Το Κουτσοβλαχικό ζήτημα

Του Μιχαήλ Γ. Τρίτου

Ο όρος κουτσοβλαχικό* ζήτημα εγκαινιάζεται μετά τη λήξη των βαλκανικών πολέμων 1912-13 και ακριβέστερα προ της συνθήκης του Βουκουρεστίου (23 Ιουλίου 1913), με επιστολές που ανταλλάχτηκαν μεταξύ των πρωθυπουργών των βαλκανικών χωρών με το ρουμάνο ομόλογο τους για τη ρύθμιση της θρησκευτικής και εκπαιδευτικής καταστάσεως των Βλάχων της Βαλκανικής.

Χρονολογικά η δημιουργία του κουτσοβλαχικού ζητήματος τοποθετείται πριν από την ανεξαρτησία της Βλαχίας και Μολδαβίας από την επικυριαρχία του Σουλτάνου. Τα αίτια της δημιουργίας του ζητήματος υπήρξαν ο ρουμανικός μεγαλοϊδεατισμός  και η ανάγκη αποπροσανατολισμού των Βλαχομολδαβών από την απώλεια της Τρανσυλβανίας από την Αυστρο-ουγγαρία και της Βεσσαραβίας από τη Ρωσία. Επειδή κάθε προσπάθεια αντιμετωπίσεως αυτών των Μεγάλων Δυνάμεων εγκυμονούσε σοβαρούς κινδύνους για τις ηγεμονίες, έστρεψαν το ενδιαφέρον στους Βλάχους της Θεσσαλίας, Ηπείρου και Μακεδονίας, τους οποίους χαρακτήρισαν ως ομοεθνείς τους.

Οι πρώτες ζυμώσεις για τη δημιουργία του κουτσοβλαχικού ζητήματος αρχίζουν το 1849, ενώ η επίσημη υποστήριξη του από τη ρουμανική κυβέρνηση γίνεται το 1863-64. Στην απόφαση της η ρουμανική κυβέρνηση στηρίχτηκε στην έκθεση των Radulescu – Bolintineanu, οι οποίοι, αφού επισκέφτηκαν την Ήπειρο και τη Μακεδονία, δήλωσαν ότι ανακάλυψαν τους Ρουμανοβλάχους, τους οποίους παρουσίασαν ως Ρουμάνους πατριώτες.

Το 1860 ιδρύεται το «Μακεδορουμανικόν Κομιτάτον» δηλ. η περίφημη Societatea culturala macedo-romana, του οποίου οι ηγέτες με προκηρύξεις ζητούν την ίδρυση «Μεγάλου ρουμανικού Κράτους» στην Μακεδονία, Ήπειρο και Θεσσαλία, διότι κατ’ αυτούς οι επαρχίες αυτές κατοικούνται ως επί το πλείστον από Ρουμάνους.

Όργανα της ρουμανικής προπαγάνδας έγιναν μερικοί αρνησιπάτριδες Κουτσόβλαχοι, μεταξύ των οποίων πρωταρχική θέση κατέχουν ο Μοναχός Αβέρκιος και ο διδάσκαλος Απόστολος Μαργαρίτης. Ο Αβέρκιος καταγόταν από την Αβδέλλα (Καζά Γρεβενών). Το 1866 πήγε στο Βουκουρέστι και ανέφερε στη ρουμανική κυβέρνηση ότι στην Τουρκία υπάρχουν εκατοντάδες χιλιάδες Βλάχων, οι οποίοι κινδυνεύουν να αφομοιωθούν από τα άλλα χριστιανικά στοιχεία και κυρίως τα ελληνικά. Παράλληλα υπέδειξε διάφορα μέτρα για τη διάσωση και ανάπτυξη του εθνισμού των αδελφών Ρωμούνων της Τουρκίας, όπως αποκαλούσε ο ίδιος τους Ελληνοβλάχους της Μακεδονίας και Ηπείρου.

Αφού έτυχε ιδιαιτέρων τιμών και φιλοφρονήσεων από τη ρουμανική κυβέρνηση γύρισε στην πατρίδα του, όπου στρατολόγησε τους πρώτους νέους, τους οποίους έστελνε στη Ρουμανία ως υποτρόφους της ρουμανικής κυβερνήσεως. Αυτοί μετά την αποφοίτηση τους έγιναν οι πρώτοι δάσκαλοι της ρουμανικής προπαγάνδας. Οι επιτυχίες τους όμως ήταν σχετικές, αφού οι κοινότητες, όπου πήγαιναν, τους θεωρούσαν ως αντιπροσώπους ξένων συμφερόντων.

Τα πρώτα ρουμανικά σχολεία ιδρύθηκαν το 1877-1878 στα χωριά Περιβόλι, Αβδέλλα, Φούρκα, Μεγάροβο και Βλαχοκλεισούρα. Στη Βλαχοκλεισούρα, εκτός από το δάσκαλο που στάλθηκε από τη Ρουμανία, δίδαξε και ο Απόστολος Μαργαρίτης , ο οποίος υπήρξε η ψυχή της ρουμανικής προπαγάνδας. Με την ανοχή της οθωμανικής κυβερνήσεως και την οικονομική βοήθεια της ρουμανικής κυβερνήσεως και των καθολικών μοναχών, κυρίως δε του Γάλλου ηγουμένου των Λαζαριστών Φαβεριάλ , άρχισε να ιδρύει σχολεία. Το 1880 ιδρύει ρουμανικό λύκειο στο Μοναστήρι. Το 1881 ρουμανικό σχολείο στη Βωβούσα (Καζά Ιωαννίνων), το 1885 στην Κρανιά (Καζά Γρεβενών) και στο Μέτσοβο, το σχολείο του οποίου υπολειτουργούσε λόγω παντελούς ελλείψεως μαθητών. Το 1886 ιδρύεται στα Γιάννινα ρουμανική εμπορική σχολή. Το 1887 στο Μοναστήρι ανώτερο ρουμανικό παρθεναγωγείο, από το οποίο αποφοιτούσαν δασκάλες προοριζόμενες για τη στελέχωση των παρθεναγωγείων, που επρόκειτο να ιδρυθούν στα βλαχόφωνα χωριά. Κατά το σχολικό έτος 1889-1890 ιδρύθηκαν ρουμανικά σχολεία στα χωριά της Ηπείρου Τσερνέσιο, Φλαμπουράρι, Γρεβενίτι, Λάιστα, Συρράκο, Αρμάτοβο, Βριάζο και Παληοσέλι. Σε μερικά από αυτά σημειώθηκαν σχετικές επιτυχίες. Όμως στα χωριά Συρράκο, Γρεβενίτι και Λάιστα απέτυχαν παταγωδώς. Επί πλέον ρουμανικά σχολεία ιδρύθηκαν στη Θεσσαλονίκη, σε χωριά της Αλβανίας και το Μπεράτι.

Στο χρονικό διάστημα 1886-1896 χάρη στη δραστηριότητα του Αποστόλου Μαργαρίτη η ρουμανική προπαγάνδα σημείωσε σημαντικές επιτυχίες. Κυρίως σύστησε σε όλα τα βλαχόφωνα χωριά της βόρειας πλευράς της Πίνδου σχολεία με οικοτροφεία, στα οποία πέραν της διδασκαλίας παρέχονταν εντελώς δωρεάν τροφή και ένδυση. Μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλίας από τον τουρκικό ζυγό (1881) οι μεγάλοι όγκοι των Βλαχοφώνων πληθυσμών που κατοικούσαν στη Νότια Πίνδο απαλλάχτηκαν από την προπαγάνδα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να αναγκάσει τον Απόστολο Μαργαρίτη να προβεί στη σύνταξη εγγράφων διαμαρτυριών, με τα οποία δήθεν οι Κουτσόβλαχοι διαφωνούσαν για την προσάρτηση της Θεσσαλίας στην Ελλάδα.

Στο διπλωματικό επίπεδο το κουτσοβλαχικό ζήτημα έγινε γνωστό το 1881, όταν η ρουμάνικη κυβέρνηση στην προσπάθεια της να ματαιώσει την ένωση της Θεσσαλίας και της Άρτας με την Ελλάδα παρήγγειλε στον πρεσβευτή της I. Γκίκα να διαμαρτυρηθεί στον υπουργό Εξωτερικών της Αγγλίας λόρδο Γκράνβιλ για την αδικία που έγινε σε βάρος «χωρών κατοικουμένων υπό πολλών χιλιάδων λαού ρουμανικής εθνικότητας». Αλλά αυτή η αξίωση προκάλεσε το γέλωτα της αγγλικής και γερμανικής κυβερνήσεως. Ομολογουμένως αυτές οι ενέργειες δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα, αφού η Υψηλή Πύλη υποχρεώθηκε να υπογράψει με την Ελλάδα τη συνθήκη προσαρτήσεως των εδαφών που επιδικάστηκαν στη χώρα μας (20 Ιουνίου/2 Ιουλίου 1881).

Μετά την απώλεια της Θεσσαλίας και της Άρτας η ρουμανική προπαγάνδα σε σύντομο χρονικό διάστημα αναδιοργάνωσε συστηματικά το μηχανισμό της στα εδάφη που παρέμειναν στην Τουρκία. Παρόλες όμως τις προσπάθειες, παρά τον άφθονο διασκορπισμό χρυσού για τη διαφθορά και αγορά συνειδήσεων, παρά τις υποσχέσεις, τις απειλές, τις ραδιουργίες, τις καταγγελίες και τις απηνείς καταδιώξεις, παρά τους απεγνωσμένους αγώνες επιμισθίων διδασκάλων, επιθεωρητών και πρακτόρων, παρά την απροκάλυπτη σύμπραξη του καθολικού κλήρου, τα αποτελέσματα της ρουμανικής προπαγάνδας υπήρξαν μηδαμινά.

Επίσημη παραδοχή αυτής της αποτυχίας αποτελεί η με ημερομηνία 15-11-1901 έκθεση του υπουργού Παιδείας της Ρουμανίας Χάρετ προς τον Βασιλέα Κάρολο. Στην έκθεση αυτή αναγράφονται μεταξύ άλλων: «Έχομεν (εν Μακεδονία) πολυάριθμους σχολάς και διδασκάλους αλλ’ άνευ μαθητών, και εφόσον ο αριθμός τούτων ηλαττούτο, κατά τοσούτον ηυξάνομεν τον αριθμόν εκείνων. Το προπαγανδιστικόν έργον μας περιωρίσθη εις τινας μόνον κοινότητας, και δη, μεταξύ των πενεστέρων τάξεων, των ανωτέρων τάξεων παραμενουσών ανεπηρέαστων υπ’ αυτού. Τούτο ένεκεν τα λύκεια, τα γυμνάσια, αι εμπορικαί σχολαι μας, αριθμούσιν ει μη μόνον υποτρόφους μας, άνευ δε του μέτρου τούτου θα έμενον κεναί. Αι εν Μακεδονία σχολαί μας στερούνται ασφαλούς βάσεως, συντηρούνται δε, τεχνητώς, δι’ υποτροφιών χορηγουμένων εις τον πρώτον τυχόντα…».

Αλλά και ο διευθυντής της ρουμανικής σχολής Ιωαννίνων Λαζαρέσκου Λεκάντα στη με ημερομηνία 26 Νοεμβρίου 1901 επίσημη έκθεση του προς τον Υπουργό Παιδείας Χάρετ γράφει μεταξύ άλλων: «...Οι πάντες γινώσκουσι, φρονώ, ότι το εθνικόν ημών πρόβλημα οπισθοχωρεί εν τη χερσονήσω του Αίμου. Παρά τας γενόμενος και γινόμενος εισέτι μεγάλος θυσίας, πρέπει να αρχίσωμεν και αύθις εκ του μηδενός. Μετά τριακονταετείς αγώνας, δεν δυνάμεθα να καυχηθώμεν οτι προέβημεν κατά εν βήμα επί τα πρόσω… Το ρουμανικόν ζήτημα ευρηται εν νηπιώδει κατοστάσει, εις ο σημείον ευρίσκετο την ημεραν της εμφανίσεως του- ίσως μάλιστα και εχειροτέρευσε. Τα επιτευχθέντα αποτελεσματα εισί μηδαμινά άνευ σημασίας… Οι προσερχόμενοι σήμερον εις τον ρουμανισμόν και ους θεωρούμεν ως ρουμανοφρονας, δεν πράττουσι τούτο εκ πεποιθήσεως, ψυχή και καρδία, αλλ’ απλώς εκ συμφέροντος, όταν θα εκλείφη τούτο, θα φανή το επιπόλαιον των αισθημάτων των… Ο γελοίος ημών τρόπος της δράσεως, ον συνεχίζομεν άχρι τούδε, αποτελεί τον λόγον δι ον, αντί επιτυχίας εχθρούς, μόνον και δυσαρέσκειας συγκομίζομεν… Ο ρουμούνος αποστέλλει τα τέκνα του εις την ρουμανικήν σχολήν μόνον δια να λάβει δώρα, δια να επιτυχή υποτροφίας, βιβλία και τα λοιπά, ενώ παρά της ελληνικής σχολής δεν έχει καμμίαν απαίτησιν, εν ανάγκη δε ανοίγει το βαλάντιον του και θνήσκων καταλαμβάνει δια κληροδοτημάτων την περιουσιαν του προς διάδοσιν των ελληνικών γραμμάτων…». Και καταλήγει συνιστώντας «πίεσιν επί των εν Ρουμανία Κουτσοβλάχων» διότι ομολογεί «και αυτοί οι εν Ρουμανία εγκατεστημένοι προκηρύττουσιν εαυτούς Έλληνας».

Στο σημείο αυτό πρέπει να πούμε ότι πολύ κακές υπηρεσίες στους Κουτσοβλάχους πρόσφεραν και οι Βούλγαροι, οι οποίοι ασκούσαν το ρόλο των πληρωμένων εκτελεστών δολοφόνων κατά των Κουτσοβλάχων, που αρνούνταν να προσχωρήσουν στην ρουμάνικη προπαγάνδα. Η θλιβερή αυτή κατάσταση άρχισε το 1903 και παρατάθηκε μέχρι το 1908 . Ολόκληρες οικογένειες, άνδρες και γυναίκες, γέροντες και νήπια σφάχτηκαν από τους Βουλγάρους, επειδή δεν προσχωρούσαν στην ρουμανική προπαγάνδα.

Στις 22 Μαΐου 1905 ο Σουλτάνος Αβδούλ Χαμίτ, κάτω από την πίεση της Γερμανίας και της Αυστροουγγαρίας, αναγνώρισε με ειδικό «Ιραδέ», για πρώτη φορά από της εισβολής των Τούρκων στη Βαλκανική, εθνότητα βλάχικη, επίτευγμα της ρουμανικής διπλωματίας. Για την αυθαίρετη αυτή ενέργεια, με την οποία η Ρουμανία αποκτούσε εθνικά δικαιώματα στις επαρχίες της Ηπείρου και της Μακεδονίας, διαμαρτυρήθηκαν έντονα η Ελλάδα και το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Το 1905 η ρουμανική κυβέρνηση ζήτησε δια μέσου του πρεσβευτή της στην Αθήνα Παπινίου από τον Έλληνα πρωθυπουργό Δημήτριο Ράλλη την κατάπαυση των «πιέσεων» εναντίον των Κουτσοβλάχων της Ελλάδος. Ο Ράλλης αρνήθηκε την ύπαρξη ρουμούνων Κουτσοβλάχων τόσο στην ελεύθερη Ελλάδα όσο και στην τουρκοκρατούμενη Μακεδονία. Προκλήθηκε σοβαρό επεισόδιο και ο Παπινίου διώχτηκε από το πρωθυπουργικό γραφείο.

Οι Ρουμάνοι, για να εκδικηθούν την ελληνική κυβέρνηση, άρχισαν συστηματικές διώξεις εναντίον των Ελλήνων της Ρουμανίας και των περιουσίων των, έκλεισαν τα ελληνικά σχολεία και έκαναν απελάσεις των Ελλήνων που κατοικούσαν στη Ρουμανία. Οι ενέργειες αυτές είχαν ως συνέπεια τη δημιουργία διπλωματικού επεισοδίου με την αμοιβαία αποχώρηση των πρεσβευτών από το Βουκουρέστι και την Αθήνα, των Τομπάζη και Παπινίου αντίστοιχα. Η Ελλάδα είχε πλέον φθάσει στο χείλος της εμπολέμου ρήξεως με τη Ρουμανία (1905-1906).

Η αποκατάσταση των διπλωματικών σχέσεων μεταξύ των δυο χωρών έγινε το 1911. Στις 15 Μαρτίου 1913 ο Ελευθέριος Βενιζέλος αντάλλαξε επιστολές με το Ρουμάνο ομόλογο του Τ. Μαγιορέσκου, με τις οποίες η Ελλάδα αναγνωρίζει εκκλησιαστική και εκπαιδευτική ρουμανική μειονότητα στο βορειοελλαδικό χώρο με αντάλλαγμα την υποστήριξη εκ μέρους της Ρουμανίας των εθνικών μας δικαίων, τα οποία επιχειρούσαν να σφετεριστούν οι Βούλγαροι. Οι ανωτέρω επιστολές επισφραγίστηκαν με τη συνθήκη του Βουκουρεστίου, η οποία συγκλήθηκε την 23 Ιουλίου 1913.

Την ενέργεια του Ελευθερίου Βενιζέλου άλλοι θεώρησαν ως ανίερη πράξη σε βάρος ενός αγνού τμήματος του ελληνικού πληθυσμού  και άλλοι ως ένα από τα πράγματα αναγκαίο διπλωματικό ελιγμό προκειμένου να εξασφαλιστεί η εύνοια της Ρουμανίας στα εθνικά μας δίκαια, αλλά και για την εξισορρόπηση αναλόγου παραχωρήσεως της Βουλγαρίας στο περιθώριο της συνδιασκέψεως του Λονδίνου.

Εμείς εκτιμούμε ότι σε καμία περίπτωση η υπεύθυνη πολιτική ηγεσία μιας χώρας δεν έχει το δικαίωμα να θυσιάζει τα εθνικά συμφέροντα μιας πληθυσμιακής ομάδας της, για να πετύχει κάτι άλλο, έστω και αν αυτό είναι σπουδαιότερο και ουσιαστικότερο. Η τυχόν επίκληση του γνωστού δόγματος «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα» δεν βρίσκει και στην προκειμένη περίπτωση καμιά δικαίωση. Πολύ περισσότερο όταν πρόκειται για τους Ελληνοβλάχους – ένα από τα γνησιότερα τμήματα του ελληνικού λαού, που πρωτοστάτησαν σε όλους τους εθνικούς αγώνες και συνέβαλαν αποφασιστικά στην οικονομική και πολιτιστική ανέλιξη της χώρας. Παρόλες όμως τις διευκολύνσεις το αποτέλεσμα υπήρξε μηδαμινό, αφού οι Βλάχοι στη συντριπτική τους πλειοψηφία αποποιήθηκαν τη ρουμανική προπαγάνδα και τις παροχές της.

Καινούργια αναταραχή προκάλεσε το κουτσοβλαχικό ζήτημα το 1917 στη διάρκεια του Α’ παγκοσμίου πολέμου. Αρχηγός των ρουμανιζόντων υπήρξε ο Αλκιβιάδης Διαμαντής , ο οποίος με την υποστήριξη της Ιταλίας και της Ρουμανίας επιδόθηκε σε μια άνευ προηγουμένου προσηλυτιστική δραστηριότητα. Σ’ αυτό συνέβαλε και η υπόσχεση της Ιταλίας ότι στη συνθήκη του Α’ Παγκοσμίου πολέμου θα ιδρυόταν το ανεξάρτητο «Καντόνιον ή Πριγκιπάτον της Πίνδου», στο οποίο πρίγκιπας ή αρχηγός θα τοποθετούνταν ο Αλκιβιάδης Διαμαντής.

Στο διάστημα 1917-1940 η ρουμανική προπαγάνδα, εκμεταλλευόμενη τα οξύτατα προβλήματα της χώρας και κυρίως την απορρόφηση των ελληνικών κυβερνήσεων με το μεγάλο και οξύτατο πρόβλημα της αποκαταστάσεως των προσφυγών της μικρασιάτικης καταστροφής, ανέπτυξε έντονη δραστηριότητα. Την περίοδο αυτή το Μακεδόνικο Κομιτάτο, που είχε έδρα το Βουκουρέστι, με κάθε μέσο προσπαθούσε να πείσει τους Έλληνες της Ρουμανίας να γράψουν τα παιδιά τους στα ρουμανικά σχολεία. Παρόλες όμως τις πιέσεις οι ομογενείς μας έμειναν πιστοί στις εθνικές τους παραδόσεις και μόρφωναν τα παιδιά τους ελληνικά. Πρόβλημα τριβών με τη ρουμανική κυβέρνηση δημιουργήθηκε πάλι, αλλά αυτή τη φορά με αφορμή την εκτόπιση στο στρατόπεδο της Κορίνθου μεγάλου αριθμού υπόπτων ρουμανίζοτων. Το έγκλημα διαπράττεται με εντολή του πρωθυπουργού Ιωάννη Μεταξά, εξαιτίας της άγνοιας του ζητήματος και της απουσίας εθνικής πολιτικής. Οι προβαλλόμενες προφάσεις είναι αβάσιμες. Μόλις έγιναν γνωστά αυτά τα μέτρα στο Βουκουρέστι ο υφυπουργός Οικονομικών Const. Papanace  ζήτησε κατά τη διάρκεια συνεδριάσεως του ρουμανικού υπουργικού συμβουλίου τη σύλληψη και τον περιορισμό σε στρατόπεδα συγκεντρώσεως όλων των Ελλήνων που ζούσαν στη Ρουμανία. Η πρόταση όμως αυτή δεν έγινε δεκτή.

Εξελίξεις στο κουτσοβλαχικό ζήτημα είχαμε το 1941 ύστερα από την εισβολή των γερμανικών στρατευμάτων και την πλήρη υποδούλωση της χωράς στις αξονικές δυνάμεις. Πρωταγωνιστής σ’ αυτές τις εξελίξεις είναι και πάλιν ο Αλκιβιάδης Διαμαντής, ο οποίος εμφανίζεται στην Κόνιτσα ταυτόχρονα με την είσοδο των ιταλικών στρατευμάτων. Με την υποστήριξη της Ιταλίας ο Διαμαντής αυτοανακηρύχτηκε πρίγκιπας και ηγεμόνας της Πίνδου. Με υπόμνημα του προς τον κατοχικό πρωθυπουργό Τσολάκογλου στις 25 Σεπτεμβρίου 1941 αξιώνει την παραχώρηση προνομίων υπέρ των Κουτσοβλάχων.

Οι δραστηριότητες όμως του Αλκιβιάδη Διαμαντή δεν σταματούν εδώ. Με τη βοήθεια του δικηγόρου Νικολάου Ματούση ίδρυσε στη Λάρισα ρουμανοκουτσοβλαχική οργάνωση με την ονομασία «Ρωμαϊκή Λεγεων», της οποίας πρόεδρος ήταν ο Νικόλαος Ματούσης . Λόγω όμως της απροθυμίας των Θεσσαλών να ενταχθούν στην οργάνωση ο Διαμαντής με τη βοήθεια Ιταλών Καραμπινιέρων προέβη σε διωγμούς εναντίον των αντιφρονούντων. Ισχυρή αντίσταση, στη Λεγεώνα έκανε ο δημοσιογράφος Τάκης Οικονομάκης, ο οποίος με φλογέρα πατριωτικά άρθρα και αδιάσειστα στοιχεία αποκάλυψε στην εφημερίδα «Θεσσαλία» του Βόλου, τον τυχοδιωκτισμό του Διαμαντή και διακήρυξε με παρρησία την ελληνικότητα των Κουτσοβλάχων. Το άσχημο κλίμα που δημιουργήθηκε ενάντια στους Αλκιβιάδη Διαμαντή και Νικόλαο Ματούση τους εξανάγκασε να αναχωρήσουν στη Ρουμανία. Ο πρώτος ύστερα από συκοφαντική του δυσφήμηση από το Ματούση στους Ιταλούς και ο δεύτερος μετά την απομάκρυνση του από τη λεγεώνα.

Γενικά το κουτσοβλαχικό ζήτημα, ως υπαρκτό πολιτικο-ιστορικό πρόβλημα, καθόρισε την εξέλιξη των ελληνορουμανικών σχέσεων για έναν σχεδόν αιώνα. Στο διάστημα αυτό η ρουμάνικη προπαγάνδα, με τεράστια οικονομικά μέσα, διωγμούς, βία και άλλες τρομοκρατικές μεθόδους αγωνίστηκε να αλώσει την ελληνική εθνική συνείδηση των Βλάχων. Απέτυχε όμως παταγωδώς. Δικαιολογημένα ο Σοφοκλής Βενιζέλος, προλογίζοντας το 1948 το βιβλίο του Ευαγγέλου Αβέρωφ για το κουτσοβλαχικό ζήτημα, έγραφε μεταξύ άλλων!… «Λαμβάνοντες υπ όψιν την σοβαρότητα του ζητήματος, την ιδικήν μας αδιαφορίαν, την συστηματικήν και ενίοτε σκληράν εργασίαν των άλλων, οφείλομεν να είμεθα ευτυχείς διότι ο επικίνδυνος πολλαπλασιασμός του μηδενός, τον οποίον προηγουμένως ανέφερα, δεν έλαβε μεγαλυτέρας διαστάσεις. Τούτο το χρεωστούμεν αναμφισβητήτως εις τον θαυμαστόν πατριωτισμόν, εις την ευφυά αντίδρασιν και εις τους θαρραλέους αγώνας αυτών τούτων των Ελλήνων Κουτσοβλάχων, αγώνας εις τους οποίους ούτοι απεδύθησαν μόνοι, ακαθοδήγητοι και παλαίοντες συχνά εναντίον πανίσχυρου ξένου δυνάστου. Αισθάνομαι δι’ αυτό την υποχρέωσιν να τους εκφράσω εδώ τον θαυμασμόν μου και την ευγνωμοσύνην, διότι, παρά τας αντιξοότητας, εκράτησαν πάντοτε τόσον υψηλά την φωτεινην δάδα του Ελληνισμού».

Τα τελευταία χρόνια το κουτσοβλαχικό ζήτημα αρχίζει να κάνει και πάλι την εμφάνιση του, πυροδοτούμενο έντεχνα από γνωστούς κύκλους του εξωτερικού, οι οποίοι με έντυπα, περιοδικά και εφημερίδες, δίσκους και μαγνητοταινίες βομβαρδίζουν τους Βλάχους της επαρχίας και της πρωτεύουσας. Στο Bulletin Europeen του Ιδρύματος Dragan και στο τεύχος του Απριλίου 1969 ο καθηγητής Michel de la Ventoliere δημοσίευσε ένα άρθρο, στο οποίο γίνεται λόγος για ύπαρξη ρουμανικής μειονότητας στην Πίνδο, που καταπιέζεται από το ελληνικό κράτος. Η «Asociatia Romania» στα πλαίσια του προπαγανδιστικού του μηχανισμού χρηματοδοτεί βλαχολογικά δημοσιεύματα στο ρουμανικό και ξένο τύπο και χορηγεί υποτροφίες σε Έλληνες σπουδαστές, τους οποίους επηρεάζει κατάλληλα.

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο γίνεται συστηματική παραπληροφόρηση για τη δήθεν ύπαρξη στην Ελλάδα ρουμανικών πόλεων και ρουμάνων που στερούνται ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Μάλιστα με επιχορήγηση της επιτροπής ευρωπαϊκών κοινοτήτων και του ευρωπαϊκού μορφωτικού ιδρύματος «L’ Europe et ses populations» εκδίδεται σύγγραμμα, στο οποίο επαναφέρεται η γνωστή θεωρία για την κάθοδο των Βλάχων από τη Δακία. Παράλληλα κυκλοφορούν από το εξωτερικό διάφορα προπαγανδιστικά φυλλάδια όπως π.χ. Fara Armaneasca, Vatra, Zborlu Anostru, Franza Blaha, Cuvintul Romanesc κ.ά μέσω των οποίων προβάλλονται ιστορικά απαράδεκτες θεωρίες για τους Βλάχους. Στη γενικότερη προσπάθεια του ελληνικού αποχρωματισμού των Βλάχων εντάσσονται οι διάφορες βλαχολογικές εκδόσεις, η ίδρυση συλλόγων και ενώσεων που θα συνεργάζονται με διάφορες εταιρείες του εξωτερικού και οι εκθέσεις βιβλίων που αναφέρονται στο κουτσοβλαχικό ζήτημα με προδιαγραφές και προοπτικές προβολής των μειονοτήτων κατά τα σημερινά δεδομένα.

Το κουτσοβλαχικό ζήτημα χρειάζεται να αντιμετωπιστεί με την δέουσα προσοχή. Για τη σημερινή θέση του προβλήματος πρέπει να ενημερωθούν οι αρμόδιες για τα μειονοτικά θέματα κρατικές υπηρεσίες, η τοπική αυτοδιοίκηση των βλαχοχωριών και οι διοικήσεις των συλλόγων τους, όπου και αν βρίσκονται. Έπειτα επιβάλλεται η καταχώριση της ιστορικής αλήθειας ως προς τη γένεση των Βλάχων στα σχολικά εγχειρίδια. Επείγει η αποκατάσταση της αλήθειας σε λήμματα εγκυκλοπαιδικών λεξικών. Χρειάζεται μεθόδευση διορθώσεως των ανακριβειών η προπαγανδιστικών θέσεων σε άρθρα εγκυκλοπαιδειών ξένων χωρών. Πέραν των προηγουμένων είναι αναγκαία η τεκμηριωμένη απάντηση σε όλα τα ανακριβή δημοσιεύματα, που αλλοιώνουν την αλήθεια για το κουτσοβλαχικό. Είναι πολύ χρήσιμη η ανελλιπής συμμετοχή Ελλήνων ειδικών στα διάφορα συνέδρια, όπου προβλέπεται συζήτηση του κουτσοβλαχικού. Σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπεται να συμβεί και με το κουτσοβλαχικό ό,τι συνέβη με το μακεδόνικο, στο οποίο από το 1944 που δημιουργήθηκε δεν δόθηκε η πρέπουσα σημασία με αποτέλεσμα να φθάσουμε στη σημερινή κατάσταση. Πρέπει να γίνει συνείδηση σε όλους ότι τα διάφορα προβλήματα γίνονται μεγάλα, επειδή όταν είναι μικρά δεν τους δίδουμε την πρέπουσα σημασία. Γενικά όπως σε όλα τα εθνικά μας θέματα έτσι και στο κουτσοβλαχικό απαιτείται επαγρύπνηση και σωστή ενημέρωση.

 

* Το όνομα Κουτσόβλαχοι (κουτσοβλαχικός) είναι η ελληνική απόδοση του τουρκικού Κιουτσούκ Βαλάχ=Μικρόβλαχοι, δηλ. κάτοικοι της Μικρής Βλαχίας (Κιουτσούκ Βαλαχί), όπως ονομαζόταν η Αιτωλοακαρνανία στη βυζαντινή και οθωμανική περίοδο. Αντίθετα Μπουγιούκ Βαλάχ=Μεγαλόβλαχοι ονομάζονταν οι κάτοικοι της Μεγάλης Βλαχίας (Μπουγιούκ Βαλαχί), όπως ονομαζόταν η Θεσσαλία κατά την ίδια περίοδο. Ο όρος έγινε αποδεκτός ως διπλωματικός.

 

 

Αναδημοσίευση από το περιοδικό «Ηπειρωτικά Γράμματα», τεύχος 3, περίοδος β΄, Φεβρουάριος 2003.

Advertisements