Η πρώτη ανάβαση και το τελευταίο τρόπαιο

Του Γιώργη Καρατζά

Έγινε ο ήλιος για να πυρώσει, με τις αχτίνες του τις ζωογόνες, τη γη, για να γεννήσει. Και το «θαύμα» έγινε! Αναρίθμητα γεννητούρια «κατασκέπασαν αυτήν». Κι ανάμεσα τους, πρώτος και καλύτερος, ο μεγαλόσωμος, πλατύφυλλος, βαθύσκιωτος και δροσερός πλάτανος. Τον άρπαζε στα γλήγορα το τετραπέρατο πλασματάκι της, ο άνθρωπος και τον έστησε μεσ’ στη μέσ’ στο χοροοτάσι. Από τότε κάθε καλοκαίρι ισκιώνει και δροσίζει τους χορευτάδες, τους νιόνυμφους τους αρχοντάδες και τους χασομέρησες.

 

Κάτω απ’ έναν τέτοιο πανύψηλο στητό, απλοκλώναρο, γεροπλάτανο μεσοχωρίτη- Τρυγητής μήνας- ένα τσούρμο νέοι του χωριού καθόμασταν τριγύρα απ’ ένα μακρόστενο κακοφτιαγμένο ξυλοτράπεζο και παίζαμε χαρτιά, με μια τράπουλα, που ο παντοδύναμος χρόνος είχε ξεθωριάσει τις φιγούρες.

Δοσμένοι, σάρκα και ψυχή, στο παιγνίδι, δεν καταλάβαμε πότε σίμωσε ο γερο-Μιμίσης, ο κυνηγός «αιγάγρων» όπως τον ονομάτιζε ο δάσκαλος του χωριού.

Μονομιάς μας ξύπνησε το βροντερό γλωσσοπολυβόλο του.

– Βρε, παλιόπαιδα! Βρε, βρε, βρε, που να σας πει, βρε, ο διάβολος στ’ αυτί! Στο καφενέ βρε, καθόσαστε, παλικάρια, βρε, σεις και μου παίζετε, βρε, την ξερή! Δεν ντρέπεστε, βρε! Δεν κοκκινίζετε λιγουλάκι; Παιδιά στα νειάτα! Φτου σας, μασκαράδες!

Καθώς μας πήραν αναπάντεχα τα βροντερά του λόγια, λες και μας κούρδισε κάποιος όλους μαζί, κι απαντήσαμε «εν χορώ»: «Και τι θες, παππού, να κάνουμε; Που θες να πάμε;».

– Που να πάτε: Να, βρε! Εκεί στ’ αψήλου, στα τσουγκάρια, μεσ’ στις βαθίσκιωτες χαράδρες, στα γούπατα με τις χιοναποθήκες, βρε, ανηπρόκοποι! Να! Δεν βλέπετε τον Πάπιγκο πώς μας θωρεί; Κοιτάξτε, μωρέ, πώς μας γνέφει με τ’ άγρια κορυφοφρύδια του! Κι αφού έδειξε μακριά στο βάθος το Πέτρινο Βουνό, συνέχισε: Τι κάθεστε, βρε, εδώ, κάτω από τον πλάτανο, και μαγαράτε τα χέρια σας απ’ αυτά τα λιγδωμένα τραπουλόχαρτα; Άντε, βρε, λεβεντόπαιδα να τσακμακίσουμε κάνα άγριο; Ύστερα ποιος ξέρει, μπορεί να συναπαντήσουμε και την κυρά -Μάρω, που σεργιανάει εκεί στα λογγάρια.

Ν’ αντισταθούμε σ’ αυτή τη θύελλα που μας κουκούλωσε, ήταν αδύνατο! Όλοι ξέραμε το μεράκι, ή καλύτερα το σαράκι, που βασάνιζε το γέρο Μιμίση. Το ξέρει κι όλο το χωριό, το ξέρουν κι όλες οι βουνοκορφές της Πίνδου.

Κυνηγός «αιγάγρων», ο γερο Μιμίσης και ερωτευμένος σφόδρα με την άγρια, μα μεγαλόπρεπη και ανεπανάληπτη φύση του Πάπιγκου, από τα παιδικά του χρόνια, ίσα με τα βαθιά γεράματα του.

Το ακράτητο αυτό πάθος, ο πόθος αυτός ο ακατανίκητος, η άσβεστη αυτή λαμπάδα, παραμέριζε τα γεράματα και υποχρέωνε την ογδοντάχρονη καρδιά του να χτυπά σε ρυθμό νεανικό. Τον έφτιαχνε γοργοπόδαρο κι ανάλαφρο.

Άλλωστε, αυτός ο πόθος δεν τον έκανε να μουντζώσει την Αμέρικα με τα «πλούτη» της και να γυρίσει πίσω στο χωριό, δίχως σεντς στη σοκκούλα; «Κάλλια, έλεγε στο Ντομπρίνοβο το καλοκαίρι κυνηγός και γυρολόγος το χειμώνα στο Γυδά, παρά περεκεντές ή λαντζέρης στη Νέο Υόρκη».

– Όλα καλά, παππού, μα πώς να πάμε; Πολύ μακριά είναι! Έπειτα ,ποιος περνάει τα σύρματα, ποιος ανεβαίνει κακοπάτητες πλαγιές, ποιος σκαρφαλώνει τσογκάρια κοφτερά; Τόλμησαν μερικοί να του πούνε.

– Φτού σας! Παλικαρόπουλα παν’ στη βράση και δειλιάζετε ν’ ανεβείτε τα τσουγκάρια! Άμα σας πάρουν χαμπόρ’ οι τσιούπρες, πως είστε, βρε, κιουτήδες, αλί και τρείς φορές αλί! Καμιά – καμιά δεν σας παίρνει! Έπειτα δεν ξέρετε τι λέει το τουφέκι;

-Τι λέει; Ρώτησε κάποιος.

Να! «Πάρε με στον ώμο και σου δείχνω γω το δρόμο». Και πρόσθεσε, «Πάρτε το, λοιπόν, αύριο στον ώμο κι ελάτε μαζί μου. Θα δείτε με τι λεβεντιά θα περπατάτε, με τι ευκολία θ’ ανεβαίνετε τα κατσάβραχα, και τι περηφάνια, και τι χαρά θα στηθονιώσετε όταν φτάσουμε κατάκορφα».

Εγώ κι ο φίλος μου, ο Μιχάλης, ανταλλάξαμε στα γλήγορα ματιές και συμφωνήσαμε. Το σαράκι του γέρο Μιμίση ,από καιρό είχε αρχίσει να γίνεται και δικό μας σαράκι. Μονάχα που, ακόμα, δεν αλαργεύαμε πέρα από τις γύρω πλαγιές του χωριού μας.

Εκεί που όλα πηγαίνανε «κατ’ ευχήν», κάποιος από την παρέα μας τόλμησε ν’ αντιμιλήσει και να πει και κάτι άλλο στο γερο Μιμίση:

– Ξέρεις παππού, και τι άλλο λένε για το τουφέκι;

– Τι, βρε, λένε και δεν το ξέρω γω;

– Λένε τάχα πως: «Όσο ίσκιο έχ’ η κάννη, τόσο προκοπή θα κάνει».

Ποιος είδε το θεό και δεν τον φοβήθηκε. Ξανάναψε ολόκορμος ο γέροντας κι άρχισε να βγάζει από το στόμα του αστροπελέκια:

– Αυτά, βρε, τα λένε οι χαρτάκηδες σαν κι εσάς, οι κιουτήδες, σαν τις αφεντιές σας, οι χοραμοφάγηδες όπως του λόγου σας. Αυτοί που κάθονται κάτω από τον πλάτανο και χασμουριόνται, όπως εσείς οι κανακάρηδες. Αυτοί, που, όταν ζαλικώνονται οι γυναίκες τους, οι μανάδες, ακόμα κι οι μπόμπες, πίνουν τον καφέ με την ησυχία τους στον πλάτανο από κάτω. Εγώ κάτω από τον πλάτανο δεν κάθομαι, χαρτάκιας δεν είμαι, ε, τη γυναίκα, λέγω την αμαρτία μου, τη ζαλικώνω από καμιά φορά. Εμείς οι Ζαγορίσιοι τό χουμε αυτό το κακό. Το κυνήγι δεν τ’ αφήνω.

Σταμάτησε λίγο για να ξαποστάσει και πρόσθεσε μεγαλόφωνα: Και τα χρόνια δε τα λογαριάζω!

Ένας – ένας, με διάφορες δικαιολογίες, άρχισαν να φεύγουν. Έμεινα εγώ κι ο Μιχάλης.

– Εσείς, βρε, παλικαρόπουλα, συμφωνάτε;

– Συμφωνούμε, παππού, συμφωνούμε, είπαμε και οι δυό με μια φωνή.

Πέταξε από χαρά ο γερο κυνηγός και το βαθυριτίδωτο, γέρικο πρόσωπα του, φωτίστηκε κι αγαλλίασε.

– Εσείς, λεβέντες μου, μου φτάνετε. Κάτσατε τώρα να σας ορμηνέψω.

– Ακούμε, παππού, είπαμε και περιμέναμε τις συμβουλές του.

– Δεκαπέντε φυσίγγια με κουρσούμιο και βόλια, πέντε με σκάγια και τίποτ’ άλλο. Για να ‘στε, παιδιά μου, λαφρείς. Το δίκαννο καθαρό. Στο ντρουβά ένα καρβέλι ψωμί, τυρί στο κλειδοπίνακο, ελιές και ό,τι άλλο προσφάγι. Μην ξεχνάτε να πάρτε και δυο ζευγάρια τσουράπια μάλλινα. Τριχιά θα πάρω γώ.

– Τι χρειάζονται τα μάλλινα τσουράπια; Ζέστη είναι κι η τριχιά τι λόγο έχει; Τον ρωτήσαμε και οι δυο.

– Χρειάζεται, λεβέντες μου! Στις κακές σκάλες, στα στεφάνια και στις κακοτράχαλες κοφτερές ανηφοριές τα παπούτσια κρύβουν κίνδυνο. Η τριχιά χρειάζεται…. χρειάζεται…

Ωχ, Ωχ! Είπαμε από μέσα μας, κι ένας αόριστος φόβος δάγκωσε την καρδιά μας. Μα ήταν πια αργά. Ντροπή να πάρουμε πίσω το Λόγο μας.

Συμφωνήσαμε στις δυο η ώρα μετά τα μεσάνυχτα, προτού βγει ο Αυγερινός, να ‘μαστε στο πόδι, αρματωμένοι, έτοιμοι, μόλις ο γερο Μιμίσης χτυπήσει την κακότεχνη γύφτικη κρικέλλα της ξώπορτας, να βγούμε στο δρόμο.

Όπως συμφωνήσαμε έτσι κι έγινε. Στις δυο ακριβώς, προτού προλάβει να χτυπήσει την πόρτα ο γέροντας, ήμασταν στο δρόμο πάνοπλοι!

Μα, κι ο γέρο Μιμίσης κατέφτασε αθόρυβος. Κοιτά με, τι να δούμε! Δίχως άρματα ο γέροντας. Τι διάβολο συμβαίνει; Τι συμβαίνει; Αναρωτηθήκαμε.

– Ξέρεις, παππού;

– Τι είναι βρε, παιδιά; Τι θέλετε;

– Θέλουμε να σου κάνουμε μια ερώτηση.

– Κατάλαβα! Θέλετε να μάθετε γιατί είμαι ξαρμάτωτος. Αυτό δε θέλετε;

– Ναι, ναι. Αυτό θέλουμε.

– Αυτό, λεβέντες μου, δε σας το μαρτεράω τώρα. Θα σας το πω αργότερα. Θα ‘ρθει η ώρα, είπε και μπήκε στο δρόμο. Καταποδιαστήκαμε ξοπίσω του κι ανηφορίσαμε.

Νύχτα αφέγγυρη! Άστρα, πλήθος άστρα σπιθολαμπύριζαν στα βαθύ τ’ ουρανού. Και ο Γαλαξίας με τα εκατομμύρια των αστερισμών του και την ολόλαμπρη φωτεινή νεφέλη του, άρχιζε από την ψηλότερη κορυφή του Σμόλικα, διέσχιζε τον ουράνιο θόλο κι ακουμπούσε στις βραχώδεις κορυφές του Πάπιγκου.

Την απέραντη νυχτογαλήνη την διέκοβε το στριγγλιό κράξιμο των πουλιών της νύχτας, τα παπουτσοκάρφια του Μχάλη και τα δικά μου, καθώς και το φτεροκόπημα των πουλιών της νύχτας που σεργιάνιζαν ανάμεσα στις ανήσυχες λεύκες και τις ολοφούντωτες βαλανιδιές. Του γέρο Μιμίση τα βοϊδοτσάρουχα δεν θορυβούσαν.

Ανηφορίζαμε, κι όλο ανεβαίναμε. Αγέρας δροσερός χάιδευε τα φλογισμένα νεανικά πρόσωπα μας. Κι ο γέροντας ανέβαινε κι όλο ανέβαινε, δίχως ανασασμό.

Κουραστήκαμε.

– Σταμάτα! του φωνάξαμε, σταμάτα να πάρουμε μίαν ανάσα!

– Με συμπαθάτε, παιδιά, Εδώ παραπάνω στην Κοτρόνα θα καθίσουμε, είπε ο γέροντας και συνέχισε ν’ ανεβαίνει. Σε λίγο φτάσαμε στην Κοτρόνα του Τσέρμπου και καθίσαμε.

Στον ορίζοντα πρόβαλε της αυγής το Φεγγοβόλο αστέρι, και με το τρεμουλιαστό λαμπερό φως του, άρχισε να φωτίζει δειλά την αποκοιμισμένη πλάση.

– Δεν μας λες, παππού, τα πνεμόνια σου δεν φουσκώνουν στον ανήφορο; τον ρωτήσαμε.

– Όχι! απάντησε κοφτά ο γέροντας. Δεν φουσκώνουν. Τα ‘χουν δυναμώσει τούτοι οι ανήφοροι, ο πρωινός καθαρός αγέρας, τα κρύα νερά του Πάπιγκου. Έπειτα, σ’ όλη μου τη ζωή τσιγάρο δεν φούμαρα.

– Αμ, το κοκκινέλι στους γόμους και τα πανηγύρια το ρουφάς, παππού I

– Αυτό παιδιά μου το βλόγησε ο Χριστός! Το ‘πιναν και οι θεοί, βρε λεβέντες μου, πάνω στον Όλυμπο! Νέχταρ δεν το ‘λιγαν; Και ξέρετε γιατί πεθάνανε;

– Γιατί; Ρωτήσαμε με απορία.

– Α, δεν ξέρετε! Διότι ο κρασοπατέρας ο Διονύσης αρνήθηκε να τους δώσει κρασί κι ήπιαν οι φουκαράδες χιονόνερο από τις κορφές του Ολύμπου και τα κακάρωσαν.

Ο γερο Μιμίσης, δεν ήταν μονάχα ξακουστός κυνηγός «αιγάγρων», ήταν κι ονομαστός κολομποορτζής. Βρυσομάνα αληθινή από ανέκδοτα, ιστορίες και μύθους. Γελάσαμε με την καρδιά μας και πήραμε τον ανήφορο γελαστοί και πρόσχαροι.

Περπατήσαμε πολύ, όταν σ’ ένα γύρισμα του δρόμου, ανάμεσα σε οξιές κι ελάτια, ένας μεγαλόσωμος αγριόγατος μας έκοψε σταυρωτά το δρόμο.

– Φτου σου, τρισκατάρατε! Φώναξε ο γέρος και συνέχισε: Δέστε τον κόμπο, παιδιά μου! Όταν πηγαίνετε στο κυνήγι και σας κόβουν το δρόμο παπάς και γάτος, κομποδέστε τους, δίχως άργητα.

Περάσαμε σκοτεινές λαγκαδιές, βουερά ρέματα, κοφτερές πλαγιές, ντυμένες με πυκνές νεοβλάσταρες οξιές. Κι όπως πλησιάζαμε προς το Πετροβούνι, τη σιγαλιά της νύχτας την διέκοπτε το βραχνιασμένο γάβγισμα του Μούργκου, του τσοπανόσκυλου, κι ο απόηχος από τα κουδούνια των σαρακατσάνικων κοπαδιών που βοσκούσαν μακριά στη Γκινιάσα και τις πλαγιές του Πάπιγκου, που κατεβαίνουν από την κορυφή του βουνού και σβήνουν στο Γυφτόκαμπο.

Βγήκαμε στο ξέφωτο, στην Τσούκα. Η νύχτα άρχισε να παλεύει με τη μέρα. Στην ανατολή μια φεγγοβόλα, απαλή, ροδόχρωη γραμμή άρχισε να χωρίζει τον ουρανό από της καταραχές. Κι όσο η ώρα προχωρούσε, τόσο και γινότανε κοκκινοπώτερη, τόσο πλάτυνε. Λιανοχάραζε! Η γη σιγά – σιγά φανέρωνε το πρόσωπο της. Μονάχα στις βαθιές χαράδρες και στα γούποτα με τις πυκνές οξιές κρατιότανε με τα δόντια η νύχτα. Από το θέαμα αυτό της αυγής μας έκοψε η βροντερή φωνή του γερο Μιμίση.

– Σε λίγο, παλικάρια μου, φτάνουμε στο Λάκκο. Εκεί στα ριζά του ΠάπιγκουI Άστε να περπατήσουμε γλήγορα, για να φτάσουμε στα πόδια του βουνού, προτού ο ήλιος φωτίσει τις κορφές του.

Επιταχύναμε το βήμα και προχωρούσαμε, όταν, ξάφνου, όπως γοργοδιαβαίναμε τα ριζά μιας πυκνοδασωμένης πλαγιάς, ένα άγριο μουγκρητό ανατάραξε σύγκορμο το παντέρημο δάσος και πέτρες – πέτρες κυλούσαν στον κατήφορο, κι όπως χτυπούσαν τους κούφιους κορμούς των πολύχρονων δέντρων αχολογούσε ολάκερη η ρεματιά, σα να χτυπούσαν δεκάδες ξύλινα μοναστηριακά σήμαντρα. Εγώ κι ο Μιχάλης ξαφνιαστήκαμε και κοιτούσαμε απορημένοι το γέρο Μιμίση.

– Δεν σας είπα στο Μεσοχώρι πως θα συναντήσουμε την κυρα Μάρω;

– Τι λες, παππού; αρκούδα! ρωτήσαμε με φόβο και ταραχή.

– Ναι, ναι, παιδιά μου! Η αρκούδα της Πίνδου! Περνάει τώρα την πλαγιά και μας πετροβολάει. Και ξέρετε γιατί το κάνει αυτό;

– Γιατί; ρωτήσαμε και περιμέναμε την απάντηση.

– Από το φόβο της, είπε και συνέχισε: Το θεριό που όλα τα θεριά το φοβούνται ξέρετε ποιο είναι;

– Το λιοντάρι, απαντήσαμε.

– Όχι! Λάθος κάνετε! Δεν είναι το λιοντάρι! Είναι ο άνθρωπος με τ’ αστροπελέκια του. Καθίστε να σας πω και κάτι ιστορίες αληθινές για τη κυρά Μαρία. Εδώ και πολλά χρόνια, ο γέρο Φώτης, τσομπάνος τότε του χωριού, σ’ αυτό εδώ το μονοπάτι, συναντήθηκε φάτσα με φάτσα, με την αρκούδα. Είχε κι ένα παλιοντούφεκο, ίσια με δυο μέτρα μακρύ και γιομάτο.

– Έριξε, παππού, και την σκότωσε; Τον διακόψαμε.

– Αγμάκης δεν ήταν ο γέρο Φώτης.

– Δηλαδή τι έκανε; τον ξαναρωτήσαμε.

– Α, τι έκανε; Παραμέρισε από το μονοπάτι, γύρισε τ’ όπλο με την κάννη προς τα κάτω και της είπε: «Πέρνα κυρ – Μαρία, Πέρνα κυρ – Μαρία».

– Κι αυτή πέρασε, δίχως να τον πειράζει;

– Ναι. Σιγά – σιγά πέρασε, κοιτάζοντας τον, σα να έλεγε: «Φίλε, πρόσεξε, μην κάνεις και ρίξεις, αλί σου!»

– Η αρκούδα, λεβέντες μου, ποτέ δε ρίχνεται στον άνθρωπο, εξόν αν πειράξεις τα παιδιά της. Τότε γίνεται ακράτητη. Ορμά, δίχως να λογαριάζει τη Ζωή της. Μια φορά, στα παλιά χρόνια, ένα χαριτωμένο αρκουδόπουλο, ξεκόπηκε από τη μάνα του και μπήκε, σ’ ένα σαροκατσιαναίϊκο κοπάδι. Ο τσομπάνος μόλις είδε το αρκουδόπουλο, τόσο όμορφο και χαριτωμένο, έτρεξε και τόπιασε. Η μάνα του, που ήταν στο διπλανό δάσος, μόλις αντιλήφθηκε τι έγινε, μουγκρίζοντας, όρμησε, άρπαξε από την πλάτη τον τσομπάνο κι αν δεν της ρίχνονταν πέντε μεγαλόσωμα τσομπανόσκυλα, θα τον είχε κατασχίσει. Πήρε το αρκουδάκι της και χάθηκε στο δάσος. Άλλη μια φορά, σε μια στροφή του δρόμου, πέρα από το Γυφτόκαμπο, ο παπάς του χωριού, κι ένας άλλος, συναντήθηκαν με μια αρκούδα, που έσερνε μαζί της κι ένα αρκουδόπουλο. Μόλις τους είδε η αρκούδα σηκώθηκε στα δυο πισινά της πόδια, μούγκρισε δυνατά, ξάπλωσε καταμεσίς του δρόμου και τους κοιτούσε. Οι άνθρωποι, όπως καταλαβαίνετε, πάγωσαν από το φόβο και δεν ήξεραν τι να κάνουν. Να γυρίσουν πίσω και να το βάλουν στα πόδια! Φοβήθηκαν μη τους κυνηγήσει. Κάθισαν κι αυτοί και την κοιτούσαν με κομμένη την ανάσα τους. Η σκηνή αυτή τρόμου, κράτησε είκοσι περίπου λεπτά. Ξαφνικά, ύστερα από τόση ώρα, κατέφθασε ένα δεύτερο αρκουδάκι. Μόλις έφτασε το δεύτερο παιδί της, ορθώθηκε άλλη μια φορά, μούγκρισε δυνατά, πήρε τα παιδιά της κι έφυγε. Τότε κατάλαβαν γιατί σταμάτησε στη μέση του δρόμου. Φοβήθηκε μη της πιάσουν το μικρό, που είχε ξεκοπεί από τη μάνα του.

Λένε, πως η αρκούδα αγαπάει πάρα πολύ τα παιδιά της. Από την πολλή αγάπη, πολλές φορές τα σφίγγει τόσο πολύ στην αγκαλιά της, που τα στραγγαλίζει άθελα της κα, τότε, από τη θλίψη της ουρλιάζει μέρες.

Σε λίγο σταμάτησε το πετροβόλημα. Το δάσος και πάλι βουβάθηκε.

Συνεχίσαμε την πορεία μας. Βαδίσαμε αρκετή ώρα και σ’ ένα ξέφωτο καθίσαμε να ξεκουραστούμε. Φλογίζονταν τώρα η ανατολή! Η γη τριγύρω μας άχνιζε. Οι ρεματιές άφηναν λευκούς καπνούς. Θόλωσε το δάσος, Οι κορυφές από τα ροζιάρικα ψηλόκορμα πεύκα και τις λεβεντόκορμες οξιές, μόλις διαφαίνονταν στην πρωινή ομίχλη. Κι όπως φυσούσε το πρωινό βουνήσιο, δροσάτο αγέρι, αντάμωναν περήφανα τις κορυφές τους πάνω από τα κεφάλια μας. Τα πουλιά μουδιασμένα από το τσουχτερό κρύο της νύχτας, χαμηλοπετούσαν και τσίριζαν αδιάκοπα.

Μια κατηφόρα ακόμα και μια μικρή ανηφόρα κι είμαστε με το βουνό πρόσωπο με πρόσωπο. Πρώτος στο διάσελο έφτασε ο γέρο Μιμίσης.

– Φτάσαμε, παιδιά, φτάσαμε! Ελάτε να καμαρώσετε το γέρο Πάπιγκο.

Ανεβήκαμε. Μπροστά μας πρόβαλε μια άγνωστη, ίσα με τα τώρα, σε μας, φύση!

Το Πέτρινο Βουνό, τυλιγμένο στη λευκή πρωινή αραχνοΰφαντη ομίχλη, φάνταζε σα μια πελώρια νύφη, ντυμένη με διαφανή λευκά, αιθέρια υφαντά! Το χνουδάτο, απαλό αυτό πέπλο ένωνε χαράδρες, βράχια, τσουγκάρια, σ’ ένα σύνολο αρμονικό, απαλό, φαντασμαγορικό! Μπροστά στα μάτια μας απλωνόταν μια μικρή κοιλάδα. Η κοιλάδα του Λάκκου, στολισμένη με λογιών – λογιών ανομάτιστα λουλούδια: πράσινα, κίτρινα, κόκκινα, καφεδί, πυρόξανθα, με χίλια δυο χρώματα και αποχρώσεις.

Ένα ποταμάκι αόρατο μουρμούριζε ανάμεσα στα λουλούδια, τα σχοίνα και τις φτέρες. Οι στάλες της πρωινής δροσιάς σπιθολαμπίριζαν πάνω στις αγριοσπαραγκές και τις φτέρες.

– Ποιος ζωγράφος, ποιος τεχνίτης, σύνθεσε τούτο το .πανέμορφο τοπίο; Αναφώνησα άθελα μου.

– Να σου πω, Γιώργη! Τούτο το Πετροβούνι, απάντησε ο γέροντας, το σκάρωσαν οι Τιτάνες. Αυτοί κουβάλησαν βράχια κοτρόνια, τσουγκάρια, αγκωνάρια και το στήσανε ψηλό ψηλό, πανύψηλο και μεγαλόπρεπο στην όψη. Υστερότερα κατέφθασαν οι νύμφες με τον τραγοπόδαρο τον Πάνα και φύτευσαν τα γύρω παρθένα δάση. Το σιάδι αυτό που βλέπετε το στόλισαν με λουλούδια και γάργαρο νερά οι νεράιδες. Από τότε η Αυγούλα, κάθε πρωί, με τις δυο ολομάλαμες στάμνες ραντίζει τα χορταρολούλουδα. Τι διάβολο, εσύ αυτά τα διαβάζεις στο σχολειό, τα ξέχασες;

– Δίκιο έχεις, παππού. Ανθρώπινα χέρια δεν μπορούσαν να τα συνταριασουν όλα αυτά τα θαυμαστά.

Δεν ήταν μονάχα χωρατατζής ο γέρο Μιμίσης, ήταν και γνώστης της μυθολογίας. Άλλωστε, όλοι τον ήξεραν πως διάβαζε τους μύθους των «προγόνων» όπως έλεγε ο ίδιος.

– Άντε τώρα να πάμε στο κεφαλόνερο, που είναι πέρα στην άλλη άκρη. Να, κάτω από τη μεγάλη εκείνη κοτρόνα. Κι έδειξε με το χέρι την κοτρόνα. Εκεί θα κολατσίσουμε, είπε ο γέροντας και ξεκινήσαμε.

Περάσαμε την ανθοστόλιστη μοσχομύριστη κοιλάδα και φτάσαμε στην πηγή. Καινούργια έκπληξη! Κάτω απ΄ ένα μοναχικό μεγαλοκότρονο, τετράγωνο στο σχήμα, με μια πολύχρονη, κούφια οξιά μπηγμένη στην κορυφή του,, ανάβλυζε η κρυοπηγή με θόρυβο. Κλωθογύριζε τα κρυστάλλινα νερά της κάτω από τον ογκόλιθο, λες κι ήθελε να πισωγυρίσει στα έγκατα της μάνας γης, μα όπως ανέβαινε με ορμή η επόμενη νεροκολώνα, πεταγόταν το νερό στον κατήφορο αφρισμένο.

Καθήσαμε στ’ ακρόχειλα της πηγής, κολατσίσαμε με λυκίσια όρεξη, γιομίσαμε τα παγούρια μας με δροσερό κρύο νερό και προχωρήσαμε προς τη ρίζα του βουνού.

Η πρωινή καταχνιά ανασηκώθηκε και σκόρπισε ψηλό στον ουρανό. Μονομιάς άλλαξε μορφή το Πετροβούνι. Αγρίεψε! Φανερώθηκαν οι βαθιές χαράδρες και τα σκοτεινά απύθμενα φαράγγια. Τα τσουγκάρια ολόγυμνα, κρέμονταν, τώρα, απειλητικά πάνω από τα κεφάλια μας.

Τσούκες κι ορθόστηθοι βράχοι, άγγιζαν τον ουράνιο θόλο! Γρανιτένια μαστάρια κρέμονταν από μια τρίχα. Μα τα πόδια του βουνού, από συμπαγή πολύχρωμο γρανίτη, βαστούσε γερά τούτο το πανύψηλο και μεγαλόπρεπο αγριόβουνο.

Τα γρανιτοθέμελα του τα σκέπαζαν οι παγετώνες. Και πιο κάτω, σ’ ένα βαθούλωμα της γης, μια λιμνούλα ήσυχη, δίχως σημάδι ζωής, νεκρή, άπλωνε τα σκοτεινά νερά της.

Ο ήλιος, όπως κατέβαινε σιγά – σιγά από τις κορυφές του βουνού, έλουζε με χρυσάφι τα βράχια κι ολόκληρο το πετροβούνι στραφτάλιζε, σαν ένα πελώριο αστραφτερό μαργαριτάρι!

Ο γέρο Μιμίσης κάθισε πάνω σ’ ένα λιθάρι κι άρχισε με τα κιάλια να ψιλοκοσκινίζει τις απάτητες, άγριες πλαγιές του Πάπιγκου.

– Τώρα παιδιά μου, που ο ήλιος φώτισε το βουνό, όπου να ‘ναι θα βγούνε τ’ αγριόγιδα στη βοσκή. Κοιτάξτε και σεις με τα γερά σας μάτια τα κηπάρια, είπε και συνέχισε να ερευνάει με τα κιάλια το βουνό.

– Ποιά κηπάρια να κοιτάξουμε; Υπάρχουν στα βράχια κηπάρια; Τον ρώτησα.

– Τις πρασινάδες, βρε, ανάμεσα στα βράχια. Εκεί βόσκουν αυτά.

Ερευνούσαμε τώρα το βουνό προσεχτικά και οι τρεις μας.

Σ’ ένα «κηπάρι» σφηνωμένο ανάμεσα σε δυο τσουγκάρια, τα μάτια μου κάτι έπιασαν να κινείται. Σίγουρα κάτι ζωντανό είναι, είπα μέσα μου, και φώναξα και τους άλλους. Ύστερα προσδιόρισα με ακρίβεια το μέρος. Ο γέρο Μιμίσης σήκωσε τα κιάλια κι άρχισε να ερευνάει το μέρος με προσοχή.

– Παιδιά μου! φώναξε σε λίγο, αγριόγιδα είναι. Ναι, ναι, αγριόγιδα! Κι άρχισε να μετράει: Ένα, δυο, τρία, τέσσερα, πέντε! Πέντε είναι, πέντε!

Κοιτάμε κι εμείς με τα κιάλια και τα μετράμε.

– Πέντε είναι, πέντε! Νάτα, νάτα βόσκουν, είπαμε όλοι μαζί, με τέτοια χαρά και συγκίνηση, που μονάχα οι κυνηγοί νιώθουν, όταν αντικρίζουν τ’ αγρίμια.

Έλα, όμως, που ήταν σε τέτοιο μέρος απόκρημνο, που, από πουθενά δεν μπορούσες να τα κοντοζυγώσεις!

– Μα εκεί που είναι παππού, πως θα τα ζυγώσουμε; ρώτησα.

– Ο άνθρωπος, Γιώργη, όλα τα καταφέρνει με την εξυπνάδα του και την πονεριά και συνέχισε: Τούτη την εποχή, τώρα που τελειώνει ο Τρυγητής και μπαίνει ο Οκτώβρης, αυτά έχουν τις αγάπες. Τους έρωτες, όπως λέτε, εσείς οι νέοι. Θα βοσκήσουν στα κηπάρια, θα χορτάσουν κι ύστερα θα πάνε πίσω από το βουνό, στα Σκαμνελιώτικα σιάδια για να χορέψουν το χορό του «Ησαΐα». Η αγάπη θέλει νάζια, θέλει και τρεχάματα. Στα βράχια δεν χωράνε τέτοια καμώματα. Εκεί πίσω θα τα βρούμε τ’ απομεσήμερο. Άιντε, τώρα, ετοιμαστείτε! Σε λίγο αφήνουμε τη γη!

– Ποιά γη αφήνουμε, παππού; Όλ’ αυτά. δεν είναι γη; του απαντήσαμε με δικαιολογημένη απορία.

– Σε λίγο θα δείτε, είπε, χαμογελώντας και συνέχισε: Αν ο Ηλίας ο προφήτης ανέβηκε στον ουρανό με άρμα, που ξερνούσε από παντού φλόγες κι αστροπελέκια, εμείς θα βάλουμε σκάλα το βουνό και θ’ ανέβουμε στον ουρανό!

Προχωρήσαμε λίγο και βρεθήκαμε στη ρίζα του βουνού.  Ένας βράχος ισιοκομμένος, καμιά εκατοπενηνταριά μέτρα ψηλός κι αγριωπός, μας έκοβε την ανάβαση.

Είχε δίκιο ο γέρο Μιμίσης, όταν έλεγε «αφήνουμε τη γη». Όπως κοιτούσες το βουνό από τη ρίζα του βράχου και το ‘βλεπες πελώριο, κοφτερό, πραγματικό πέτρινο γίγαντα, ν’ αγγίζουν οι τσούκες του τον ουράνιο θόλο, σου έδωνε την εντύπωση ενός τεράστιου πέτρινου όγκου, που αιωρούνταν στο κενό, αποκομμένο από την υπόλοιπη συνηθισμένη γη!

Σε λίγο ο γέρο Μιμίσης πήρε σύρριζα το βράχο, στρίψαμε δεξιά κι απότομα βρεθήκαμε σ’ ένα στεφάνι, που μόλις χωρούσε η μια πατούσα.

– Βγάλτε τα παπούτσια! Διέταξε ο γέροντας, και βάλτε τα τσουράπια!

Υπακούσαμε στην προσταγή του. Πρώτος μπήκε στο μονοπάτι ο γέροντας. Προχώρησε κάμποσα βήματα, σταμάτησε και πισωγύρισε με προσοχή να δει τι κάνουμε. Μας είδε αναποφάσιστους και φοβισμένους., Τι να μην φοβηθείς! Άβυσσος ανοίγονταν κάτω από τα πόδια μας, λες κι ήθελε να μας καταπιεί! Για πρώτη φορά ένιωσα την καρδιά να χοροπηδά μέσα στα στήθια.

– Θέλετε την τριχιά; Ρώτησε ο γέρο Μιμίσης και περίμενε την απάντηση.

Ντροπή! Είπαμε μέσα μας. Ο παππούς ν’ ανεβαίνει άδετος και μεις να δεθούμε!».

– Όχι, όχι! φωνάξαμε με μια φωνή.

Βάστα καρδιά, ακούστηκε μια ενδόμυχη ψιθυριστή φωνή. Αλλιώς τρέμουν τα πόδια, θολώνει το μυαλό και γκρεμίζεσαι. Άκουσε η καρδιά την προσταγή, φρονιμάτεψε, δυνάμωσαν τα πόδια. Τα χέρια άρχισαν να πιάνουν τις καταπράσινες χορταρένιες τούφες, που ξεπετιόνταν ολοδύναμες από τις σχιζματιές των βράχων, ανέβαινε το σώμα. Η επικίνδυνη αυτή αναρρίχηση κράτησε περίπου μισή ώρα.

Επιτέλους, βρεθήκαμε στην κορυφή του βράχου. Ένα πρωτοφανέρωτο αίσθημα ανακούφισης άπλωσε κι αγκάλιασε όλο μας το είναι.

Μπροστά μας απλώνονταν μια στενή λωρίδα γης, σκεπασμένη με ανάρια, πολύχρονα ροζάρικα πεύκα. Μα δεν ήταν πεύκα! Όπως μας εξήγησε ο γέρο Μιμίσης, ήταν ρόμπολα. «Απ’ αυτά πρόσθεσε, τα ρόρπολα φτιάχνει τις τσιότρες ο γέρο Βακάρος, που κάνουν το κοκκινέλι ρετσινάτο και μοσχομύριστο». Πράγματι! Ολούθε τα δέντρα αυτά σκορπούσαν την ευωδιά τους. Ολάκερη η περιοχή μοσχομύριζε!

– Εδώ παραπάνω, παιδιά, είναι τα χαλάσματα του Άη – Δημήτρη, είπε ο γέρος και προχωρήσαμε.

Σε λίγο φτάσαμε στο ερημόκλησο.

Πάνω στο βράχο κοίτονταν τα χαλάσματα της εκκλησιάς. Σωστή αετοφωλιά, κουρνιασμένη στην αγκαλιά του βράχου.

– Μα τρελοί, παππού, ήταν οι προγονοί μας; Δεν βρήκαν εκεί κάτω στα γύρα του χωριού μέρος να χτίσουν την εκκλησιά του;

– Φαίνεται, Γιώργη, πως οι προγονοί μας τον ήθελαν αλπινιστή τον Άγιο. Τι άλλη εξήγηση να δώσεις; Ας τον κάνουμε κι εμείς προστάτη των κυνηγών του Πάπιγκου, αν κι εγώ θα προτιμούσα την Άρτεμη, που ναι πάντα τσιούπρα και πάντα πεντάμορφη, είπε και γέλασαν ακόμα και τ’ άσπρα, άτακτα μουστάκια του. Δεν παρέλειψε, όμως να κάνει το σταυρό του, κι ετοιμάστηκε να προχωρήσει.

– Για σταμάτα, του είπα. Δίχως ντουφέκι θ’ ανέβεις;

– Σε λίγο θα δεις! Μη βιάζεσαι, μ’ απάντησε. Πράγματι! Προχωρήσαμε λίγο και να, σταμάτησε.

– Κατσήτε δω και περιμένετε, είπε, και χάθηκε πίσω από τους βράχους.

Σε λίγο νάτος! Λιανοκόκκαλος, όπως ήταν, κουνιστός και λυγιστός, ορθόστητος, όλο καμάρι, με τα βοϊδοτσάρουχα καλοφασκιωμένα, με το ρετσινίσιο παντελόνι, με το γιλέκο κομπομένο σταυρωτά, με το σκούφο κατεβασμένο ίσα με το δεξί φρύδι, έφτασε αρματωμένος.

Ένα μάουζερ στον ώμο και μια αρμαθιά φυσίγγια στη μέση, ήταν η όλη πανοπλία του γέρο Μιμίση.

Τον κοιτούσαμε και δεν μπορούσαμε ακόμα να εξηγήσουμε γιατί είχε κρυμμένα εδώ πάνω στα βράχια τ’ άρματα του!

– Γιατί, παππού, τα ‘χεις εδώ πάνω τ’ άρματα σου; Τον ρωτήσαμε.

– Αμ, δεν είμαι και χαζός! Τι θέλετε να τα ‘χω στο σπίτι; Να ‘ρθουν οι σταυρωτήδες να με πιάσουν, να με κάτσουν στο σκαμνί, κι υστέρα να με χώσουν στην ψειρού; Για χαζό τον πέρασες το γέρο Μιμίση I Τα παραδίνω στο γέρο – Πάπιγκο κι έχω κάτω στο χωριό ήσυχο το κεφάλι. Άστε, τώρα ν’ ανεβούμε γλήγορα να πιάσουμε την κορφή, είπε και ξεκινήσαμε.

Πήραμε το κακοπάτητο κοφτερό μεσόραχο του ‘Αη Δημήτρη, γιομάτο κοτρόνια, βράχια κι ανάμεσα τους καταπράσινο τρυφερό χορτάρι. Ο βουνίσιος, δροσερός, καθαρός αέρας απαλοχάϊδευε τα πρόσωπα, τ’ ανοιχτά μας στήθια κι έκανε το σώμα μας ανάλαφρο κι ευκολοκίνητο. Πηδούσαμε μ’ ευκολία από πέτρα σε πέτρα. Σκαρφαλώναμε με σβελτάδα τους βράχους κι ανεβαίναμε. Κι όλο ανεβαίναμε! Κι ανεβαίναμε. Και κάτω από τα πόδια μαc βάθαινε, κι όλο βάθαινε το χάος, κι όλο μικρότερο γινότανε το ύψος του βουνού, κι όλο ψηλότεροι γινόμασταν εμείς! Γαλήνη απέραντη, παρθενικιά, απλωνόταν παντού!

Μονάχα, κάπου – κάπου, μας ξάφνιαζε το βροντερό,, σπαθωτό φτερούγισμα της πέρδικας ή η βουερή, ορμητική κάθοδος του στραυραετού, που χύνονταν σαν σαΐτα από τις ουρανόφθαστες κορυφές του Πόπιγκου, στα πόδια του βουνού, για ν’ αρπάξει με τα νυχοκάρφια του καμιά πέρδικα απρόσεχτη ή κανένα αδύναμο λαγουδάκι, που ξεθάρρεψε κι έκανε το γιατάκι του στο ξάχναντο.

Αυτή η πετρωμένη ατμόσφαιρα δεν κράτησε και πολύ. Όπως ανεβαίναμε το μεσόραχο, ένας κρότος τρομερός από τα ρόμπολα και το χάος μας κάρφωσε στη γη ακίνητους.

Γκρούου… γκρούου… κοτρόνια, χαλίκια, πέτρες αριθμητές, η μια πίσω από την άλλη, κυλούσαν σχεδόν από την κορυφή του βουνού κι όπως χτυπούσαν στους γυμνούς βράχους και χανότανε στις χαράδρες και στα φα-ράγια, αφήνανε ξοπίσω τους κουρνιαχτό, καπνούς και σπίθες φωτεινές. Τραντάζονταν σύγκορμο το Πετροβούνι. Μούγκριζαν κι αχολογούσαν οι χαράδρες.

— Δεν σας είπα γώ, μας πρόλαβε ο γέρο Μιιμίσης, πως θα φύγουν, τ’ αγρόγιδα από τα κηπάρια και θα πάνε στα Σκαμνελιώτικα τα σιάδια; Να, όπως πηδάνε από βράχο σε βράχο και περνούνε τα τροχαλία κυλούνε πέτρες. Πέτρες να ιδούν τα μάτια σου! Μια φορά εκεί ακριβώς στο χάος, αν δεν προλάβαινα να χωθώ σε μια σπηλιά θάμουν τώρα μακαρίτης.

Σε λίγο ησύχασε και πάλι το βουνό. Η ιδέα τώρα πως θα δούμε από κοντά αγριόγιδα μας φτέρωνε τα πόδια. Ανεβαίναμε πια με χαρά κι ελπίδα.

Μια σπηλιά δεξιά μας έχασκε μ’ ανοιχτό το στόμα. Ήταν, όπως μας είπε ο γέροντας, η ονομαστή σπηλιά του Νταβέλη. Όταν οι Τούρκοι τον περνάνε στο κοντό, εδώ εύρισκε λημέρι και ησυχία ο αρχικλέφτης με τον ταϊφά του.

Ανεβαίναμε ξεπάπουτσοι έναν γκρεμό που σ’ έπιανε ίλιγγος και σκοτοδίνη. Κοντεύαμε να φτάσουμε στην κορυφοραμμή, όταν ένα αλλόκοτο, δυνατό, αργόσυρετο σφύριγμα μας ξάφνιασε. Τι είναι τούτο πάλι; Ποιος σφύριξε; αναρωτηθήκαμε με ανησυχία. Ο γέρο Μιιμίσης καθώς μας είδε θορυβημένους, χαμογέλασε και με γλήγορη φωνή είπε: «Κλέφτες, παιδιά, κλέφτες» και δίχως άργητα κατέβασε από την πλάτη τ’ όπλο του και άρχισε να ερευνά τα γύρω τσουγκάρια. Στρέψαμε κι εμείς τα βλέμματα μας προς την κατεύθυνση που ήρθε το σφύριγμα. Σ’ απόσταση διακόσια και μέτρα κατάκορφα ο’ ένα πελώριο κόφτερο βράχο, πρόβαλε στον ορίζοντα μια σιλουέτα πεντάμορφη! Δυο πόδια αγριογιδίσια, ρομαλέα, τετράγωνο στήθος, λαιμός κοντός, κεφάλι μικρό κι όμορφο, δυο κέρατα πισωγυρισμένα και δυο μάτια λαμπερά κι ανήσυχα, μας κοιτούσαν μ’ ασυνήθιστη περιέργεια και μεγάλη ανησυχία. Ώσπου να σημαδέψει ο γέρο Μιμίσης έγινε άφαντο το τετράποδο.

– Αχ! μας έφυγε το τραί! Είπε και κατέβασε ανόρεχτα το τουφέκι του.

– Μα τι διάβολο, κλέφτικα σφυρίζουν τούτα τ’ αγριόγιδα; Ρώτησα.

– Κλέφτικα, Γιώργη, κλέφτικα σφυρίζουν! Τούτος ο τράγος ήταν κατάκορφα καραούλι και μόλις μας είδε σφύριζε κλέφτικα κι έδωσε σινιάλο: «Εχτρός, είπε, φευγάστε γλήγορα!».

Τράβα, Μιχάλη, κατά κει να δεις σια που τράβηξε ο τράγος. Δεν είναι μοναχός του. Έχει μαζί του και το χαρέμι του. Πρόσεξε!

Κατά πως διέταξε ο γέροντος κι έγινε. Ο Μιχάλης πήρε σβάρνα την πέτρινη πλαγιά κι εμείς ανηφορίσαμε, για να φτάσουμε στην κορυφή.

Δεν αργήσαμε να φτάσουμε στ’ ακροφρύδια του βουνού. Σταμάτησε ο γέροντας κάμποσα μέτρα κάτω από την καταραχιά, ακούμπησε το τουφέκι του σ’ ένα βράχο, ξεκρέμασε τον τρουβά του από τους ώμους και κάθισε πάνω σε μια πράσινη, πλούσια χόρταρένια τούφα, με το πρόσωπο γυρισιμένο προς το Ηλιοχώρι, το χωριό μας.

– Κάτσε, μου είπε, κι αγνάντευε κάτω το ντουνιά! Θέαμα απερίγραπτο!

Από δω ψηλά, από το ύψος των δυο και πάνω χιλιάδων μέτρων, το βουνό δεν είναι πια ανεμόσκαλα, που την ανεβαίνεις για να χουφτώσεις τον ουρανό με τ’ άστρα. Είναι ένας μαρμάρινος θρόνος, πανύψηλος, απλόχωρος κι απέραντος, που θωρείς τον κόσμο από τα ύψη!

Μπροστά σου έχεις, σ’ ανάγλυφη κάτοψη, απέραντες πολύμορφες εκτάσεις! Μονομιάς κυριεύεσαι από την αίσθηση του ύψους, του βάθους και της απεραντοσύνης! Εδώ ψηλά, ανάμεσα ουρανό και γη, δεν είσαι ο ταπεινός της γης. Είσαι ο εξουσιαστής και κυρίαρχος των «Ορέων». Εδώ, εσύ είσαι και κοινωνία, εσύ και νόμος, και το Πέτρινο Βουνό ο θρόνος σου! Αγναντεύεις και το μάτι μένει αχόρταγο. Να! Μακριά στο βάθος και δεξιά μας ο Γυφτόκαμπος, με τον ασημένιο ποταμό να φιδοσέρνεται, από τη μια άκρη του μικρού ολοπράσινου κάμπου μέχρι την άλλη και να χάνεται στα σκιερά δάση του Ανατολικού Ζαγορίου.

Προς τ’ αριστερά μας, όπως τραβάει σε μάκρος η κοφτερή κορυφογραμμή, άθελα η ματιά σου φτάνει στη Τσιούκα Ρόσσιε, αγκαλιάζει την ορθόστητη και τρομερή στην όψη Γκαμήλα. Και μαζί με τις απότομες πέτρινες, πλαγιές, φτάνει η ματιά σου μονοκούκι στον Αώο, που κυλά νωχελικά στα πόδια του Σμόλικα και χάνεται στο Στόμιο, ανάμεσα Πάπιγκο και Σοσνίτσα. Ύστερα η ματιά ανηφορίζει και φτάνει στη ψηλή, σαν τον τρούλο της Άγια Σοφιάς, κορυφή του Σμόλικα. Παίρνει τη ράχη – ράχη, ρίχνεται στα ψηλά πευκοντυμένα βουνά της Λάιστας, περνάει από την ολόγυμνη Μόρφα, τραβά στο Κουκουρούζου για να ξαναφτάσει και πάλι στο Γυφτάκαμπο, κλείνοντας έτσι ένα ολόκληρο κύκλο μεγαλόπρεπο και θαυμαστό!

Και στον κύκλο αυτό τον πανέμορφο, να το Ελεύθερο, το Παλιοσέλι, οι Πόδες, το Αρμάτοβο. Όλα τούτο τα χωριά σκαρφαλωμένα στις πλαγιές του Σμόλικα του ξακουστού, με τα ολόλευκα σπιτάκια τους, λάμπουν στο καταμεσημεριάτικο ήλιο του μικρού καλοκαιριού.

Μακριά, στην ανατολική άκρη του κύκλου, ο Αϊ Χαράλαμπος της Λάιστας και τα πρώτα κορυφαία σπίτια του χωριού. Στ’ αριστερά μας, κάτω στο βάθος, εκεί που σβήνουν οι πέτρινες πλαγιές του Αβάλου, μόλις ξεχωρίζουν εδώ κι εκεί τα σπίτια του Βρυσοχωριού, βουτηγμένα στις ολοπράσινες φουντουκιές και γέρικες καρυδιές.

Κατ’ ευθείαν μπροστά μας, στις πλαγιές του Προύμπου, που κατεβαίνουν από τη Γηστέρα και σβήνουν στη Σονχώρα, τρεμοσβήνουν στο κάμα του μικρού καλοκαιριού τα σπίτια του Ηλιοχωριού. Με τα κιάλια φαίνεται καθαρά το Μεσοχώρι που μισοσκεπάζεται από τον απλοκλώναρο, πανύψηλο γερό πλάτανο, ξακουστός σε όλη την περιοχή, για τον χοντρό του κορμό – οκτώ άνθρωποι τον αγκαλιάζουν – και τη γιγάντια, περήφανη κορμοστασιά του. Ταίρι δεν έχει πουθενά. Πιο κάτω αστράφτει η κάτασπρη χαλικαριά του Ρασιανίτη, που τρέχει να φτάσει τον Αώο.

Ατενίζοντας απ’ εκεί ψηλά τ’ όλο περίγραμμα της πανώριας αυτής περιοχής της Πίνδου, αναγάλλεται η ψυχή σου. Κι οι ώρες αυτές της ζήσης σου είναι ευλογημένες κι αλησμόνητες. Νομίζεις, από παντού, ν’ ανεβαίνει και να φτάνει εκεί ψηλά το δοξαστικό της Ζωής. Νιώθεις μια ανάταση του Είναι Σου. Το πνεύμα σου απλώνει σε ουρανό και γη και μπροστά στο απαράμιλλο μεγαλείο της φύσης, μένεις έκθαμβος και εκστατικός. Από το εξαίσιο κι απερίγραπτο αυτό θέαμα μας αποτράβηξε ο αντίλαλος μιας ντουφεκιάς.

Ο Μίχος, έριζε, είπε ο γέρο Μιμίσης. Φαίνεται πως τα κοντοζύγωσε. Πάμε ν’ ανεβούμε στη τσούκα του Κόρμπου. Απ’ εκεί φαίνεται όλη η περιοχή της Μπαλτάς του Βρυσοχωρίου.

Ετοιμαστήκαμε στα γλήγορα και ξεκινήσαμε. Σκαρφαλώσαμε με δυσκολία το βράχο κι ανεβήκαμε στην κορυφή του.

Κάτω άβυσσος! Γκρεμοί κοφτεροί! Ορμητικές πέτρινες πλαγιές ξεχύνονταν από την κορυφή του βράχου και χάνονταν κάτω στις σπιθαμιαίες, κοντές ολοτούφωτες οξιές. Καθίσαμε στ’ ακρόχειλα του βράχου και κοιτούσαμε με προσοχή την όλη περιοχή, για να βρούμε το Μιχάλη!. Πουθενά ο Μιχάλης! Τι απόγινε; Μήπως γκρεμίστηκε; Αρχίσαμε να ανησυχούμε!

Ένα δυνατό και μακρόσυρτο σφύριγμα άφησε ο γέροντας με τον αντίχειρα και το δείκτη ενωμένα. Δευτέρωσα κι εγώ. Αντισφύριξαν οι χαράδρες και τα φαράγγια.

Σε λίγο, στην κορφή του βράχου έφτασε ένα σφύριγμα δυνατό. Ησυχάσαμε και περιμέναμε οπό κάπου να ξεμυτίσει ο Μιχάλης. Σ’ έναν αυχένα φάνηκε η κάννη από το όπλο. Σε λίγο ολόσωμος ο Μιχάλης. Βγήκε στον αυχένα κι έβαλε τις φωνές. Απαντήσαμε και του κάναμε νόημα να ‘ρθει γλήγορα. Πήρε ένα ανηφορικό στεφάνι που οδηγούσε στη ρίζα του βράχου. Σ’ ένα μέρος τον είδαμε να σκαλώνει. Στριφογύριζε και δεν μπορούσε να προχωρήσει. Ήξερε ο γέρο Μιμίσης την Κακή Σκάλα του Κόρμπου.

– Στάσου, του φώναξε! Μην προχωρείς!

Πήραμε με προσοχή τον κατήφορο και φτάσαμε γλήγορα πάνω από την Κακή Σκάλα. Ρίξαμε την τριχιά, στυλώσαμε και οι δυο τα πόδια μας γερά πάνω σε μια μαρμάρινη πλάκα και τον τραβήξαμε με δυσκολία.

Κάθισε ο Μιχάλης στα πόδια μας κίτρινος και φοβισμένος.

– Στο διάβολο να πάει το κυνήγι κι η προκοπή του! Άλλη φορά σε τούτα τα φοβερά τρόχαλα δεν ξαναπατάω, είπε ο Μιχάλης και σώπασε.

– Το μπουμπούνισες, όμως, κυρ-Μιχάλη, του είπε ο γέροντας, Τι έγινε ο τράγος;

– Χμ… ακούστηκε ένας ψίθυρος να γυροφέρνει στο στόμα του Μιχάλη, μ’ απάντηση καθαρή καμιά!

– Τι χικ – μικ; Πες μας!

– Να έριξα, μα….

– Τι μα και ξεμά; Πες το! «Πλην τα βόλια πήγαν πέρα», πρόσθεσε ο γέρο Μιμίσης και συνέχισε: Ώσπου να πάει η ψυχή του Μιχάλη στον τόπο, θα σας πω μια ιστορία. Βλέπεις, Γιώργη, πέρα κει την Κόκκινη Τσούκα. Την Τσούκα Ρόσσιε, όπως την λένε. Κι έδειξε πέρα μακριά, ένα βράχο κοκκινωπό, άγριο και μεγαλόπρεπο, που ξεχώριζε απ’ όλα τ’ άλλα τριγύρω τσουγκάρια και στο ύφος και στο χρώμα.

– Ναι, βλέπω! είπα.

– Ε, εκεί, ανάμεσα στα βράχια, φαίνεται ένα πράσινο αλώνι κι ένα μονοπάτι που έρχεται από πέρα. Ε, λοιπόν, πολλά χρόνια πίσω, όταν ο μακαρίτης ο παππούς σου, ο Νικολάκης, πατούσε τα εβδομήντα, ανεβήκαμε εκεί από τον Αβάλο, κι όπως ερευνούσαμε το βουνό, είδαμε να βόσκουν σ’ εκείνο το αλώνι εφτά!

– Τι εφτά, παππού; ρώτησε ο Μιχάλης.

– Τα γουμάρια, βρε, Μιχάλη, εκεί δεν ανεβαίνουν! Τι άλλο μπορεί ν’ ανεβεί εκεί! Αγριόγιδα, βρε, και συνέχισε: σκεφτήκαμε πως να τα ζυγώσουμε και να τα κλείσουμε εκεί μέσα στ’ αλώνι.

Μπήκαμε με προσοχή στο μονοπάτι, εγώ και ο παππούς σου και προχωρούσαμε με φόβο. Παραπάτησες! Γκρεμίζεσαι και γίνεσαι λιώμα! Μόλις τ’ άτιμα μας πήραν χαμπάρι, αλαφιάστηκαν κι έγιναν ένα κουβάρι. Μετά προσπάθησαν ν’ ανηφορίσουν, μα δεν μπορούσαν, γλιστρούσαν κι έφταναν και πάλι στ’ αλώνι. Κοιτούσαν κάτω τον γκρεμό και γύριζαν τρομαγμένα πίσω. Καμιά φορά εκεί που προχωρούσαμε σιγά – σιγά κι όλο τα πλησιάζαμε, ξαφνικά, βλέπουμε ένα να ρίχνεται κάτω στο γκρεμό. Ρίχνεται αμέσως το δεύτερο, το τρίτο, το τέταρτο… το έβδομο. Μείναμε μ’ ανοιχτό το στόμα! Σκοτώθηκαν παιδιά μου όλα!

– Τι λες παππού; Μπορεί να γίνει αυτό; Τον ρωτήσαμε με θαυμασμό.

– Κι όμως, παλικαρόπουλο, έτσι έγινε! Τα δαν τα ίδια τα μάτια μου! Δεν μου τα ‘πε άλλος. Αυτά, παιδιά, είναι πολύ περήφανα Ζώα. Προτιμούνε το θάνατο παρά τη σκλαβιά. Ζαρκάδι εύκολα μπορείς να το ημερώσεις, μα αγριόγιδο ποτέ. Τι λέτε; Δεν σας θυμίζει τις Σουλιώτισσες του Ζαλόγγου.

– Κατά τη γνώμη μου, του απάντησα, μπορεί και το αγριόγιδο να γίνει ήμερο αρκεί ο άνθρωπος να πάψει να είναι άγριος.

– Ε, συ Γιώργη, πολύ προχώρησες, είπε, και για ν’ αποφύγει την απάντηση άρπαξε το τουφέκι του και τράβηξε για την κορυφογραμμή. Τον ακολουθήσαμε κι εμείς.

Μόλις κοντοζύγωσε την κορυφή μας έκανε νόημα να καθίσουμε. Κι αυτός σούρνωντας έφτασε στην κορυφή και πρόβαλε το κεφάλι του, με πολύ προσοχή. Σε λίγο γύρισε και μας έκανε νόημα ν’ ανεβούμε, μπουσουλώντας. Έτσι κι έγινε.

– Δεν σας είπα γω, πως θα τα βρούμε να χορεύουν το χορό του «Ησαΐα», είπε με σιγανή φωνή. Βγάλτε με προσοχή το κεφάλι σας και θα δείτε.

Πλησιάζουμε την κορυφογραμμή, βγάζουμε με προσοχή το κεφάλι μας, κοιτάζουμε, τι να δούμε! Σ’ απόσταση πεντακόσια περίπου μέτρο από την κορυφή, σ’ ένα καταπράσινο οροπέδιο, με εδώ και κει μικρούς, πολύχρωμους πέτρινους λοφίσκους, και με μια σειρά λούτσες δεξιά κι αριστερά, τρελοπηδούσαν πέντε στολίδια των «Ορέων», πέντε άγρια κοκκινόμαυρα γίδια του Πάπιγκου. Πέντε μόνιμοι κάτοικοι του πέτρινου αυτού βουνού, με αλπική μορφή και δική του φυσιογνωμία, που δεν έχει κανένα άλλο τριγύρω βουνά.

Ύστερα μας τράβηξε ο γέροντας παρακάτω και μας ανάγγειλε το σχέδιο του.

– Εσύ, Μιχάλη, θα πάρεις δίπλα – δίπλα την καταραχιά σκυφτός, δίχως να φαίνεσαι. Σ’ είδαν, παν έφυγαν! Δε τα ξαναβλέπουμε. Θα πας πέρα κει στο διάσελο! Εκεί βλέπεις; Είναι ένας βράχος. Θα κρυφτείς με προσοχή πίσω από το βράχο και θα περιμένεις. Ανάσα δεν θα πάρεις. Ακούς; Εγώ θα καθίσω εδώ πάνω. Τούτο το μέρος είναι καλό καρτέρι. Η επιτυχία τώρα από το Γιώργη ξαρτιέται. Τέντωσα τ’ αυτιά μου για ν’ ακούσω. Βαρύ το καθήκον! Από μένα, λέει ο γέροντας εξαρτάται το παν. Κι άρχισαν οι ορμήνιες:

– Θα πάρεις αριστερά την καταραχιά σκυφτός, δίχως να φαίνεσαι, θα φτάσεις πέρα κει στη μικρή σούρλα. Θα περάσεις της κοιλιάς την κορυφή και θα σκαπετήσεις απ’ τ’ άλλο μέρος του βουνού. Εκεί είναι μια μικρή χαράδρα. Θα περπατήσεις μέσα στη χαράδρα, προς τα κάτω καμιά τετρακοσαριά -πεντακοσαριά μέτρα. Ύστερα θα βγεις από τη χαράδρα και θα πάρεις δεξιά την πλαγιά και θα φτάσεις εκεί που παίζουν τ’ αγρίμια. Εκεί θα πρέπει να είσαι όλο μάτια και νουνιό. Αν μπορείς να τα ζυγώσεις, ρίξε! Αν όχι, να πας από κάτω να χουγιάξεις. Ρίξε και κανένα στον αέρα. Πρόσεξε! Από σένα, στο ξαναλέω, κρεμιέται η τύχη μας. Άιντε στο καλό, είπε και σώπασε.

Κρέμασα τον τρουβά στον ώμο, ενώ ακόμα αναμασούσα τις συμβουλές του γερό Μιμίση – χούφτωσα το δίκαννο στο χέρι και ξεκίνησα.

– Πρόσεξε! φώναξε, το δίκαννο να το ‘χεις στο χέρι πάντα! Ακούς;

Ακολούθησα τις οδηγίες του γέροντα,  πέρασα την κορυφογραμμή, μπήκα στη χαράδρα και κρέμασα το δίκαννο στον ώμο. «Ε, είπα μέσα μου, εδώ τίποτε δεν έχει τ’ αγριόγιδα είναι πέρα στα σιάδια». Εκεί που βάδιζα και λαχταρούσε η ψυχή μου πότε να φτάσω στο  αγριογίδινο κοπάδι, από μια βαθιά γούβα, πετάχτηκε με ορμή κι έκανε τον κατήφορο με μεγάλα άλματα, ένας ωραίος, ρωμαλέος, καλοθρεμμένος, λαδί στο χρώμα αγριότραγος. Ώσπου να περάσει το ξάφνιασμα, και να κατεβάσω από τον ώμο το δίκαννο, μ’ άφησε γεια! Απολιθώθηκα και ρίζωσα στον τόπο! Να το ‘ξερε ο γέρο Μιμίσης τι έπαθα αλλοίμονο μου! Μα κι εγώ έτρωγα τις σάρκες μου. «Να μην προλάβω, έλεγα, να τουφεκίσω, ντροπή μου! Δεν μου είπε ο γέροντας να ‘χω πάντα το δίκαννο στο χέρι!!». Αυτό παθαίνει κανένας, όταν δεν ακούει τις ορμήνιες του γέρο κυνηγού, με την πείρα την πολύχρονη, βγαλμένη από τα ίδια τα δικά του παθήματα.

Πάει και το δεύτερο τραγί ατουφέκιστο! Ξεκίνησα ανόρεχτα. Βάδισα δίπλα – δίπλα την πλαγιά και από τα ενδιάμεσα σημάδια που είχα βάλλει από την κορφή, προτού ξεκινήσω, κατάλαβα πως πλησίασα στο μέρος που ήταν τ’ αγριόγιδα. Ρίχτηκα της κοιλιάς και μπουσουλώντας έφτασα πίσω απ’ ένα βράχο. Έβγαλα με πολλή προσοχή το κεφάλι κι έριξα μια ματιά προς το οροπέδιο. Δεν πίστευα στην εικόνα που αντίκριζα. Πέντε αγριοκάτσικα, σ’ απόσταση από μένα πάνω από εκατό μέτρα, όλο σφρίγος και ζωντάνια, κυνηγιόνταν δίχως ανασασμό. Πότε έτρεχαν όλα μαζί σ’ ευθεία γραμμή, πότε ανακατεύονταν και γίνονταν ένα κουβάρι κοκκινόμαυρο, μ’ ένα δάσος από κέρατα στον ανήφορο, πότε ζευγαρωμένα, το ένα πάνω στ’ άλλο, τρεμούλιαζαν τα καπούλια τους, πότε σταματούσαν απότομα, και ως από σύνθημα, ψηλοσήκωναν τα κεφάλια, αφουγκράζονταν και κοιτούσαν ολοτρόγυρα τα τσουγκάρια, για να ξαναρχίσουν σε λίγο τον ερωτικό τους τρελό χορό, το χορό της σποράς της επόμενης γενιάς των «αιγάγρων» του Πάπιγκου.

Για μια στιγμή νόμισα, πως, έτσι, όπως παίζουν, η ερωτική τους μανία θα τα ‘κανε απρόσεχτα και θα πλησίαζαν το βρόχο, οπότε εύκολα θα ήταν να ρίξω στα σίγουρα και με τις δυο κάννες του τουφεκιού μου. Μάταια περίμενα. Η φύση τα έχει προικίσει με τέτοιο γερό ένστικτο αυτοπρσφύλαξης, που και στις ώρες των μεγάλων ηδονικών απολαύσεων, να μην λησμονούν τα μέτρα ασφάλειας. Και να! Αποκαμωμένα από τα ερωτικά παιγνίδια, τα τέσσερα πλάγιασαν να ξεκουραστούν, το πέμπτο όρθιο – ακοίμητος φρουρός του κοπαδιού- γύριζε παντού το κεφάλι, παρατηρούσε με προσοχή το κάθε τι, αφουγκράζονταν προσεχτικά! Πλάγιασε ο πρώτος φρουρός, αμέσως σηκώθηκε το δεύτερο νούμερο, για να σηκωθεί ύστερα από 15 -20 λεπτά το τρίτο. Κοιτούσα με ορθάνοιχτα τα μάτια το θέαμα αυτό κι απορούσα και θαύμαζα τη νοημοσύνη τους. Κρυμμένος, σαν κλέφτης, Πίσω από το βρόχο, πότε μ’ έπιανε η κυνηγετική μανία και μου έρχονταν να σκάσω από το κακό, που δεν μπορούσα να τα πλησιάσω, πότε αυτομαστίγωνα τον εαυτό μου, που ήθελα να γίνω ο φονιάς του περήφανου αυτού ζώου, που ναι το στολίδι και η ομορφιά των αλπικών βουνών. Απορροφημένος από το πρωτόφαντα, για μένα αυτό θέαμα, ξέχασα και τις ορμίνιες και τα σχέδια του γέρο κυνηγού.

Ξαφνικά, ποιος ξέρει τι κατάλαβαν, τι τους υπαγόρευσε το αλάθητο ένστικτο της αυτοπροστασίας τους, σηκώθηκαν ανήσυχα κι όλα μαζί στάθηκαν όρθια, για μια στιγμή, κι αμέσως πήραν τον κατήφορο με τέτοια ορμή, που τα χαλίκια κι ο κουρνιαχτός σηκώνονταν μέτρα ψηλά! Τότε ξύπνησα κι εγώ. Και μονάχα τότε κατάλαβα το λάθος μου. Μα ήταν πια αργά! Απελπισμένος σκεπτόμουν τι να βρω να πω του γέρο Μιμίση, πως να δικαιολογηθώ, πως να τον κάνω να πιστέψει ότι ο φταίχτης που δεν πήγαν τα’ αγριόγιδα στο καρτέρι, δεν ήμουν εγώ. Μα ποιος ήταν; Δεν μπορούσα να το βρω!

Εκεί που κοιτούσα αφηρημένα τη γύρω πανώρια, φύση της ομαλής πλευράς του Πάπιγκου, με τους γυμνούς κυματιστούς πέτρινους λόφους και η ματιά μου έφτανε πέρα στη χαράδρα του Βίκου και πιο πέρα στο Μιτσικέλι και στα γύρω χωριά του Ζαγορίου, ξαφνικά βλέπω -και δε θέλω να το πιστέψω- σ’ έναν αυχένα ένα αγριόγιδο. Σε λίγο άλλα τέσσερα αραδιάστηκαν στο διάσελο και κοιτούσαν με προσοχή την κορυφογραμμή του Πάπιγκου. Έμεινα ακίνητος, μάρμαρο ζωντανό, για να μη με καταλάβουν και ξαναπάρουν τον κατήφορο. Το λάθος το δικό μου το διόρθωσαν τα ίδια τα αγριόγιδα, με τη μανία και τη συνήθεια που έχουν να πιάνουν τις κορυφές και τα τσουγκάρια. Τα ατίθασο αυτό αγρίμι από τη φύση του θέλει πάντα να ‘χει καραούλι και να βιγλίζει από ψηλά τον τόπο. Τα παρακολουθώ με προσοχή. Σε λίγο τα βλέπω, τρέχοντας να παίρνουν τον ανήφορο και να ζυγίζονται προς το καρτέρι του γέρο Μιμίση. Περιμένω με ανυπομονησία να λαλήσει το μάουζερ του γέροντα.

Και να! Κάουου… Κούου ηχολόγησαν οι χαράδρες κι ο αντίλαλος ακούστηκε πέρα μακριά και χάθηκε στα φαράγγια του Βίκου.

Τι έγινε-, Διερωτήθηκα και πήρα τον ανήφορο με όλη τη σβελτάδα του εικοσάχρονου νέου. Φτάνω στο γέρο Μιμίση λαχανιασμένος! Έλαμπε από χαρά το πρόσωπο του γέρο κυνηγού. Άστραφταν τα μάτια του από περηφάνια! Κατάλαβα, αμέσως πως το βόλι του γέρο Μιμίση δεν πάει στο βρόντο.

– Τι έγινε, παππού; τον ρώτησα.

– Κάτι έγινε, Γιώργο, απάντησε ο γέρος με ταπεινοσύνη, κι έδειξε το ζώο που κόπτονταν κατάχαμα νεκρό.

Για μια στιγμή ικανοποιήθηκε η κυνηγετική μου μανία. Μα όταν κοίταζα καλά κι είδα το λεβεντότραγο που πριν λίγα λεπτά αλώνιζε το μικρό αγριογίδινο κοπαδάκι, αυτόν που έσπειρε την καινούργια γενιά, να είναι ξαπλωμένος στα χαλίκια του βουνού, με τη γλώσσα του δαγκωμένη, αδύναμο, νεκρό κι άψυχο, μια παράξενη συμπόνια και λύπη ένιωσα στα κατάβαθα της ψυχής μου και μια μελαγχολία φανερώθηκε στο πρόσωπο μου. Και φαίνεται πως ήταν τόσο ζωηρή, που ο γέρο Μιιμίσης κατάλαβε τα συναισθήματα μου.

– Ναι, Γιώργη, κακό είναι να γίνεις ο φονιάς του όμορφου αυτού ζώου, που στολίζει τα κράκουρα του Πάπιγκου! Μα δεν νομίζεις πως χειρότερο απ’ αυτό είναι ο ανθρωποπόλεμος με τα εκατομμύρια σφαχτάρια; Αγιριογίδια, την αμαρτία μου δεν την κρύβω, πολλά σκότωσα! Και πιστεύω μ’ όλα τα γεροντάματά μου, να μην είναι αυτό το τραΐ το τελευταίο.

Κι όμως! Αυτό ήταν το τελευταία Τρόπαιο του γέρο Μιμίση.

Σε λίγο έφτασε c πόλεμος, ο κοσμοχαλαστής. Τα ελληνικά νιάτα έγραψαν στα βουνά της Αλβανίας σελίδες δόξας και λεβεντιάς. Μα οι σιδηρόφρακτες ορδές του Χίτλερ χτύπησαν τη μικρή Ελλάδα πισώπλατα και την μοίρασαν στα τρία. Εδώ Γερμανοί, εκεί Βούλγαροι, στην Ήπειρο Ιταλοί. Σε λίγο οι Ιταλοί έφτασαν και στο Ντομπρίνοβο. Έβαλαν τελάλη και φώναζε: «Όποιος έχει όπλα να τα φέρει αμέσως στον Πλάτανο». Μερικοί τα ‘φεραν, Άλλοι αντιστάθηκαν και γι αυτό δάρθηκαν, και μερικοί κρεμάστηκαν από τον πλάτανο. Ο γέρο Μιμίσης δεν το ‘φερε. Τι να φέρει; Τι να δώσει; Την ψυχή του να παραδώσει; Να θάψει την ελπίδα; Τη χαρά! Να μην ξανανεβεί στο Πάπιγκο! Όχι, όχι, είπε μέσα του, καλύτερα να πεθάνω. Τον φοβέρισαν να τον κρεμάσουν.

– Δεν το ‘χω εδώ, είπε. Βλέπετε εκείνα τα τσουγκάρια; Εκεί το ‘χω. Πηγαίνετε και πάρτε το! Εγώ γέρασα δεν μπορώ πια ν’ ανεβώ εκεί.

– Ναι, ναι φωνάξανε οι χωριανοί. Εκεί το ‘χει. Κοίταξαν οι Ιταλοί τον αγριωπό Πάπιγκο, με τους απάτητους γκρεμούς και τα τσουγκάρια, κοίταξαν και το γέροντα και τον παράτησαν.

Πήραν ότι πήραν κι έφυγαν από το χωριό. Έφυγαν οι Ιταλοί, μα σε λίγο κατέφτασε η πείνα η τρομερή κι άρχισε, με το τρομερό, αόρατο σπαθί της, να θερίζει κεφάλια, να λιώνει κορμιά παλικαριών και να στέλνει στον άλλο κόσμο, κοπάδια-κοπάδια, τους ανθρώπους. Δίχως λύπηση και συμπόνια άρπαξε και το γέρο Μιμίση, τον ξακουστό και παθιασμένο κυνηγό «αιγάγρων» του Πάπιγκου.

 

Κι έμεινε του γέρου η φτωχή αρματωσιά,

σε κάποια άγνωστη, αθόρυβη και σκοτεινή,

του πέτρινου βουνού μικρόχωρη σπηλιά,

μαρτυρία χειροπιαστή και παντοτινή,

του βροντερού περάσματος του, από τα βράχια,

τις γυμνές, απότομες, κακοτράχαλες πλαγιές,

τις χαλικαριές, τα σύρματα και τα τσουγκάρια,

της Τύμφης τα σκοτεινά φαράγγια και τις καταρραχιές

Αναδημοσίευση από το βιβλίο του Γιώργη Καρατζιά «Η πρώτη ανάβαση και το τελευταίο τρόπαιο», εκδόσεις «Ιωλκός».

.

Advertisements