ’ αποζητάει να πάω κοντά της.
»Και ανελύθη ο δύσμοιρος εις νέους ποταμούς δακρύων . . . ».

Σε λίγον καιρό η δίκη έγινε. Οι Τούρκοι δικασταί λυπήθηκαν τη λεβεντιά του και καταδικάζοντας τον σε θάνατο, σύμφωνα με το νόμο, είπαν στη μάνα της Χρυσαυγής, πως αν το θέλει μπορεί να ζητήσει το μετριασμό της ποινής του. Μα η χήρα Λαμπρινή, κλαίγοντας το χαμό της Χρυσαυγής, ζητάει να θανατωθεί ο φονιάς της κόρης της.
Έπεσαν στη μέση οι προύχοντες Γιαννιώτες κι όλοι οι χωριανοί για να την κάνουν να τον σώσει από το Χάρο, μα χαμένα πήγαν τα λόγια τους. Την παρακάλεσε κι’ η πονεμένη μάνα του Γιαννάκη, για να της σώσει μ’ ένα της λόγο, το παιδί της μα η Σιώταινα αγριεμένη της απάντησε:
– Όπως έσωσες εσύ από τα χέρια του φονιά την ακριβή μου Χρυσαυγή, έτσι θα σώσω κ’ εγώ το παιδί σου!
Ο Γιαννάκης μ’ ανακούφιση άκουσε την καταδίκη του. Ήθελε, έστω κι αργά, να βρεθεί πάλι κοντά στην πολυαγαπημένη του Χρυσαυγή.

Κι’ έτσι, στις 26 Ιουλίου του 19 στην κεντρική πλατεία των Ιωαννίνων, ο όμορφος και λεβεντόκορμος Γιαννάκης Λιόγκας, ανέβηκε στην αγχόνη ήρεμος και περήφανος.
Σ’ λίγο αφήκε την ψυχή του να φύγει από το βασανισμένο του κορμί για να πετάξει κοντά στη μοναδική του αγάπη στη Χρυσαυγή.

Όλος ο κόσμος, κι ο δήμιος που τον κρέμασε ακόμα, έκλαψαν για το χαμό του όμορφου παλικαριού. Μονάχα η χήρα Σιώταινα έμεινε ατάραχη. Καθισμένη σε μια καρέκλα, μπροστά στην αγχόνη, παρακολουθούσε το θάνατο του κ’ όταν όλα τέλειωσαν αφήκε έναν αναστεναγμό ανακουφίσεως ζήτησε έναν καφέ για να συνέρθουν τα νεύρα της και ήσυχα – ήσυχα ξεκίνησε για το χωριό.

Την άλλη μέρα βρέθηκε κι εκείνη κρεμασμένη σε μιαν αγριοκαστανιά. Πολλοί είπαν πως μονάχη της έδωκε τέρμα στη ζωή της, γιατί μετάνιωσε που δεν έσωσε το Λιόγκα. Άλλοι πάλι είπαν πως την κρέμασαν οι χωριανοί της γιατί ήταν αφορμή του φοβερού δράματος που ανατάραξε το ήσυχο χωριό τους».

Πύρρος Λεκαντάς

Το κείμενο προδημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ρομάντζο» μεταξύ 1956 – 1958 και αναδημοσιεύτηκε από τον Νικόλαο Τζαμπούρα στην «εφημερίδα το Ζαγόρι μας» τον Μάρτιος 1986.

Advertisements