Η παρακμή των πανηγυριών μας

Του Απόστολου Ντιναλέξη

Δεν έχω μουσικές γνώσεις για να κρίνω την εκτέλεση των δημοτικών τραγουδιών, άλλωστε δεν υπάρχει παρτιτούρα και κάθε κομπανία -κυρίως το κλαρίνο- έχει την δική της εκτέλεση. Ακούω συχνά χορευτές μερακλήδες να δηλώνουν ότι μερικά δημοτικά τραγούδια εκτελούνται άριστα από τον τάδε ή τον δείνα κλαρινίστα. Βάρεσε κάτι «κλέφτες»… Έπαιξε ένα «Πάπιγκο»… Λάλησε ένα «Ντελή Παπά»…

Υποκειμενικά είναι όλα αυτά γιατί εξαρτώνται από το αφτί του καθενός, απ’ τις παραστάσεις που έχουμε, απ’ την ηλικία που διάγουμε, απ’ την διάθεση για χορό, από το τι φάγαμε και τι ήπιαμε, κ.λ.π.
Κάθε χωριό έχει πρωτοχορεύτριες και πρωτοχορευτές αναγνωρισμένης ικανότητας και γνωστούς στα γύρω χωριά. Η «Μπολνάσαινα», η «Φράσια», η «Μπαζαρκάνα», το «Πάπιγκο», τα «Πέντε Παλικάρια», κλπ. Είναι τραγούδια για καλούς χορευτές και απαιτούν άριστη εκτέλεση απ’ την κομπανία. Και όχι μόνο αυτό, αλλά το κλαρίνο και το ντέφι πρέπει να ακολουθούν το ρυθμό του καλού χορευτή. Ο μακαρίτης ο Ζιούλης κοίταζε με προσοχή τα βήματα του χορευτή κι ακολουθούσε με το ντέφι. Ακόμα ο Ζιούλης μπορούσε με το ντέφι να ρυθμίσει τον κακό χορευτή και να τον φέρει σ’ ένα ρυθμό.

Γκρινιάζω γιατί βγαίνει ο πάσα ένας και μιλάει για παράδοση και Πολιτισμό. Κάθε παρατήρηση χρειάζεται επιχειρήματα και κάθε σχόλιο πρέπει να τεκμηριώνεται. Ας μου δώσει κάποιος τον ορισμό του «παραδοσιακού πανηγυριού». Εμείς οι μεγάλης ηλικίας ζήσαμε άλλα πανηγύρια, άλλου είδους γάμους και συμμετείχαμε σε ζιαφέτια. Η εκτέλεση των δημοτικών τραγουδιών απ’ την κάθε κομπανία και η χορευτική απόδοση είχαν διάρκεια και σταθερότητα σε βάθος χρόνου. Δικαίως αγανακτούν ορισμένοι αναγνώστες με ης ηλεκτρικές κιθάρες, τ’ αρμόνια και τ’ άλλα κλαπατσίγγανα. Το Ζαγόρι γλεντούσε με βιολί, κλαρίνο, λαούτο και ντέφι. Τα Ζαγορίσια τραγούδια δεν δέχονται άλλα μουσικά όργανα. Τα Ζαγορίσια πανηγύρια δεν γίνονται μόνο για τον χορευτή, αλλά και για τους θεατές-ακροατές.
Γιατί χάλασαν τα πανηγύρια μας; Φταίει η κομπανία, ο τραγουδιστής, οι χορευτές, το σουβλάκι, η μπύρα; Τα πανηγύρια μας άλλαξαν μορφή και σκοπό γιατί μπήκε μπροστά η κερδοσκοπία. Τα περασμένα χρόνια ο επικεφαλής της παρέας -συνήθως ο κλαριντζής-έδινε αρραβώνα το δαχτυλίδι του στον Πρόεδρο της Κοινότητας για να κλείσει το διήμερο ή τριήμερο πανηγύρι. Σήμερα ζητάνε 2.000 ως 5.000 ευρώ για να λαλήσουν και τα παίρνουν απ’ τους επαγγελματίες του μεσοχωριού. Τα μεσοχώρια καλύπτονται από τραπέζια και καρέκλες των επαγγελματιών. Τα παλιότερα χρόνια κάθε οικογένεια έβγαζε το τραπέζι της με τις πίτες και τα ψητά, το κρασί της και το τσίπουρο και τα στρωσίδια για να κάτσουν στα πεζούλια. Σε μια άκρη έβγαζε κανένας βαρέλι με κρασί για πώληση, άλλος έφερνε ψητό αρνί και κοκορέτσι, έρχονταν η Μαρίτσα με την σιάμαλη κι έρχονταν και η σκάφη με τον καρυδάτο ή σκεπαρνίσιο χαλβά. Σε πολλά πανηγύρια υπήρχε και λοταρία με καλύτερο λαχνό ένα κουτί λουκούμια. Το μεσοχώρι φωτίζονταν με λουξ και οι μικροπωλητές είχαν συσκευές ασετιλίνης. Σ’ αυτό το όμορφο σκηνικό δεν υπήρχαν καλώδια και μεγάφωνα και το τακίμι έπαιζε και τραγουδούσε κι ακούγονταν και καμιά παραφωνία. Σήμερα στα πανηγύρια σερβίρεται σουβλάκι και μπύρα και ίσως κοτόπουλο ψημένο. Το φαί και το πιώμα αντικατέστησαν τις κοινωνικές σχέσεις, δηλαδή συγγενικές επισκέψεις, φιλικά ανταμώματα, παντρολογήματα. Οι χορευτές που σέρνουν το χορό, συνήθως αποσκοπούν στην επιδειξιομανία και παραγγέλνουν συρτοτσιφτετέλια, χαβάδια και βαριά πωγωνήσια. Η δεξιοτεχνία της παρέας και του τραγουδιστή εξαρτάται απ’ τα χαρτονομίσματα που πέφτουν. Άκουσα από πολλούς τραγουδιστές ασυναρτησίες που αλλοιώνουν το νόημα των δημοτικών τραγουδιών μας. Οι παλιές ζυγιές τραγουδούσαν λίγο πολύ όλοι μαζί. Κι ακούγαμε διφωνίες-τριφωνίες και το κέφι ανέβαινε ραγδαία. Η καλή ζυγιά οργανοπαικτών άρχιζε το πανηγύρι με τον «ασίκη», δηλαδή μουσική χωρίς τραγούδι. Ξεκινάει το λαούτο σε βαριές νότες και συνοδεύει το ντέφι, ύστερα μπαίνει το κλαρίνο σε χαμηλές νότες -στα κάτω κλειδιά- και τέλος μπαίνει και το βιολί από χαμηλές νότες και φτάνει σε υψηλές για να αρχίσουν αμανέδες και γυρίσματα με περιεχόμενο αγάπες και έρωτες: Από τα γλαρά σου μάτια, Μια Κυριακή και μια καλή ημέρα, Φεγγαροπρόσωπη, Μαλαματένια πόρτα, Δόντια πυκνά, Μαύρα μάτια πώχεις κόρη κι έρχονται τα «μαλώματα» κι ακολουθεί «ποταμιά» και το μεσοχώρι γεμίζει από χορευτές. Οι παλιές παρέες ήξεραν πως να ξεκινήσουν το γλέντι, ήξεραν την σειρά των τραγουδιών για κάθε χορευτή και το αποκορύφωμα έρχονταν με τα στιχοπλάκια που ταίριαζαν στον συγκεκριμένο χορευτή. Εκείνες οι παλιές παρέες δεν έκαναν εκφραστικά και εννοιολογικά λάθη στους στίχους των τραγουδιών. Άκουσα τραγουδιστές σε πανηγύρια και σημείωσα κάποια λάθη:
α) Ο Μενούσης μεθυσμένος πάει την έσφαξε,
το πρωί ξεμεθυσμένος πάει την έκλαιγε.
ορθόν: πάει την έκλαψε.
β) Χάλασαν τ’ αυλάκια, χάλασε κι ο μύλος
αχ και τι θα κάνουμε μεσ’ την βαρυχειμωνιά
ορθόν: αχ και πως θ’ αλέσουμε
γ) Όλγα ζάχαρη, Όλγα μέλι, Όλγα ζάχαρη θρεμένη, (Εδώ πάρε σε διατροφή)
Ορθόν: Όλγα ζαχαροθρεμένη (δηλαδή ανατροφή)
δ) Με δείραν και με μάλωσαν και μ’ έκαναν τιμπίχι
ορθόν: και μου ‘καναν τιμπίχι (με εξόρκισαν)
ε) Καπέσοβο, Καπέσοβο, μικρό χωριό κι αν είσαι
ορθόν: όσο μικρό κι αν είσαι, έχεις κορίτσια όμορφα.

Τελειώνω με τους πολιτιστικούς συλλόγους και δηλώνω ότι οι δάσκαλοι χορού δουλεύουν άριστα κι ακολουθούν την παράδοση. Στις μαζικές εκδηλώσεις συλλόγων αναφέρονται και οι δάσκαλοι χορού για να πάρουν κι αυτοί κομμάτι της επιτυχίας. Τα χορευτικά τμήματα του Πολιτιστικού Συνδέσμου Ζαγορισίων Ιωαννίνων, με την φροντίδα του δασκάλου τους και των υπευθύνων του Διοικητικού Συμβουλίου, έχουν άριστη παρουσία στις εκδηλώσεις και εισπράττουν επάξια το αυθόρμητο χειροκρότημα. Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στο παιδικό τμήμα του Συνδέσμου μας και πολλά συγχαρητήρια στα παιδάκια.
Η οικονομική κρίση πέρασε και στους πολιτιστικούς συλλόγους του Ζαγορίου και φέτος οι εκδηλώσεις περιορίστηκαν. Ας ελπίσουμε για καλύτερες μέρες στο 2014, με εθελοντές και χορηγούς.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «το Ζαγόρι μας», αρ. τ. 424, Οκτώβρης 2013

 

Advertisements