Από τα παράξενα της φιλονικίας για τα τοπικά σύνορα

Του Νίκου Εξάρχου

Το έτος 1898 στο Ντομπρίνοβο υπηρετούσε ως αγροφύλακας ένας τουρκαλαβανός κ’ επληρώνετο 60 γρόσια το μήνα απ’ το χωριό. Κάποια μέρα στη τοποθεσία «Λιποχώρι», στα διαφιλονικούμενα σύνορα με το Βρυσοχώρι, ο αγροφύλακας συνέλαβε επ’ αυτοφώρω τον Βρυσοχωρίτη Νίκο Τσιόμο (Λάλα – Λιούρτη) να υλοτομεί παρανόμως καυσόξυλα στο ντομπρινοβίτικο μέρος.

Ο αγροφύλακας πρότεινε το όπλο του, του είπε ότι τον συλλαμβάνει, και όρμησε να του αρπάξει το τσεκούρι. Τότ’ εκείνος σήκωσε ψηλότερα το τσεκούρι του, ετοιμάστηκε να του επιτεθεί και του είπε:

«Πρόσεξε, αγροφύλακα, εγώ για την πατρίδα μου δέχομαι τώρα να σκοτωθώ, για να χαραχτεί εδώ το σύνορο του χωρίου μου. Εσύ, για 2 γρόσια την ήμερα που παίρνεις, δέχεσαι να σκοτωθείς, για να χαραχτεί εδώ το σύνορο του Ντομπρίνοβου;

«Όχι αφέντη μου, άπαντα ο αγροφύλακας. Κανένας δεν πρέπει να σκοτωθεί η ζωή είναι γλυκεία. Πάω! Φύγε τώρα εσύ προς τα πάνω κ’ εγώ προς τα κάτω.»

Έτσι κ’ έγινε.

Ο αγροφύλακας γυρίζοντας στο Ντομπρίνοβο υπέβαλε την παραίτηση του κ’ έφυγε. Όταν ο μουχτάρης Γιάννης Τσιουλάκης του έκανε την παρατήρηση και του είπε «γιατί δεν μπόρεσες να βάλεις κάτω τον Λεσιντσιώτη, αφού είχες τ’ όπλο;» ο αγροφύλακας απήντησε:

Εφέντη μου, η καρδιά μου τόλεγε να σκοτώσω τον Λεσιντσιώτη, άλλα ο κώλος μου εκείνη την ώρα πήγαινε μπρίτσι – μπρίτσι…

 

Αναδημοσίευση από το βιβλίο του Ν. Έξαρχου «Το Ντομπρίνοβο»

Advertisements