Τα ευτράπελα του γερό κυνηγού

Του Γιώργη Καρατζά

Ο ΓΕΡΟ – ΚΥΝΗΓΟΣ, ήταν από ένα χωριό του Ζαγορίου, που οι γύρω από το χωριό βουνοκορφές πότε λούζονται στον ήλιο και πότε κρύβονται στα σύννεφα τ’ ανταριασμένα. Απ’ το χωριό, που ολημερίς το απαλοχαϊδεύει το φιλτραρισμένο, δροσερό αγέρι του Πάπιγκου και τη νύχτα το νανουρίζει ο Γκιώνης με την κλαψάρικη κι όλο θλίψη και πόθος φωνή του, ψάχνοντας, όπως λένε, να βρει το χαμένο αδελφό του.

Ήταν από το χωριό, που στα παλιά χρόνια αριθμούσε τριακόσια τόσα σπίτια. Και τι σπίτια! Όλα δίπατα, πέτρινα, με πελεκητή πλάκα σκεπασμένα και ασβεστόχτιστα. Μερικά με τρία πατώματα, όπως του Βλαχούτου και του κυρ Νίκου, που ήταν ένας αληθινός πύργος, με δυό δίφυλλες σιδερόφραχτες πόρτες, με δυό μπαλκόνια, με πολεμίστρες, που βίγλιζαν προς όλες τις κατευθύνσεις, με πηγάδι μέσα στο σπίτι, μ’ ένα πλήθος μεσάντρες, αμπάρια και καρούτες. Άλλα δυό ήταν τετράψηλα. Η «Κούλα» του Γεωργούση και του Νικοθάδωρου στο Μεσοχώρι.

Και τι δεν είχε το χωριό στα τοτεινά χρόνια τα παλιό, Δυό σχολεία: Αρρένων – Θηλέων, Νηπιαγωγείο, Οικοκυρική Σχολή, Πανδοχείο, Ξενώνας για τους μαστόρους, τους γανωτήδες και τους μπαλωματήδες. Δυό μεγάλες δεσποτικές εκκλησίες: του Αη-Νικόλα και την Παναγιά την πανάρχαια. Και οι δυό με τέμπλο ξυλόγλυπτο, με βυζαντινές εικόνες και εκκλησιαστικά βιβλία από τον 15ο αιώνα, και η Παναγιά με μια καμπάνα βροντερή, φερμένη από τη Βενετία. Και στα γύρω του χωριού μια ολόκληρη αλυσίδα από ξωκκλήσια κι ένα πλήθος νερόμυλους. Ήταν από το χωριό, που οι περισσότεροι άντρες το χειμώνα ξενιτεύονταν και την άνοιξη γύριζαν στο χωριό, κοντά στη φαμιλιά τους και στη γυναικούλα. Μέχρι τώρα ακούγεται η παροιμία: «πέντε – δέκα στη σακούλα, γεια-χαρά τη γυναικούλα».

Ήταν από το χωριό, που δεν υπήρχε σπίτι δίχως άρματα. Πολλές φορές αντιστάθηκαν στους Τούρκους. Το 1912 με τ’ άρματα στο χέρι, εμπόδισαν τους Τούρκους να περάσουν το Γυφτόκαμπο, για να πατήσουν το χωριό. Στη μάχη αυτή σκοτώθηκε κι ο γύφτο Καρκατσούλης από το Βρυσοχώρι. Σ’ αυτό το χωριό βρήκαν καταφύγιο οι Σκαμνιλιώτες, ώσπου έπεσαν τα Γιάννενα. Μια Σκαμνιλιώτισσα από την τρομάρα της έχασε το πουγκί με τις λίρες και το βρήκε η κυρά Κώσταινα του Γίσα και το ‘δωσε πίσω στην κάτοχο της. Όταν στα εκατό της χρόνια έπεσε από τα πόδια η κυρά Κώσταινα και καρφώθηκε στο κρεβάτι, κάθε τόσο έλεγε: «Εγώ το πουγκί με τις λίρες το ‘δωσα στην κυρά της, γιατί ο Θεός με παιδεύει;» . Έξω από το χωριό σώζεται ακόμα η τοπωνυμία «Νταμπούρι». Η σκοπιά, στα χρόνια της σκλαβιάς, ποτέ δεν του ‘λειψε.

Ήταν από το χωριό, που όλη σχεδόν η περιοχή του ήταν κατάφυτη από αμπελώνες και το κρασί «έρεε» στους «δρόμους», και τα γλέντια με κλαρίνα, βιολιά, λαγούτα, και ντέφια έδωναν κι έπαιρναν. Ντομπρίνοβο το λέγανε στα παλιά χρόνια. Δεν αποκλείεται στα πολύ παλιά χρόνια να λεγότανε Ντομπροβίνσοβο. Σύνθετη σλαβική λέξη, που η πρώτη συνθετική «ντόμπρο» σημαίνει «καλό» κι η δεύτερη «βίνο» σημαίνει «κρασί» ή έτσι όπως ήταν «Ντομπρίνοβο» που σημαίνει «Νέο – Καλοχώρι».

Ο γέρο Κυνηγός, λοιπόν, ήταν Ντομπρινοβίτης, με «γερή καρδιά, γερό κορμί, γερό μάτι», όπως τους ονομάζει τους Ντομπρινοβίτες ο εξαίρετος κι αξέχαστος Γιαννιώτης λογοτέχνης Δ. Χατζής, στο βιβλίο του «Το διπλό βιβλίο». Σήμερα το χωριό λέγεται Ηλιοχώρι. Σχεδόν τίποτε δεν έμεινε όρθιο από το μεγάλο, ξακουστό παλιό χωριά. Όλα τα παλιά σπίτια είναι σωριασμένα σ’ ερείπια. Το χάλασε η ξενιτειά και τ’ αποτελείωσαν οι ορδές του Χίτλερ το 1943. Από τα παλιά σπίτια σώζονται μονάχα τρία-τέσσερα, ο Αη Νικόλας, η Παναγιά και δυό-τρία ξωκκλήσια. Εκείνον που δεν μπόρεσαν να ξεριζώσουν και που δεν έπαψε να γιγαντώνεται και ν’ απλώνει τους κλώνους του προς όλες τις κατευθύνσεις, κι η κορυφή του όλο να υψώνεται, και να υψώνεται, είναι ο πλάτανος ο Μεσοχωρίτης. Το ‘λειψαν, βέβαια, οι γάμοι, τα γλέντια, τα κλαρίνα κι οι χοροί. Του έμειναν, όμως – πιστοί σύντροφοι του – οι φτερωτοί υμνωδοί, που, το καθημερινό γλυκοκελάηδά τους, εναρμονίζεται με το θρόισμα των φύλλων του. Είναι ένας ζωντανός μάρτυρας του παλιού μεγάλου χωριού. Αν είχε γλώσσα πόσα θα μονολογούσε! Δεν τον τρόμαζαν ούτε οι τούρκικες σφαίρες από τα μαουζερί α τους, ούτε οι σφαίρες από τα μυδράλια του Χίτλερ, ούτε τ’ ανεμοβρόχια, ούτε ο τρελός βοριάς το καταχείμωνο. Και κατά πως τ’ ομολογάει ένας συγχωριανός του σε στίχους, λέει ο γερο – Πλάτανος στο βοριά.

Βοριά! άκουσε και σκέψου!

Όσο κι αν μανιάζεις, κι όσο κι αν μουγκρίζεις,

μάθετο! Το γέρο Πλάτανο δεν τον γκρεμίζεις!

Φύγε! Του κάκου τριγυρίζεις.

 Οι ρίζες μου είναι βαθειά – βαθειά μπηγμένες στη γη την

πατρική,

κι οι κλώνοι μου περήφανα αντιπαλεύουν τη δική σου

ορμή!

Κι οι ρίζες του γέρο Κυνηγού, ήταν μπηγμένες στη Ντομπρινοβίτικη γη και καμιά θύελλα δεν μπόρεσε να τον ξεριζώσει από τη γενέτειρα του μέχρι το τέλος της ζωής του.

Ήταν γέννημα και θρέμμα παιδί καθάριο της ρουμανοντυμένης και ποταμογέννας Πίνδου. Το πραγματικό του όνομα, είναι «Μίχος Παπανδρόνος». Μιμίσης είναι το παρατσούκλι του. Μ’ αυτό τ’ όνομα τον παρουσιάζουμε κι’ εμείς στην κυνηγητική αφήγηση «Η πρώτη ανάβαση και το τελευταίο τρόπαιο». Η αφήγηση είναι μια πραγματική κυνηγετική ιστορία κι ο γέρο Μιμίσης – κεντρικός ήρωας της κυνηγετικής αυτής ιστορίας – είναι ένας παθιασμένος κυνηγός «αιγάγρων» του Παπίγκου, κι ένας σφόδρα ερωτευμένος άνθρωπος, με την αγριωπή, μεγαλόπρεπη κι ανεπανάληπτη αλπική φύση του βουνού. Εξόν απ’ αγριόγιδα, τίποτε άλλο δεν κυνηγούσε. Το μόνο όπλο που είχε ήταν ένα παλιό τούρκικο μάουζερ του 1912, που τόκρυβε μ’ επιμέλεια και φροντίδα, σε κάποια απόκρυφη, σκοτεινή σπηλιά του βουνού.

Στο χωριό και στα γύρω χωριά ο γέρο Μιμίσης δεν ήταν μονάχα γνωστός σαν κυνηγός «Αιγάγρων», ήταν γνωστός και εξακολουθεί να είναι και σαν ένας ανεπανάληπτος κι ασυναγώνιστος καλαμπουρτζής βρυσομάνα αληθινή απ’ ανέκδοτα, παραμύθια και μύθους. Χιουμοριστής απ’ τους λίγους. Ένας θυμόσοφος αληθινός και πηγαίος.

Σήμερα, για σήμερα, στο χωριό, καθώς και στα γύρω χωριά, κυκλοφορούν πολλά από τα ευτράπελα του γέρο Κυνηγού. Τώρα για τώρα δεν είναι μέρα στο χωριό, που να κουβεντιάζουν και να μην ξεφυτρώνει και κάποιο ανέκδοτο ή επεισόδιο του γέροντα. Βέβαια, πολλά χάθηκαν. Τα ξερίζωσε από τη μνήμη των ανθρώπων ο αδυσώπητος χρόνος. Επιζούν, όμως, αρκετά ανέκδοτα από την κυνηγετική του ζωή, από την επαγγελματική και την κοινωνική του δραστηριότητα. Αυτά τα λίγα που παραθέτουμε, έχουν μια περιεκτικότητα εντυπωσιακή και στο ύφος και στο περιεχόμενο τους.

Κι αρχίζουμε μ’ ένα επεισόδιο της νεανικής του Ζωής, που σημάδεψε την όλη μετέπειτα ζωή του.

*

Ήταν αρχές του 20ου αιώνα, όταν μερικοί ανήσυχοι και τολμηροί νέοι του χωριού μας πήγαν στην Αμερική με το όνειρο να καταντήσουν και να γυρίσουν πίσω στο χωριό πλούσιοι. Πρώτος από το χωριό μας πήγε στην Αμερική ο Θανάσης Πολυμέρου. Αυτός, αργότερα, κάλεσε κι άλλους κι ανάμεσα σ’ αυτούς και το Μιμίση. Πήγε, λοιπόν, κι ο Μιμίσης στην Ν. Υόρκη, νομίζοντας πως με λίγη δουλειά θα μάζευε πολλά λεφτά κι’ έτσι, θα γύριζε στο χωριό πλούσιος και γραβατωμένος.

Μα, έλα, που τα πράγματα δεν ήταν έτσι! Δουλειά με το τσουβάλι, που λέει ο λόγος, μα βαριά! Και που! Στις σιδηροδρομικές γραμμές, που εκείνη την εποχή άπλωναν με ορμή τα πλοκάμια τους, προς όλες τις κατευθύνσεις της μεγάλης κι απέραντης χώρας, καν στα νεόχτιστα. μεγάλα εργοστάσια. Είχε κι εύκολες, ελαφρές δουλειές. Λόγου χάρη, λαντζέρης, σκουπιδιάρης, υπηρέτης σε πλούσιους και τα «τοιαύτα», για ένα κομμάτι ψωμί κι ένα πιάτο φαΐ.

Να δουλέψει ο Μιμίσης στις σιδηροδρομικές γραμμές, και στα εργοστάσια δεν μπορούσε ούτε καν να το σκεφτεί. Να γίνει λαντζέρης, για ένα πιάτο φαΐ; Έχανε τ’ όνειρο του πλουτισμού. Για μια στιγμή συμβιβάστηκε με τη μοίρα του. Έγινε λαντζέρης. Και τότε άρχισε να βλέπει και στον ύπνο του και στο ξύπνιο του το Ντομπρίνοβο. Κοιμότανε κι ονειρευόταν να σκαρφαλώνει τις κακοτράχαλες πλαγιές του Πάπιγκου, άκουγε τον αγριότραγο να σφυρίζει από τα ψηλά τσουγκάρια του βουνού, άκουγε τη βουή του πεύκου της Ορτζίστας, άκουγε στο Γυφκόκαμπο τ’ αγριομούγκρισμα της μεγαλόσωμης αρκούδας της Πίνδου. Έβλεπε να κάθεται στ’ ακρόχειλα της γκούρας της Γηστέρας και να πίνει αθάνατο, κρυστάλλινο, παρθενικό νερό κι αγαλλίαζε η ψυχή του.

Ξυπνούσε! Θυμότανε τους χορούς στο Μεσοχώρι, τα γλέντια, τα πανηγύρια, τις τσιούπρες του χωριού, με τα μάγουλα τα ροδοκόκκινα, το θεόρατο πλάτανο στο χοροστάσι, τις μεγάλες πανύψηλες βαλανιδιές του Γκουραλιάρου, που τόσο όμορφα στεφάνωναν το χωριό.

Έμπαινε στη λάντζα, θυμότανε το δροσερό, λομπικαρισμένο αγέρα του βουνού, θυμότανε τον κούκο πάνω στην κορυφή του γέρο Πεύκου να προμηνά την άνοιξη, τ’ αηδόνια να τραγουδούν την άνοιξη στις βαθύσκιωτες δροσερές ρεματιές.

Βρωμούσε η λάντζα, θυμότανε την ευωδιά της φλαμουριάς και των ειδών-ειδών λουλουδιών του Πάπιγκου, με τα χίλια δυό χρώματα κι αποχρώσεις και τον έπιανε ίλιγγος και τρέλα.

Προσπάθησε κάμποσους μήνες να πνίξει τις μνήμες του και τα συναισθήματα του, ν’ αναθεωρήσει τις σκέψεις του, να προσαρμοστεί στο καινούργιο περιβάλλον, να συνηθίσει στη βουή της μεγάλης πόλης, μα δεν το κατάφερε. Και τότε πήρε τη μεγάλη απόφαση: «Πίσω, είπε στον εαυτό του, στο Ντομπρίνοβο. Κάλλια κυνηγός το καλοκαίρι στον Πάπιγκο και γυρολόγος το χειμώνα στο Γυδά, παρά λαντζέρης και περεκεντές στη Ν. Υόρκη».

Πως να πει την απόφαση του στους συγχωριανούς του; Κοφτερό μυαλό, όπως ήταν το βρήκε: Μια μέρα, που οι συγχωριανοί του, πρωί-πρωί πήγαν στη δουλειά, αυτός έχανε τον άρρωστο και κάθισε στο σπίτι. Υστερότερα πήγε στην αγορά, αγόρασε ένα μεγάλο σακί, ένα φτυάρι και το βαλε στη μέση του δωματίου.

Το βράδυ, όταν γύρισαν οι συγχωριανοί του από τη δουλειά κουρασμένοι, κοιτάνε, τι να δουν! Ένα σακί κι ένα φτυάρι κατάμεσα στο πάτωμα!

-Τί είναι αυτά, Μίχο; Τον ρώτησαν.

– Να σας πω! Δε μας ‘λέγαν στο χωριό, πως στην Αμέρικα μαζεύουν δολάρια στους δρόμους με το φτυάρι; Έ, αύριο πρωί-πρωί θα βγω στο δρόμο θα γιομίσω το σακί δολάρια και γραμμή στο χωριό. Να και το εισιτήριο! Το είπε και τόκανε.

Όταν στο χωριό του λέγανε γιατί έφυγε και δεν κάθισε στην Αμερική να γίνει πλούσιος, απαντούσε: «Ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα».

*

Άφθονα είναι τα κυνηγετικά ανέκδοτα του γέρο Κυνηγού. Η πρωτοτυπία τους, τους χάρισε την αθανασία. Σήμερα για σήμερα δεν υπάρχει, συζήτηση γύρω από το κυνήγι, που να μη φυτρώνουν αναπάντεχα κι αυθόρμητα τα κυνηγετικά ανέκδοτα του γέρο Κυνηγού. Να μερικά:

Κάθε φορά που ανέβαινε στον Πάπιγκο για κυνήγι, μόλις έφτανε στα ριζά του βουνού κι άρχιζε η ανάβαση, έβγαζε τα τσαρούχια και φορούσε πάνινες πατούσες. Κάποτε, ο εξίσου παθιασμένος κυνηγός Νασιώκας, τον ρώτησε:

– Γιατί, μπάρμπα Μίχο, βγάζεις τα τσαρούχια, μόλις αρχίζουμε την ανάβαση;

– Τα πόδια, Μίχο, ον τρυπήσουν από της στουρναρόπετρες και τα βράχια θα θρέψουν από μόνα τους και, όπως καταλαβαίνεις, μπαλωματή δεν θέλουν. Τα τσαρούχια αν τρυπήσουν, ποιος τα πληρώνει;

Είναι γνωστό, πως οι κυνηγοί, όταν φτάνουν στον τόπο του κυνηγιού, πρώτα καθορίζουν τα καρτέρια, δηλαδή το που θα πιάσει σ καθένας. Ύστερα, φεύγοντας ένας-ένας για το καρτέρι, λένε: «στο κρέας παιδιά!» Ο Μιμίσης δεν το χώνευε αυτό και μια μέρα τους είπε:

– Τί λέτε, βρέ! Τόχετε χαμένο! Πως, βρε, λεβέντες μου, θα πάν’ τα καρτέτσια στο κρέας, αν δεν περάσουν πρώτα το τομάρι;

Τι ν’ απαντήσουν οι κυνηγοί;

Στο χωριό, τώρα για τώρα, κάθε κυνηγός που ξεκινάει για το καρτέρι, και λέει στο «κρέας», ο άλλος απαντάει: στο «τομάρι» κι αμέσως θυμούνται το γέρο Κυνηγό.

Συνήθως, ο μπάρμπα Θόδωρος ο Χαραχούσος – ο άρχοντας του χωριού – όταν αποφάσιζε να πάει στον Αβάλο του Πάπιγκου, για αγριόγιδα, έπαιρνε μαζί του το Μιμίση. Μια φορά συμφώνησαν από βραδύς, πρωί-πρωί να φορτώσουν τα πράγματα και τ’ άρματα στο καλοθρεμμένο γάιδαρο του μπάρμπα Θόδωρου και να τραβήξουν για τον Αβάλο.

Μάταια περίμενε το πρωί ο μπάρμπα Θόδωρος το Μιμίση, για να ξεκινήσουν. Πάει ο ήλιος ένα κοντάρι ψηλό στον ορίζοντα, μα που Μιμίσης! Γειτόνοι, όπως ήταν, ένα και δυό, θυμωμένος ο μπάρμπα Θόδωρος, τράβηξε ίσιο στο σπίτι του Μιμίση.

– Γιατί Μίχο, δεν ήρθες να φύγουμε;

– Δε μου λες κυρ Θόδωρε, με τι τις τρων’ τις ελιές;…

– Τι λες, βρε! Ψωμί δεν έχεις;

– Να, που το βρήκες, κυρ Θόδωρε!

Τώρα για τώρα στο χωριό και στα γύρω χωριά, σε παρόμοιες περιπτώσεις λένε: «με τι τις τρων’ τις ελιές;» και ο γέρο Κυνηγός ανασταίνεται στη μνήμη των ανθρώπων.

ΑΛΛΗ μια φορά ο Μιμίσης μαζί με τον μπάρμπα Θόδωρο, γύριζαν από το κυνήγι. Στο δρόμο βρήκαν μια κρυστάλλινη δροσερή πηγή, που το νερό της, όπως ανάβλυζε με ορμή από τα έγκατα της γης, γυρόφερνε στη γούρνα της. Κάθισαν στ’ ακρόχειλά της να φάνε και να ξεκουραστούν. Ο μπάρμπα Θόδωρος έβγαλε μισό καρβέλι ψωμί, άνοιξε και το κλειδοπίνακο με το τυρί κι άρχισε να τρώει, δίχως να προσέξει τι κάνει ο Μιμίσης. Ο Μιμίσης τι να φάει! Μια καλαμποκίσια κόρα του είχε απομείνει. Πήρε κι αυτός την κόρα από τον τρουβά του και την πέταξε στην πηγή. Η κόρα στο νερό άρχισε να γυράει κι αυτός άρχισε μεγαλόφωνα να λέει: «Όπου κι αν πας, κι όσο να γυροφέρνεις, εγώ θα σε φάω». Το επανέλαβε κάμποσες φορές και κάθε φορά πιο δυνατά. Κάποτε τ’ άκουσε ο κυρ Θόδωρος.

– Τι είναι αυτά που λες, Μίχο; Ψωμί δεν έχεις;

– Ας δοξάσω το Θεό, που σ’ έκανε ν’ ακούσεις!

Από τότε, αν κανένας πάει στο κυνήγι ή και στο χωράφι, ακόμα, και μείνει δίχως ψωμί, και οι άλλοι γύρω του τρώνε, βάζει το χέρι στον τρουβά, κάνει τάχα πως ψάχνει και φωνάζει: «όπου κι αν πας, κι όσο να γυροφέρνεις, εγώ θα σε φάω». Κι αμέσως θυμούνται το επεισόδιο ανάμεσα στο Μιμίση και τον κυρ Θόδωρο.

Κάποτε πάλι, όπως ανεβαίνανε το μεσόραχο του Άη-Δημήτρη, για να πιάσουν τα κατάκορφα καρτέρια του Πάπιγκου, κι όπως πήγαινε μπροστά ο Μιμίσης κι οι άλλοι ανεβαίνανε ένας-ένας πίσω του, το δίκαννο του Νασιώκα, που ήταν δεύτερος στη σειρά, χτύπησε πάνω σ’ ένα βράχο και πήρε φωτιά. Τα καρτσέτσια σφύριξαν δαιμονισμένα στ’ αυτιά του Μιμίση. Αυτός γαλήνιος κι ατάραχος, σα να μη είχε συμβεί τίποτε, γύρισε πίσω και ρώτησε:

– Ωρέ, Μίχο, τι είχες μέσα και τόσο πολύ κελάηδησαν τ’ αυτιά μου;

– Τι είχα; Δράμιαρες. Εννιά τον αριθμό.

– Μωρέ, μεγάλ’ υπόθεση;! Τι θα μούκαναν εμένα εννιά δραμιάρες; Και τώρα για τώρα, σε κάθε τέτοια περίπτωση θυμούνται τα λεγόμενα του γέρο Κυνηγού και επαναλαβαίνουν τα λόγια του. Και ο γέρο Κυνηγός νάτος πάλι «παρών» στη νέα γενιά των κυνηγών.

Άλλη μια φορά, μπροστά ο Μιμίσης πίσω οι άλλοι κυνηγοί, ανέβαιναν μιαν ανηφόρα. Ο Μιμίσης σβέλτος κι ελαφροπόδαρος, όπως ήταν, ανέβαινε τόσο γλήγορα που οι άλλοι, παρά τις προσπάθειες που κατέβαλαν, δεν μπορούσαν να τον φτάσουν, κι άρχισαν να του φωνάζουν: «μπαρμπα Μίχο, σιγότερα!» Κι αυτός τους απάντησε: «Αυτό είναι το πιο σιγανό μου περπάτημα. Αλλοί σε σας αν βάλω την «πρώτη!». Σήμερα ακόμα, όταν πηγαίνουν κυνήγι και τύχει να μπει μπροστάρης κανένας κυνηγός γοργοπόδαρος κι οι άλλοι φωνάζουν «σιγότερα», ο γοργοπόδαρος τους λέει: «Μη φωνάζετε γιατί βάζω την πρώτη!» και τότε ο γερο-Κυνηγός ξαναζωντανεύει στη μνήμη των κυνηγών.

Κάποτε περιμάζεψε κάμποσους αρχάριους κυνηγούς και τους ανέβασε στον Άη-Δημήτρη του Πάπιγκου. Στο χάος – έτσι λέγεται μέχρι σήμερα μια βαθιά μεγάλη χαράδρα, που το χιόνι παραμένει εκεί ολόχρονο -είδαν να βόσκουν τρία, αγριόγιδα. Αφού έπιασαν τα καρτέρια, κατά πως διάταζε ο γέροντας, έστειλε κάποιον να πάει να τα προγγίξει, για να βγούνε στα καρτέρια. Δυστυχώς, προτού προλάβει να τα «εγκλωβίσει», ώστε να υποχρεωθούν τ’ αγριμικά να βγουν στα καρτέρια, έξυπνα όπως είναι αυτά τα τετράποδα, τον κατάλαβαν κι έφυγαν προς αντίθετη κατεύθυνση και το ‘βαλαν στα πόδια. Ο Μιμίσης, βλέποντας πως φεύγουν προς άλλη κατεύθυνση, έριξε κατεπάνω τους μια ολόκληρη δεσμίδα, δίχως επιτυχία.

Μόλις συγκεντρώθηκαν του είπαν: «Γιατί έριζες τόσο μακριά;» κι αυτός τους απάντησε: «Για να πάνε στ’ άλλα τα χαιρετίσματα μου!». Στο αναμεταξύ άρχισαν να καυγαδίζουν. Ο ένας έλεγε στον άλλο: «εσύ φταις». Ο άλλος «σύ» κι ο καυγάς άναψε για καλό. Και, τότε, ο Μιμίσης τους σταμάτησε και τους είπε:

– Τι βρε, καυγαδίζετε;

– Τι να μη καυγαδίζουμε, μπάρμπα Μίχο! Λίγο ταχείς ν’ ανεβούμε με τέτοιο κόπο εδώ στα κατσάβραχα και να μας φύγουν τ’ αγριόγιδα μέσα από τα χέρια.

– Μωρέ, τι λέτε; Ήρθατε κι εσείς μια φορά εδώ πάνω στο Πάπιγκο να κυνηγήσετε κι αποτύχατε και το βάλατε κατάκαρδα! Αμ, τι να πω εγώ ο φουκαράς, που έχω φορέσει πένθος, κι εγώ δεν ξέρω πόσες φορές; Γελάσανε όλοι κι η γκρίνια καταλάγιασε.

Μια μέρα μαγείρευα λαγό. Ο γέρο Κυνηγός το μυρίστηκε το στιφάδο και να, κατέφτασε στο σπίτι μου.

– Ξέρεις, Γιώργη, ήρθα να σου πω ένα όνειρο που είδα τη νύχτα στον ύπνο μου. Μπήκα στο νόημα, μα έκανα πως δεν κατάλαβα και του είπα:

– Δε μας λες τ’ όνειρο μπάρμπα Μίχο;

– Είδα να είσαι με το δίκαννο στο χέρι σ’ ένα καρτέρι πάνω εκεί στη Γηστέρα. Το σκυλί σου, ο Σκιπ, είχε έναν τρανό λαγό μπροστά του και τον έφερνε φουλ κατ’ επάνω σου. Τον τουφέκισες, μα δεν τον χτύπησες. Πήγε λίγο παραπάνω, κάθισε, γύρισε, σε κοίταξε και σου είπε: «Να, φάει απ’ εδώ..

– Μπάρμπα Μίχο, λάθος κάνεις, του είπα. Ο λαγός που λες ότι μου είπε: «φάε απ’ εδώ….», είναι στην κατσαρόλα.

– Κι εγώ, είπα, πως διάβολο δεν τον χτύπησε ο ΓιώργηςΙ Αυτός καλά ρίχνει.

– Κάτσε τώρα, του είπα, να φάμε, να πιούμε και να πούμε: «στα οι ταίργια τους» και φάγαμε, σαν τον παλιό καλό καιρό, μ’ όλα τα έξυπνα αστεία του γερο Κυνηγού.

Ο Μιμίσης κάποτε απάλλαξε το χωριό από μια συμφορά. Ένα τσομπανόσκυλο λυσσασμένο, με τη γλώσσα έξω, μπήκε στο χωριό. Ο κόσμος τρομαγμένος αμπαρώθηκε στα σπίτια του. Δεν ήξερε τι να κάνει. Ο Μιμίσης τολμηρός όπως ήταν, άρπαξε το μάουζερ κι έπιασε τη γωνία ενός σπιτιού, που ήταν πάνω στο δρόμο. Σε λίγο, να το λυσσασμένο τσομπανόσκυλο. Δεν χασομεράει μια τουφεκιά και το ξαπλώνει νεκρό πάνω στο δρόμο. Όλο το χωριό ανάσανε και ο γέρο Κυνηγός έγινε ένα μπόι ψηλότερος στα μάτια των συγχωριανών του, κι όλοι τον ευχαρίστησαν από καρδιά.

*

Ήταν καλοκαίρι του 1929 – αν δεν κάνω λάθος – Δεκαπενταύγουστος. Παραμονή Απόκρεων. Όλο το χωριό ήταν ανεβασμένο στα λειβάδια τα καταπράσινα της Γηστέρας, για να κόψουν χορτάρι, που τους χρειάζονταν να ταΐσουν τα γιδαπρόβατά τους το χειμώνα. Στους πρόποδες του Πάπιγκου, εκείνη την ημέρα ακούστηκε γερό τουφεκίδι. Ο κόσμος ανησύχησε και διερωτιόνταν τι να γίνεται! Οι κυνηγοί απαντούσαν κι έλεγαν, πως θα είναι κανένα απόσπασμα και ρίχνει στο σημάδι ή και στ’ αγριόγιδα. Άλλοι έλεγαν μήπως κανένα απόσπασμα σταυρώθηκε με καμιά ληστοσυμμορία – την εποχή εκείνη τριγύριζαν στην Πίνδο αρκετές ληστοσυμμορίες – Βράδιασε. Όλοι, παρέες-παρέες, άναψαν φωτιές κι άρχισαν να ψήνουν κρέας στη σούβλα, για ν’ αποκρέψουν. Εμείς – κι ανάμεσα μας κι ο γέρο Κυνηγός – ανάψαμε μια φωτιά, τρανή φωτιά, κάτω απ’ ένα ροζάρικο πολύχρονο πεύκο. Εκεί που γυρίζαμε τη σούβλα, από το σκοτάδι, όρμησαν τρείς ληστές με προταμένες τις αραβίδες. Τα χάσαμε! Οι γυναίκες το βαλαν στα κλάματα. Ο ένας από τους τρείς ληστές ήταν ντυμένος στο χακί και φορούσε μπότες, οι άλλοι δυό ήταν ντυμένοι με μαύρα σκουτίσια ρούχα. Εκείνος που ήταν ντυμένος στο χακί είπε στα σλαβικά: «βόντα», δηλ. «νερό» – «χλέπ» δηλ. «ψωμί». Μας πήραν όλα τα τρόφιμα κι έφυγαν. Το πρωί μάθαμε, πως την προηγούμενη μέρα, τότε που ακούγαμε το τουφεκίδι, οι ληστές είχαν πόλεμο αναμεταξύ τους. ‘Ένας από τη συμμορία σκότωσε έναν ληστή, που ήταν επικηρυγμένος από την Ελληνική Κυβέρνηση διακόσιες χιλιάδες δραχμές. Του πήρε το κεφάλι και παραδόθηκε στην Αστυνομία. Επίσης μάθαμε πως ο ληστής που ήταν ντυμένος στο χακί ήταν Σέρβος, επικηρυγμένος από την Κυβέρνηση της Γιουγκοσλαβίας, αντί για ένα εκατομμύριο δηνάρια. Μεγάλο ποσό! Ξέραμε πως ο γέρο Κυνηγός την ώρα που ήρθαν οι ληστές στη φωτιά μας το μάουζερ το είχε κρυμμένο ουδ’ εκεί, σ’ έναν κέδρο. Κι εμείς αρχίσαμε να τον πειράζουμε.

– ‘Ε, μπάρμπα Μίχο. σου ήρθε η τύχη στα πόδια σου κι εσύ φοβήθηκες. Ό,τι δεν καζάντησες στην Αμερική, μ’ ένα και μόνο βόλι θα τα κέρδιζες στη Γηστέρα.

Ο Μιμίσης χαμογέλασε ειρωνικά κι αμέσως άρχισε να μας διηγείται το πάθημα του Πιπίκου, του αγωγιάτη του χωριού μας.

Θυμάστε, μας είπε, όταν στις Σκάλες του Γυφτόκαμπου, οι ληστές πιάσανε τον Πιπίκο, που έρχονταν από τα Γιάννενα, με τα μουλάρια φορτωμένα εμπορεύματα για τα μαγαζιά; Αφού του ξάφρισαν τα ψώνια, έψαξαν και τις τσέπες του. Ψάχνοντας βρήκαν πάνω του ένα περίστροφο. Οι κλέφτες τον ρώτησαν:

– Γιατί, ωρέ, ταχείς αυτό το περίστροφο;

– Κι αυτός, μπάρμπα Μίχο, τι είπε; τον ρωτήσαμε.

– Είπε!… Τόχω, είπε, για ώρα ανάγκη. Οι κλέφτες γέλασαν. Πήραν το περίστροφο κι έφυγαν.

– Καταλάβατε, τώρα, γιατί τόχω το μάουζερ!!

Γελάσαμε με τα τερτίπια του κι είπαμε: Άπιαστος είναι ο γερο Κυνηγός.

*

Ο Μιμίσης διηγούνταν πολλά επεισόδια από το επάγγελμα του γυρολόγου στην περιοχή του Γυδά, όπου περνούσε το χειμώνα, προσπαθώντας να συμμαζέψει καμιά δεκάρα. Μια φορά πήγε σ’ ένα χωριό ν’ αγοράσει κότες. Μπήκε σ’ ένα χωριατόσπιτο, που έλειπε ο νοικοκύρης και η νοικοκυρά ήταν αγράμματη κι απονήρευτη.

– Δεν μου λες, κυράμ’ έχεις κότες για πούλημα;

– Έχω, έχω, μπάρμπα! Πόσες θέλεις; απάντησε η γυναίκα.

– Όσες έχεις για πούλημα φέρ’ τες. Φέρε κι έναν κόκορα.

Η γυναίκα έφερε καμιά δεκαριά κότες κι έναν τρανό κόκορα. Αφού πήρε τις κότες και τις έδεσε πόδι με πόδι, άφησε τον κόκορα κι είπε στη γυναίκα:

– Ξέρεις, καλή μου, τώρα μαζί μου λεφτά δεν έχω. Σ’ αφήνω τον κόκορα αμανέτι, παίρνω τις κότες κι αύριο-μεθαύριο σου φέρνω τα λεφτά.

Συμφώνησε η αγαθή κι απονήρευτη αγρότισσα κι εδώ παν οι άλλοι. Όταν το βράδυ γύρισε ο κύρης, έγινε εκείνο που δεν ξανάγινε. Γέλασε όλο το χωριό και μαζί μ’ όλους και ο κόκορας…!

Άλλη μια φορά κρατούσε στα χέρια του δυό καλάθια γιομάτα ψιλικά. Μπήκε στην αυλή ενός σπιτιού, ανέβηκε μια ψηλή σκάλα και χτύπησε την πόρτα, για να ρωτήσει την κυρά, αν θέλει κάτι ν’ αγοράσει. Η νοικοκυρά, αφού άνοιξε την πόρτα και τον είδε έτσι φορτωμένο, τον λυπήθηκε και του είπε:

– Βρε, μπάρμπα, δεν αγοράζεις ένα γάιδαρο για να μην φορτώνεσαι έτσι; Κι ο Μιμίσης της απάντησε:

– Δεν μου λες, κυρά μου, μπορεί το τετράποδο ν’ ανεβεί τη σκάλα; Το δίποδο ανεβαίνει.

Κάποτε πήγε σ’ ένα σπίτι για ν’ αγοράσει αυγά. Η νοικοκυρά είδε το μολυβάκι του Μιμίση να κρέμεται από τη μικρή τσέπη του σακακιού και νόμισε πως θα πέσει, ενώ το μολύβι ήταν δεμένο.

– ‘Ε, μπάρμπα, θα σου πέσει το μολύβι, του είπε η αγαθή νοικοκυρά.

– Όσα, κυρά μ, κρέμονται όλα δεν πέφτουν. Κατακόκκινη σε η γυναίκα κι έφυγε ντροπιασμένη.

*

Φυσικό είναι ένας τέτοιος χορατατζής να αγαπάει το κρασί και τα συνεπούμενα, δηλαδή το χορό και το τραγούδι. Όπου αρραβώνας και γάμος εκεί κι ο Μιμίσης, όπου γλέντι, πανηγύρι πρώτος αυτός, και πρώτος στο χορό με το ποτήρι κατάγιομο κρασί πάνω στο κεφάλι.

Μια φορά, πήγε στο σπίτι του γιατρού. Η μάνα του γιατρού, τον έβαλε στη γωνιά και κάθισε σ’ ένα σκαμνί. Ξέχασε, όμως, να του προσφέρει το παγούρι με το τσίπουρο. Περίμενε ο Μιμίσης, μπα, τίποτε I Πως να το πει! Εκεί κοντά καθότανε ένας καλοθρεμμένος, μεγαλόσωμος γάτος στα δυό πισινά του πόδια κι όλο ροχάλιζε. Τότε ο Μιμίσης άρχισε να φωνάζει μεγαλόφωνα:

– Τσιτ, βρε, έρμε, μου φαίνεσαι σα παγούρι γιομάτο τσίπουρο! Η γριά, έξυπνη όπως ήταν, τον πήρε είδηση.

– Μίχο, συγχωράμε! Ξέχασα, η έρμη, να σου φέρω το παγούρι.

– Δεν πειράζει, απάντησε ο Μιμίσης, ο γάτος νάνοι καλά που μου το θύμισε.

Σήμερα, όταν κάποιος πάει σε φιλικό σπίτι και ξεχνάνε να τον κεράσουν, επαναλαμβάνει τα λόγια του Μιμίση και ξεκαρδίζονται σία γέλια.

Μια φορά κάποιος, που πάντρευε το παιδί του, ξέχασε να τον προσκαλέσει. Δεν χάνει κι αυτός καιρό, μια και δυό, τραβάει ακάλεστος στο γάμο. Μπαίνει στο σπίτι και φωνάζει:

– ‘Ε νοικοκυραίοι, που έχετε θέσεις για τους ακάλεστους.

Ο νοικοκύρης ντροπιασμένος του Ζήτησε συγγνώμη και τον έβαλε στην καλύτερη θέση, μα δεν κάθισε, μπήκε πρώτος στο χορό κι άρχισε να τραγουδάει:

Ο Ζίδρος κάνει τη χαρά

χαρά του ανεψιού του

και κάλεσε όλη την κλεφτουριά

τα δώδεκα πρωτόκια

Το Λάππα δεν εκάλεσε,

το πρώτο ψυχογιό του.

Όλοι φέρνουν κάλεσμα

κριάρια σουβλισμένα.

Κι ο Λάππας φέρν’ ένα λάφι ζωντανό,

ντυμένο στο χρυσάφι.

Ζίδρο μ’ πού κάθονται οι ακάλεστοι,

και που οι καλεσμένοι.

Πάνω κάθοντ’ οι ακάλεστοι

και κάτω οι καλεσμένοι.

Από τότε δεν τολμούσε πια κανένας να μη καλέσει το Μιμίση σε γάμο κι αρραβώνα.

Λίγες μέρες μετά το θάνατο της γυναίκας του, στο χωριό γινότανε γάμος. Τι να κάνει ο Μιμίσης; Νά πάει στο γάμο! Θα τον κατηγορούσαν οι χωριανοί, θα τον περιγελούσαν οι γυναίκες. «Κοίτα τον, θάλεγαν, ο αναθεματισμένος. Τώρα δα σφάλισε τα μάτια η γυναίκα του κι αυτός στο γάμο πρώτος και καλύτερος. Θα μας κάψει ο Θεός!» Να μην πάει! Μπα, δεν άντεχε. Λείπει η σαρακοστή από το Μάρτη, για να λείψει κι ο Μιμίσης από το γάμο!

Το απόγευμα, ανήμερα του γάμου, κατέβηκε στο Μεσοχώρι κι άρχισε να προετοιμάζει την παρουσία του στο γάμο.

– Ξέρετε χωριανοί, τώρα δα, πήγα στον τάφο της Χρύσως, της άναψα το καντήλι και τη ρώτησα: «Χρύσω να πάω αύριο στο γάμο;» Κι εκείνη δεν μου είπε να μην πάω. Όλοι χαμογέλασαν. Την άλλη μέρα πρώτος και καλύτερος στο γάμο. Κι όταν αργότερα τον πείραζαν για την άπρεπη πράξη του, έλεγε:

– Ακούστε δώ! Οι ζωντανοί με τους ζωντανούς και οι πεθαμέ ν’ με τους πεθαμένους.

Μα οι γριές δεν του συγχωρούσαν την πράξη του αυτή και κάθε τόσο τού ‘λεγαν:

«Μ’ αυτό πού κάνες τρισκατάρατε, όταν θα κατέβεις στον κάτω κόσμο, θα πας στην κόλαση, μέσα στο κατράν».

Κι αυτός μ’ ένα χαμόγελο κοροϊδευτικό απαντούσε:

– Μόλις, μώρ’, κανοκάρες μου, θα καταλάβω πως είμαι για τον κάτω κόσμο, θα τρέξω στον ξομολογητή, του μολογάω όλα τα κρίματά μου, ο Θεός, μεγαλόψυχος όπως λένε πως είναι, με σχωράει κι έτσι πηγαίνω σούμπιτος στον παράδεισο και καθαρός στη Χρύσω.

Οι γριές γελούσαν κι έλεγαν: «ο δαίμονας όλα τάχει συνταιριασμένα

*

Ανοιχτές ερωτικές περιπέτειες ο γέρο Κυνηγός δεν ακούστηκε νάχει, όμως του άρεζε να   κοιτάειτο ωραίο φύλο και γενικά να περιπαίζει το θηλυκό γένος.

Την πρώτη νύχτα, μετά το γύρισμα του από την Αμερική, άρχισε να χαριεντίζεται με τη γυναίκα του. Η γυναίκα του έδειξε απάθεια κι ήταν πολύ σκεπτική. Ο Μιμίσης το παρατήρησε και τη ρώτησε:

– Τι έχεις, Χρύσω, κι είσαι τόσο ανόρεχτη;

– Τι νάχω, Μίχο! Τ’ αμπάρι είναι άδειο. Έχω δεν έχω δυό οκάδες αλεύρι κι αυτό καλαμποκίσιο.

– Πτού, που να σε παρ’ η οργή! Αυτή την ευλογημένη ώρα πήγες να το θυμηθείς; Δεν τάφηνες για…υστερότερα;

Το επεισόδιο το διηγούνταν ο ίδιος στους συγχωριανούς του.

Στα εβδομήντα του χρόνια υποχρεώθηκε να φορέσει ματογυάλια μυωπίας. Τον είδε ο μπάρμπα Θόδωρος κα» τον ρώτησε:

– Βλέπεις, Μίχο, καλά με τα ματογυάλια;

– Να σου πω Θόδωρε. Τους αρσενικούς του βλέπω και δεν τους βλέπω, τα θηλυκά… τα βλέπω καλά.

Από τότε όποιος φοράει για πρώτη φορά ματογυάλια τον ρωτάνε αν βλέπε καλά και ο Μιμίσης δίνει και πάλι το «παρών» στους συγχωριανούς του.

Πολλές φορές, όταν, γέρος πια, καθότανε στα πε-]ζούλια με τις γυναίκες και περνούσε καμιά κοπέλα, στρογγυλή κι αφράτη, να πηγαίνει στη βρύση να πάρει κρύο νερό, με τη βουτσέλλα, ο γέρο Μιμίσης την κάρφωνε με τα μάτια και την παρακολουθούσε μέχρι τη στροφή του δρόμου. Οι γριές τον παρακολουθούσαν και του ‘λεγαν: «Δεν κ’ τας, ωρέ, το μούτρ’ σ’ που ζάρωσε κι έγινε σα σύκο παραγενομένο, μόν’ κ’τας τις τσιούπρες τις ροδοκόκκινες! Τέτοια λαχταριστά φρούτα, ωρέ, παλιόγερε, δεν τα τρως εσύ

– Χμ! μουρμούριζε ο γέροντας, ας κοπιάσουν στο κονάκι μ’ και γλέπουμε, τα τρώω ή δεν τα τρώω!

Και οι γριές απαντούσαν:

– ‘Αλλος γερο Ζιώγας, ίδιος κι απαράλλαχτος, μας φανερώθηκε.

Τέτοια ευκαιρία επιζητούσε κι ο γέρο Κυνηγός, για ν’ αρχίσει να κελαηδάει.

– Καλά που μου το θυμίσατε. Εκατόν δέκα χρόνων ήταν ο γερο-Ζιώγας κι όταν έχασε το φως του θυμάστε τι έφτιανε; Έβγαινε και καθότανε στο πεζούλι της αυλόπορτας κι όποιο θηλυκό περνούσε, από το τικ-τακ του τακουνιού καταλάβαινε αν ήταν νέα, μεσόκοπη ή γριά. Και θυμάστε τι έλεγε, όταν του έλεγαν γέρασες και μυαλό δεν έβαλες; Οι γριές χαμογελούσαν, μα δεν απαντούσαν. Τότε αυτός συνέχιζε: Α! δεν σας συμφέρει και δεν απαντάτε. Απαντάω εγώ, έλεγε και συνέχιζε: «Αχ», αναστέναζε ο γερο Ζιώγσς κι έλεγε: «το εργαλείο γέρασε, μα η καρδιά είναι ίδια κι απαράλλαχτη, όπως ήταν στα νιάτα». Και τώρα- συνεχίζει – κανακάρες μου, θέλετε εγώ» που έχω και μάτια κι εργ…ζωντανό να μη κοιτάω! Αμ, τέτοια χάρη δεν σας κάνω.

Οι γριές γελούσαν, τον μούντζωναν καλόκαρδα και φεύγοντας, έλεγαν: «Ο λύκος την τρίχα αλλάζει όχι και το μυαλό».

Τα χωρατά του Μιμίση τελειωμό δεν έχουν.

*

Μια φορά, ο Τσερκέζος, που είχε γυρίσει κι αυτός από την Αμερική απένταρος, πήγε να ψαρέψει στο Ρασιανίτη – παραπόταμος του Αώου – με πεζόβολο. Για να μπει βαθιά στις σούδες, έβγαλε και το βρακί κι άρχισε σιγά-σιγά, να κατηφορίζει. Κατά τύχη, από το μέρος που άφησε τα ρούχα του, περνούσε ο Μιμίσης. Δεν χασομεράει! Παίρνει το βρακί του Τσερκέζου, το χώνει στο τρουβά του δίχως να τον ιδεί ο Τσερκέζος, και δρόμο γι’ το χωριό. Όταν ο Τσερκέζος τέλειωσε το ψάρεμα, πήγε να ντυθεί. Ψάχνει να βρει το βρακί, που βρακί! Φόρεσε κι αυτός το παντελόνι και γύρισε στο σπίτι, μα δεν είπε τίποτε στη γυναίκα του. Πως να το πει;

Την άλλη μέρα, ο Μιμίσης πήρε το βρακί, το τύλιξε σ’ ένα στρατσόχαρτο, πήγε στο σπίτι του Τσερκέζου, άνοιξε τον οβορό, μπήκε στην αυλή και χτύπησε την πόρτα του σπιτιού. Σε λίγο κατέβηκε, από το δεύτερο πάτωμα, η γυναίκα του Τσερκέζου, ξεμαντάλωσε την πόρτα και βλέπει μπροστά της το Μιμίση.

– Τι είναι Μίχο; ρώτησε η γυναίκα.

– Αγγελική, εδώ στο οτρατσόχαρτο έχω τυλιγμένο ένα βρακί, δώσ’ μ’ ένα καρβέλι ψωμί και πόρτο.

Η γυναίκα κοκκίνισε και δεν ήξερε τι να πει. Τελικά του είπε:

– Ξέρεις, Μίχο, να σου δώσω ένα καρβέλι ψωμί, μ’ αυτό που μου είπες, να μου δώσεις δεν το χρειάζομαι.

– Όχι, όχι, απάντησε ο Μιμίσης, θα το πάρεις.

Θα το πάρεις, δεν το παίρνω, η γυναίκα πήγε μέσα στο σπίτι. Σε λίγο γύρισε μ’ ένα καρβέλι ψωμί και τόδωσε στο Μιμίση. Ο Μιμίσης πήρε το καρβέλι κι άφησε το δεματάκι στο πεζούλι της αυλής.

Όταν, αργότερα, γύρισε στο σπίτι του ο Τσερκέζος, η γυναίκα του είπε, το και το έκανε ο Μιμίσης.

– Τι λες, βρε, γυναίκα! Δικό μ’ είναι το βρακί. Βρε, τον κατεργάρη!

Το τι έγινε στο χωριό μολόγημα δεν έχει. Κάποτε ο Μιμίσης περνούσε έξω από το σπίτι του Γ. Ζαμπάκου και τον είδε στην αυλή.

– Ε, Γιώργη, του φώναξε.

– Τι είναι, ωρέ, Μίχο! Σαν τι να θέλεις;

– Βρε, Γιώργη, μήπως ξέρεις τι ήθελα να σου πω;

Όσοι βρέθηκαν εκεί, γέλασαν με την καρδιά τους και σαν αστραπή διαδόθηκε απ’ άκρη σ’ άκρη του χωριού. Και ακόμα γελάνε στο χωριό με το λογοπαίγνι του Μιμίση.

Το Μιμίση, σ’ όλο το μάκρος της ζωής του, από τα νεανικά του χρόνια μέχρι το θάνατο του, τον κυνηγούσε η φτώχεια. Ουδέποτε μπόρεσε ν’ αγοράσει ένα ολόκληρο φόρτωμα σιτάρι. Κάθε 3-4 μέρες αγόραζε από το μπακάλη του χωριού, τρείς οκάδες αλεύρι. Τόβαζε σε μια άσπρη σακούλα, για να νομίζουν πως είναι ζάχαρη. Τόριχνε στην πλάτη και τραβούσε για το σπίτι.

Μια μέρα, με τη σακούλα στην πλάτη συνάντησε στο δρόμο τη γριά Παπανίκο.

– Ωρέ, Μίχο τι έχεις στη σακούλα;

– Ζάχαρη, απάντησε ο Μιμίσης.

– Τι λες, Μίχο; Τρώτε τόση πολύ ζάχαρη;

– Τρώμε και παροτρώμε, κάνουμε και κρασοποπάρα με ζάχαρη.

Την εποχή εκείνη η ζάχαρη στα χωριά ήταν είδος πολυτελείας. Μονάχα οι πλούσιοι την χαιρότανε. Επίσης, την εποχή εκείνη, το λάδι ήταν πανάκριβο κι από τον περισσότερο ορεινό πληθυσμό ήταν απλησίαστο.

Μια μέρα, ο Μιμίσης εκεί που καθότανε σ’ ένα πεζούλι μαζί με το συνομήλικο του, Στέργιο Γιανίτση – χασάπη στα Φάρσαλα-είδε σ’ έναν διπλανό κήπο κάτι λαχταριστά μαρούλια, που σε προκαλούσαν και σ’ άνοιγαν την όρεξη. Με τι, όμως, να τα φάει! Λάδι δράμι στο σπίτι. Παράλληλα ήξερε πως ο Γιανίτσης είχε φέρει ένα τενεκέ λάδι από τη Θεσσαλία. Πως, όμως, να του ζητήσει; Να που κι αυτή τη φορά δεν άργησε να το βρει.

– Ωρέ, Στέργιο, τώρα που έχουμε μπόλικο λαδί, δεν έχουμε μαρούλια.

– Τι λες, βρε, Μίχο. Δεν βλέπεις τον κήπο μπροστά σου που είναι γιομάτος μαρούλια; Και τι μαρούλια! Κοίτα!

– Α, ναι, καλά λες! Μα με τι, Στέργιο, τρώγονται τα μαρούλια;

– Λάδι, βρε, δεν έχεις; Έτσι πες. Φέρε ένα μπουκάλι να σου δώσω λίγο.

Μια φορά- παραμονή Ταξιαρχών -την επόμενη ο Μιμίσης γιόρταζε-πήγε στο μπακάλη του χωριού και ζήτησε να του δώσει εκατό δράμια λουκούμια. Ο μπακάλης απόρησε και του είπε:

– Ευλογημένε, εσύ αύριο γιορτάζεις, τι να σου κάνουν εκατό δράμια λουκούμια;

– Φτάνουν, φτάνουν, είπε ο Μιμίσης. Πήρε τα λουκούμια κι έφυγε.

Την ημέρα των Ταξιαρχών, πρωί-πρωί, πάλι ο Μιμίσης στο μπακάλη!

– Χρήστο, σε παρακαλώ, ζύγισε μου μισή οκά λουκούμια.

– Τι λες, Μίχο, εσύ χθες πήρες εκατό δράμια λουκούμια κι είπες πως σου φτάνουν!

– Να σου πω, Χρίστο, την αμαρτία μου, απάντησε. Όπως ανηφόριζα για το σπίτι πέρασα από τη βρύση. Έφαγα ένα λουκούμι, ήπια νερό, κι άλλο ένα λουκούμι, κι άλλο κρύο νερό, κι άλλο ένα, κι άλλο ένα…και κατάλαβες τι έγινε…Δε λένε, τρώγοντας ανοίγει η όρεξη;

– Ναι, έτσι είναι, του είπε ο μπακάλης, μονάχα πρόσεξε μην περάσεις από τη βρύση και σ’ ανοίξει πάλι η όρεξη.

– Θα φροντίσω, θα φροντίσω, απάντησε. Πήρε τα λουκουμά κι ανηφόρησε χαμογελώντας.

Στην Κατοχή, ο γερο Κυνηγός έμεινε μόνος και έρημος στο χωριό και πεινούσε – πεινούσε. Τη χρονιά εκείνη οι αγριοκερασιές του χωριού, κατά καλή του τύχη, ήταν φορτωμένες και τα κεράσια μαλάκωναν την πείνα. Παρά τα ογδόντα πέντε του χρόνια, σκαρφάλωνε στις κερασιές και κατέβαζε στην κοιλιά του χούφτες-χούφτες τα κεράσια. Μια μέρα ο Χ. Κονοσπύρης τον είδε και τρόμαξε.

– Τι κάνεις αυτού Μίχο, θα πέσεις.

– Κι αν πέσω, του απάντησε, στον τόπο μου θα πέσω.

– Μα βλέπω πως τα κεράσια τα καταπίνεις ούτε έτσι, με τα κουκούτσια, χούφτες-χούφτες.

– Τι να κάνω! Μήπως προλαβαίνω να βγάλω τα κουκούτσια.

– Ρίξε και σε μένα κανένα κερασάκι.

– Καλός είσαι συ! Περίμενε να χορτάσω πρώτα, κι έπειτα σου ρίχνω.

*

Ο γέρο Μιμίσης δεν είναι γνωστός σαν πολιτικό πρόσωπο. Και στα κοινοτικά σπάνια ανακατευότανε, ενώ εκείνη την εποχή η πάλη γύρω από τα κοινοτικά ήταν έντονη. Κάθε Κυριακή, μόλις τελείωνε το εκκλησίασμα κι οι άντρες έβγαιναν στο νάρθηκα της εκκλησίας, άρχιζαν οι συζητήσεις και οι αντεγκλήσεις. Συνεχίζονταν στο περίβολο της εκκλησίας και κορυφώνονταν στο Μεσοχώρι, για να καταλήξουν – όχι λίγες φορές – σε ξυλοδαρμούς.

Μια φορά όμως – στα χρόνια της Μεταξικής δικτατορίας –  τον έμπλεξαν στα κοινοτικά. Έγινε κοινοτικός σύμβουλος με πρόεδρο τον Γ. Ζαμπάκο κι αντιπρόεδρο τον Κ Πολύζο. Γραμματέας ο Γιάννης Παρταλίδης καθαρευουσιάνος, λαλίστατος και πολυγραφότατος.

Σε μια συνεδρίαση του Κοιν. Συμβουλίου αρπάχτηκαν, μάλωσαν και χώρισαν σε δυό παρατάξεις. Στη μια παράταξη ο πρόεδρος κι οι άλλοι σύμβουλοι και στην άλλη ο Πολύζος, ο Μιμίσης κι ο γραμματέας. Την ίδια μέρα το απόγευμα ο Πολύζος, ο Μιμίσης και ο γραμματέας, πήγαν στο Κοινοτικό Γραφείο και πάνω στην κλειδαριά του προέδρου έβαλαν πανωκλείδι δικό τους. Τη άλλη μέρα ο πρόεδρος, αφού πήρε γραμματέα από το διπλανό χωριό και τους υπόλοιπους συμβούλους, πήγαν στο Κοινοτικό Γραφείο, για να συνεδριάσουν. Βλέπουν άλλη κλειδαριά πάνω στη δική του κλειδαριά! Δεν χασομεράει κι ο πρόεδρος, σπάζει την κλειδαριά του Πολύζου, μπαίνουν μέσα κι αρχίζουν να συνεδριάζουν.

Συμπτωματικά, εκείνη την ώρα, έξω από το Κοινοτ. Γραφείο, να, και περνούσε ο Πολύζος με το Μιμίση, για να πάνε στο σπίτι του γραμματέα.

Για μια στιγμή ο Πολύζος, άκουσε ομιλία στο Γραφείο, κοντοστάθηκε κι είπε:

– Όρε, Μίχο, για σταμάτα! Στο Γραφείο ακούγονται ομιλίες! Ο Μιμίσης σταμάτησε, κατάλαβε τι γίνεται κι είπε μ’ ένα χαμόγελο ειρωνικό.

– Μη στενοχωριέσαι, Κώστα! Εμείς την κλειδαριά τη βάλαμε.

Οργισμένος ο Πολύζος και χαμογελώντας ο Μιμίσης, τράβηξαν και πήγαν στο σπίτι του γραμματέα. Μόλις μπήκαν μέσα, όλο θυμό και οργή ο Πολύζος, είπε στο γραμματέα:

– Γιάννη, εμείς χθες ρίξαμε πάνω στην κλειδαριά του προέδρου άλλη κλειδαριά, κι αυτός με τους συμβούλους συνεδριάζει.

– Κώστα, μην ανησυχείς, συντάσσω αμέσως μίαν μακροσκελήν αναφοράν προς τον κ. Νομάρχην και την αποστέλνω πάραυτα εις Ιωάννινα. Ο Μιμίσης χαμογέλασε, δάγκωσε το μουστάκι του, όπως έκανε κάθε φορά όταν ήθελε να κοροϊδεύει κάποιον και είπε.

– Εσύ, κυρ Γιάννη, γράφεις στα χαρτιά κι ο πρόεδρος μας γράφει στα παλιά του τα παπούτσια και πρόσθεσε: Των φρονίμων τα παιδία, συμφιλιώνονται.

Μα που να πειστεί ο Πολύζος. Ήθελε, αν μπορούσε, την κεφαλή του προέδρου, «επί πινάκι». Η μια αναφορά διαδέχονταν την άλλη. Γιόμισε η Νομαρχία από βαρύγδουπες   αναφορές, ώσπου ο νομάρχης τους βαρέθηκε   και τους απάντησε: «Καθίστε φρόνιμα, συμμορφωθείτε με τα νόμιμα και πειθαρχήστε στον πρόεδρο».

Στα τελευταία του, ο γέρο Κυνηγός είχε καταλάβει πως γέρασε, μα ευθέως δεν ήθελε να το μολογήσει, Βρήκε, όμως, πλάγιον τρόπο να το πει:

– Μπα! αναφωνούσε κάθε τόσο, εγώ γέρος δεν είμαι, γιατί τα πόδια, όταν περπατώ, πάνε προς τα πίσω;

Με τα καλαμπούρια του, τα χωρατά του, με τα παραμύθια του, με τ’ απλά, μα βαθιά φιλοσοφημένα ανέκδοτα του, με το χιούμορ το έξυπνο και πηγαίο, με τους χορούς και τα τραγούδια του, με τα κυνηγετικά του τρόπαια, πέρασε τη φτωχή, απέριττη, ταπεινή ζωή του. Ποτέ δεν ακούστηκε να παραπονιέται για τις κακοτυχίες της ζωής του. Ποτέ δε ζήλεψε τον πλούτο, μα και ποτέ δεν κατηγόρησε τη φτώχεια του. Έκλεισε στην καρδιά του το Ντομπρίνοβο και τη γύρω πανώρια, μεγαλόπρεπη φύση. Κι ενώ πεινούσε κι αργοπέθαινε, το χωριό δεν τ’ άφησε, και στην Πολιτεία δεν πήγε.

Ήταν χειμώνας του 1942. Η πείνα θέριζε το μικρό χωριό. Ο γέρο Μιμίσης ολομόναχος κι ανήμπορος, γέρος πια -πάνω από ογδόντα πέντε τόσα χρόνια- τριγύριζε στο χωριό με τα πόδια τυλιγμένα με κομμάτια από ξεθωριασμένη βελέντζα και πεινασμένος. Όλοι τον συμπαθούσαν, μα κανένας δεν ήταν σε θέση να του συμπαρασταθεί. Μια μέρα, ο γέρο Μέλλης του είπε:

– Βρε, Μίχο, δε σηκώνεσαι να πας στα Γιάννενα στο παιδί σου!

Και τότε είπε τις τελευταίες λέξεις της ζωής του.

– Βρε, Θανάση, τι να κάνω στα Γιάννενα, να ανακατέψω τα κάρβουνα με το κουτάλι;

Πέρασαν δεν πέρασαν δυό-τρείς μέρες, κι ο γερο-Κυνηγός αποχαιρέτησε για πάντα τη ζωή και το χωριό.

Το σπίτι τ’ άφησε μισογκρεμισμένο. Το μαγειρειό μονάχα στεκόταν όρθιο την ώρα που αποχαιρετούσε τον κόσμο και το κυνήγι. Αργότερα σωριάστηκε κι ο μαγειρειός. Σήμερα για σήμερα κρατιέται ακόμα με τα δόντια μια γωνιά του σπιτιού του, λες και θέλει να πει: «Εδώ γεννήθηκε, μεγάλωσε και πέθανε, ο ξακουστός κυνηγός «αιγάγρων» κι ο ανεπανάληπτος κι έξυπνος χωρατατζής του Ντομπρινόβου. Μίχος Παπανδρόνος».

 

Αναδημοσίευση από το βιβλίο του Γιώργη Καρατζιά «Η πρώτη ανάβαση και το τελευταίο τρόπαιο», εκδόσεις «Ιωλκός».

Advertisements