Δωδεκαέμερα

Του Ευριπίδη Γιαννακού

Δωδεκαέμερα, λέγανε οι παλιοί, μα και μείς, τις δώδεκα γιορταστικές μέρες των Χριστουγέννων, ως τα Φώτα, π’ αγιάζονται τα νερά.
Με τη γιορταστική τους μορφή, οι άγιες αυτές μέρες, δημιουργούσαν τότε ιδιαίτερα τις νύχτες, συγκεντρώσεις συγγενών και φίλων στ’ αρχοντικά, μα και στα φτωχόσπιτα, για να γιορτάζουν όλοι τα Χριστούγεννα, την Πρωτοχρονιά, τα φώτα…

 

Και γράφει ένας ερευνητής: «Στις συγκεντρώσεις τις νυκτερινές, στις Άγιες μέρες των «Δωδεκαήμερων», έβλεπες ανάμεσα στους νεώτερους να ξεχωρίζουν γέροντες και γριές σα βιβλικές μορφές, συρρικνωμένες απ’ τα χρόνια, να κάθονται στις κορφές των μπουχαριών, σαν ν’ αποτελούν τους κορυφαίους του χώρου, σ’ αρχαία Ελληνική τραγωδία». Και συνεχίζει: «Οι γιορταστικές μέρες των Χριστουγέννων, τα Δωδεκάημερα, είχαν σα σκοπό τους βασικό, ν’ ανταμώσουν τους ανθρώπους περισσότερο μεταξύ τους, μέσα σε μια αγνή, αθώα «Άγια νύχτα», μέσα στις λαϊκές μας παραδόσεις».
Μαζεύονταν, όπως λέω παραπάνω, ιδίως τις νύχτες, συγγενικές μα και φιλικές οικογένειες, σε συγγενικά και φιλικά σπίτια, εκείνα τα παλαιά χρόνια…
Μ’ αστεία, μ’ ευχές, με τραγούδια και χορούς, με παιγνίδια κ’ άλλες εκδηλώσεις, με ντόπια κρασιά και φρούτα, περνούσαν τις μακριές χειμωνιάτικες νύχτες των «Δωδεκάεμερων».

Περνούσαν όμορφα μέσα ατούς αρχοντικούς νοντάδες ή στα φτωχικά μαντζάτα, μπροστά στ’ αναμμένα κούτσουρα του μπουχαριού, που τριζοβολούσαν, και με φώς απ’ τις σκίζες του δαδιού, που φεγγοβολούσε στους φεγγίτες ή με το άχνα, το γλυκό, το ήμερο φώς, που σκόρπιζαν γύρω, τα πλούσια, πλουμιστά μπρούντζινα πολύφωτα λυχνάρια, των αρχοντικών ή τη μονόφωτα ή δίφωτα τενεκεδένια λυχνάρια των φτωχών, που τ’ άφκιαχνε ο Κυρ Γιαννάκης Σοκοβέλος…

Και στα μπουχαριά άσβεστη, όλη τη νύχτα, η φωτιά, με τις πιο χοντρές μπλάνες, για να ζεστάνει, έλεγαν, η Παναΐτσα το νεογέννητο Χριστό, και να λιώσει η αρκούδα τ’ άρκουδόπλο της. Έτσι πίστευαν…

Μακριά, πολύ μακριά έχει τις ρίζες της τούτη η πίστη…
Και για το φόβο των καψιουριών, κάπου, κάπου, ρίχνανε λίγο αλάτι στη φωτιά, για να πρατσαλάη και θυμίαμα για να μυρίζει και να μη ζυγώνουν τα καψιούρια, στα μπουχαριά…
Καίγανε και κάνα παλιοτσάρουχο, για να μυρίζει ο καπνός…
Τα λέγανε, τα κάνανε, μα και τα πίστευαν.

Και τα παιδιά, τα καημένα, όλο φόβο, π’ ακούγανε αμέτρητα φανταστικά κι απίθανα επεισόδια με καψιούρια, που γύριζαν σε θεοσκότεινα κι ανήλιαγα ρέματα και τρυπώνανε στα σπίτια, απ’ τις τρύπες των μπουχαριών και βουβαίνανε εκείνους, που βγαίνανε τη νύχτα έξω κουβεντιάζοντας…
Και σαν πέφτανε βαριά της νύχτας τα μαύρα πέπλα κι άναβαν οι φεγγίτες και τα λυχνάρια και σκοτείνιαζε ο τόπος, μαζεύονταν όλοι μέσα.
Που διαβάτης στα σοκάκια τού χωριού. Κι αν κανένας νυχτώθηκε, περπατούσε βιαστικά και βουβός μεσ’ στη χιονούρα και τ’ ανεμοσούρι, που στροβίλιζε τις χιονονυφάδες, σαν απίθανο, φανταστικό ολόλευκο, μελισσολόι…

Και ρίχνανε και κερασογκορτζίσια ξύλα στη φωτιά, για να μυρίζουν… Κι η ζωή η κανονική ξανάρχιζε το πρωί, σα θαμπόφεγγε και τα καψιούρια τρυπώνανε στις σκοτεινές τους τρύπες σκούζοντας:
«άωρα, παράωρα, παραωρήτες είμαστε,
παράωρα καθόμαστε,
πολύ ταχιά μη σκώνεστε
γιατ’ έρχονται οι παραωρήτες
και κρεμιούνται απ’ τους φεγγίτες»

Και ούτε και τη μέρα περνούσαν, απ’ ανήλιαγα ρέματα, χωρίς φόβο μέσα τους.
Η φαντασία τους επηρεασμένη, απ’ τα απίθανα μολοήματα π’ άκουαν, απ’ τα παιδικά τους χρόνια, έπλαθε φανταστικά επεισόδια κι απίθανα σκάνταλα, για τα καψιούρια…

Κι όταν μέσα στην θεοσκότεινη νύχτα, μουντό ακούγονταν απ’ τη χιονούρα, το λάλημα της καμπάνας τ’ Άι Νικόλα καλώντας τους χωριανούς στη θεογέννηση, σταυροκοπιούνταν, τοιμάζονταν και πήγαιναν στην εκκλησιά βουβοί, για ν’ ακούσουν την ακολουθία της γέννησης του εν Υψίστοις Κυρίου…
Με το σκόλασμα της εκκλησιάς, έβγαιναν στα χαγιάτια της, και χαιρετιούνταν όλοι, κι ο καθένας τραβούσε για το σπίτι του, για να χαρεί το Χριστουγεννιάτικο τραπέζι…
Για ψωμί τη μέρα τούτη, τρώγανε «κολεντήνες» που τις φκιάνανε με διπλοσιτισμένο σταρίσιο αλεύρι την παραμονή, τα «κόλεντε» όπως τη λέγανε.
Τη μέρα των Χριστουγέννων, κρεμούσαν στο λαιμό των αναδεχτών τους, «κολεντήνες» δεμένες με κόκκινο μπρισίμι. Το βράδυ της παραμονής φκιάνανε «λαλαγγήτες» με πέτρα ψημένα κι ανάμεσα τους βάζανε στουμπισμένες, στη τζιούμα, καρύδια και μετά τις ζεματούσανε με σιορόπι από ζάχαρη ή και μέλι.
Κι όλοι τρώγανε κι εύχονταν «κι τ’ χρόν’, καλά Χριστούγεννα, να καλουδιχτούμι».
Έτσι περνούσαν τα βράδια των Δωδεκάεμερων, με συντροφιά, μέσα στην ασκόλαστη Αντριάτικη νύχτα, και λησμονούσαν κάπως τη χειμωνιάτικη μόνωση τους…

Τα ολονύκτια αυτά τσιμπούσια κι όλες οι άλλες συναθροίσεις κι εκδηλώσεις, σε κλειστούς χώρους, με την ευκαιρία των εορτών των Χριστουγέννων, μα και σ’ άλλες ευκαιρίες, κατά τη διάρκεια τού μακρού χειμώνα, σε συνδυασμό με τραγούδια και χορό και συσχετισμένη, τις πιο πολλές φορές, με θρύλους και λαϊκές δοξασίες, με παραμύθια και λογοπαίγνια κ.λ.π. Χρησίμευαν, σαν αφορμή, να ξεσπάσει η ανθρώπινη λαχτάρα, πούχε τόση ανάγκη, εδώ επάνω, για ομαδική εκδήλωση, για αποτοξίνωση ψυχική, για θέαμα, γράφει κάποιος…

Και λέγανε παραμύθια κι ιστορίες για νεράιδες, για πανέμορφες βασιλοπούλες, για στρατούς και πολέμους, για λάμιες. Και συμπούσαν τη φωτιά στα μπουχαριά και σκόρπιζαν αμέτρητες οι φωτεινές σκαντζλήθρες.
Και βογκούσε έξω ο αέρας και τ’ ανεμοσούρι.
Παίζανε και τις «κουκουβάσττες» κι έλεγαν όσο και κομμάτια απ’ τη θυσία του Αβραάμ και τον «Ερωτάκριτο».
Και στα μπουχαριά πρατσάλιζαν τα κούτσουρα και θαμπόφεγγε το δαδί και τα λυχνάρια κι αναδεύονταν ένα γύρω οι ίσκιοι, στους ζωγραφισμένους με στρατούς και πολέμους και πολιτείες τοίχους.
Και κερνούσαν οι κυράδες «ριτσέλια» κι φρούτα, που τα είχαν κρεμασμένα ατά ζωγραφισμένα νταβάνια…

Και τ’ Άι Βασιλείου, από βραδύς την παραμονή, πάλι τσιμπούσι, πάλι ξεφάντωμα…
Τα μεσάνυχτα πήγαιναν κρυφά, βουβοί, να κλέψουν το νερό απ’ τον «Κονόμο» μας ή από «Τζιογκόρο» ή από τη Βρυσοπούλα. κι αλείφανε τη βρύση φκιάνοντας ένα σταυρό με βούτυρο.
Χαρά στον που τον έφκιανε πρώτος.
Κι όταν γύριζαν στο σπίτι, εύχονταν σ’ όλους εκεί, «σ’ έτη πολλά, καλή χρονιά, να καλουδιχτούμε τ’ς ξινιτιμέν μας».

Με το νερό το κλεμμένο φκιάνανε κρεατόπιτα ή αλευρόπιτα ή άαραποστόπτα. Μέσα βάζανε ένα Κωνσταντινότο μπάχτι, ένα κομμάτι ξύλο κρανιάς, ένα κομμάτι ξύλο από κλήμα ένα κομμάτι άχυρο…
Και με τις ευχές όλων ο παππούς ή η μάνα σταύρωνε την πίττα και την έκοβε σε φιλιά. Μετά τη μοίραζε στο Χριστό και στην Παναγία, στο σπίτι, στους ξενετιμένους και σ’ όλους. Αν κάποιο απ’ αυτά που βάζανε μέσα στην πίττα, βρίσκονταν σε φιλί ξενετιμένου, κόμποι τα δάκρυα κυλούσαν, από τα μάτια όλων…

Ντάγκα, ντούγκα η καμπάνα τ’ Άι Νικόλα μέσα στη θεοσκότεινη νύχτα…
ημέρωνε του Σταυρού.
Ξεσηκώνονταν όλοι, και πήγαιναν στην εκκλησιά, για ν’ ακούσουν τον Αγιασμό και να πάρουν Άγιασμα.
Και σαν η εκκλησία σκόλναγε κι αγιάζονταν τα νερά, αφανίζονταν τα καινούρια σκουπίζοντας κλαψάρικα:
«φορτώστε να φορτώσουμι
γιατί μας πήρε η μέρα
γιατ’ έρχιτ’ ο παππάς με το εν
Ιορδάνη,
Μας έβρεξαν, μα άγιασαν, και μα ζεμάτησαν».

Με το Άγιασμα ραντίζανε τα κονιάματα του σπιτιού με τις παμπάλαιες εικόνες, ραντίζανε τα μελίσσια τους, τα ζωντανά τους, τα αμπέλια τους, τα χωράφια τους, για να ευλογηθεί η σοδειά τους…

Τα Φώτα, αν ο καιρός ήταν καλός γίνονταν στον «Κονόμο». Εκεί διαβάζανε το Μεγάλο Αγιασμό και μετά έριχναν το σταυρό στην πεντακάθαρη οβήρα του.
Κι όποιος πρώτος τον «πιάνε, γύριζε, με το σταυρό, στο χωριό, κι όλοι ασπάζονταν το σταυρό και φιλεύαν με παράδες και καλούδια αυτόν που τον κρατούσε.

Κι οι παππάδες, ήσαν πέντε, γύριζαν σ’ όλα τα σπίτια, ο καθένας στην ενορία του, ράντιζαν με την αγιαστούρα τους τα κονίσματα και ψέλνανε το εν Ιορδάνη, κι οι κυρίες ρίχνανε στο κακαβάκι με τ’ άγια χρήματα.
Τα παιδιά που κρατούσαν το κακαβάκι με τ’ άγιασμα και άγια Λείψανα του Ρογκοβού, τα φίλευαν με κάχτες, λευτόκαρα, κομμάτια ζμπέκια και λοής λοής καλούδια.
Πόσο μακριά, αλήθεια, τούτες συνήθειες, είχαν τη ρίζα τους; Ποιός ξέρει…

 

Το κείμενο «Δωδεκαέμερα» του Τσεπελοβίτη Ευριπίδη Γιαννακού γράφτηκε και δημοσιεύτηκε τον Δεκέμβρη του 1981 στην εφημερίδα «το Ζαγόρι μας», αρ, τ. 45.

 

 

Advertisements