Η διαθήκη του Μιχαήλ Νασιώκα

Η διαθήκη του ευεργέτη Μιχαήλ Νασιώκα ο οποίος γεννήθηκε στο χωριό μας (γύρω στο 1840) και στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, έχοντας ως έδρα τη πόλη του Βόλου, ασχολήθηκε με το εμπόριο. Από τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες απέκτησε μεγάλη περιουσία και στη διαθήκη του, που συντάχθηκε τον Οκτώβριο του 1904, δεν ξέχασε το χωριό μας.

Διαβάστε λοιπόν τη διαθήκη του Ντομπρινοβίτη ευεργέτη η οποία ως τώρα ήταν κατατεθειμένη στη κοινότητα του χωριού μας και πριν λίγο καιρό μου στάλθηκε από το πρόεδρο του πολιτιστικού μας συλλόγου Στέργιο Τσολάκη για να τη δημοσιεύσω.

«ΔΙΑΘΗΚΗ

Μιχαήλ Νασιώκα (εκ Βόλου)

Εν Βόλω της Θεσσαλίας και εν τω εντάυθα μαγαζείω μου σήμερον την 15 Οκτωβρίου 1904 έτους ημέραν Παρασκευήν και ώραν δεκάτην π.μ. ο υποφαινόμενος Μιχαήλ Νασιώκας έμπορος καταγόμενος εκ του χωρίου Δοβρινόβου της Ηπείρου και κατοικών σήμερον εν Βόλω της Θεσσαλίας σας γνωρίζω ότι ως άνθρωπος υπόκειμαι εις τον θάνατον πράττω μόνος μου την παρούσαν διαθήκην ευρισκόμενος εν άκρα ησυχία του νους; μου και χωρίς να παρεκάλεσε ουδεμία αφορμή κατ’ ουδενός επιθυμώ και γράφω τα επόμενα άτινα της θελήσεώς μου και άνευ άλλης οιασδήποτε επιρροής από άλλον τινά………

Εάν θα ζήσει η σύζυγός μου ύστερα από μένα αφήνω εις αυτήν 400 δρχ. Της οποίας θα δώσουν υποχρεωτικώς οι κληρονόμοι μου Αθανάσιος και Νικόλαος κατ’ έτος οι οποίοι θα κληρονομήσουν μετά τον θάνατόν μου όλην την κινητήν και ακίνητον περιουσίαν μου εξ ίσου η δε σύζυγος μου μετά τον θάνατον αυτής ουδείς εκ των κληρονόμων της θα λαμβάνουν τας άνω 400 δρχ. , μόνον οι δικοί μου κληρονόμοι Αθανάσιος και Νικόλαος η έτερον μετά τον θάνατόν μου αφήνω πάλιν η μέχρι 4.000 δρχ. Με της οποίας θα αγοράσουν ένα μαγαζί να πάρει ενοίκιον τουλάχιστον 400 δρχ. κατ’ έτος. Εάν θα ζήσω εγώ θα αγοράσω εγώ αν αποθάνω εγώ τότε θα το αγοράσουν οι κληρονόμοι μου Αθανάσιος και Νικόλαος και να διαθέσουν τα χρήματα δια την Κοινότηταν του χωρίου Δοβρινόβου της Ηπείρου και αφήνω επιτροπήν τους κληρονόμους μου Αθανάσιος και Νικόλαον έως ότου ζήσουν αυτοί και ύστερα θ’ αναλάβει η Κοινότης του χωριού μας Δοβρινόβου. Εν έτος θα κρατήσουν οι κληρονόμοι μου Αθανάσιος και Νικόλαος να κάνουν τα μνημόσυνα και την άλλην χρονιά θα αγοράσουν ιερά άμφια δια την εκκλησίαν του Αγίου Νικολάου φελόνια και ότι άλλο χρειάζονται. Αυτά θα γίνονται κάθε δέκα χρόνια από τον τόκον θα δώσουν εις τους ιερείς της Εκκλησίας του Αγίου Νικολάου κατ’ έτος ½ της λίρας οθ. Διά να με μνημονεύσουν το όνομά μου . Ύστερον εις το τρίτον έτος από αυτόν τον τόκον θα δώσουν και 8 λιρ. Οθ. εις την ανιψιάν μου Μαρίαν Μίχου Ράικα. Ύστερον αν χαλάσει το γεφύρι στο Παλτινίσιου θα κρατήσουν τόκον 2-3 ή 4 έτη για να γίνει καινούργιο από πέτρα ύστερον αφού δεν χρειασθούν χρήματα ως άνω γράφω τότε από τον τόκον αυτόν θα αγοράσουν σωλήνες φαρδείς όλο από τον μέχρι δρόμου όπερ περνάει διά το χωρίον Λεσενίτσα έχει διάστημα 550 μέτρα να τους αγοράσουν κατ’ έτος και να τους μάσουν εις ένα μέρος και αφού φτάσουν οι σωλήνες τότε να πάρουν μαστόρους και να φτάσουν καθώς πρέπει ύστερα αφού περάσει ο καιρός και γίνει τακτικά το νερό τότε τον τόκον των χρημάτων θα δώσουν εις το Σχολείον της Κοινότητας του χωρίου Δοβρινόβου της Ηπείρου όχι αλλού και δεν θα έχουν το δικαίωμα κανείς να το πωλήση αυτό το κτήμα καμίαν φοράν και αν θέλει να το πωλήση κανένας τότε δεν θα έχει δικαίωμα να πάρη ούτε λεπτόν θα μείνουν τα χρήματα εις το Δημόσιον. Εις την θυγατέρα μου Χάιδω αφήνω μετρητά λίρες οθ. 100 καθώς φαίνονται εις το προικοσύμφωνον. Εις τον Γεώργιον Χαραχούσον και ταύτες θα λάβει και αν εγώ αποθάνω πρωτού έλθει εις γάμον η θυγάτηρ μου αν δε προικισθη παρ’ εμού τότε η προίκα την οποίαν θα της δώσω είναι αρκετή δι’ αυτήν και δεν θα έχει το δικαίωμα να λάβει άλον μερίδιον εκ της περιουσίας μου. Εις την θυγατέραν μου Σταμούλαν σύζυγον του Αναστασίου Παρπώδη αφήνω και τούτο είναι ικανόν μερίδιον δι’ αυτήν διότι έδωκα εις τον συζυγόν της ως προίκα κατά διαφόρους εποχάς μέχρι σήμερον 110 λίρας αφήνω 300 δρχ. εις μετρητά και αν το εναντίον δεν θελήσουν να αγοράσουν ένα κτήμα της Αιδηψού εις το Χωρίον Δοβρίνοβο της Ηπείρου και αν θα αγοράσουν τότε θα μείνει εις τους κληρονόμους μου Αθανάσιον και Νικόλαον .

Έγραψα εις Βόλον την 15  8/βρίου 1904 ή Τ.Σ. ) υπ. Μιχ. Νασιώκας

Επικυρώθη εις την Ιεράν Μητρόπολιν Ιωαννίνων τη 5 Ιουλίου 1905 υπ’ αριθ. πρωτ. 653 βιβλίο καταχ. 398 Σελ. 428-479 δια την ακρίβειαν της αντιγραφής ‘Εν λαβαίνω τη 11 Μαρτίου 1915 ( Οι διδάσκαλοι δημ. Σχολείου Δοβρινόβου)».

Advertisements