Ο εσπερινός του Ζαγορίου

Του Βασίλη Κραψίτη

Ταξιδεύομε για το Ζαγόρι με το διάφανο φως των ήρεμων φθινοπωρινών ήμερων. Τί γαληνή και τι χρυσαφένια χρώματα πού έχουν αυτά τα βουνά, τα όποια μας δίνουν την αίσθηση πώς είμαστε κάτι από την απόρθητη μοναξιά τους! Ο συνταξιδιώτης πνευματικός φίλος σαν φτάσαμε στο προηγούμενο χωριό έδειξε ότι αληθινά είχε πλαστεί απ’ την ενότητα αυτού του χώρου. Ανάμεσα μας περνούσε με μεταξένιο θρόισμα η σιωπή. Ο αέρας έστεκε ακίνητος στις κορφές των δέντρων. Η πνοή μας έφερε μιαν υποψία ζωής στο ερημωμένο χωριό.  Ένα πόμολο κροτάλισε σε σιδερένια σκαλιστή πόρτα. Οι δεκαετίες ρίγησαν και το παρόν δεν έδινε καμιάν απόκριση.  Ο φίλος δάκρυσε. Ήταν τo παιδί των φωνών αυτού του σπιτιού που κάποτε ζωντάνευαν. Ήταν στην ξενιτειά ο καλός δέκτης αυτής της φωτοπηγής, του πατρικού σπιτιού που χρόνια άνοιγε με υπομονή τους κρουνούς της καρδίας του απ’ όπου κυλούσαν τα δημιουργικά όνειρα. Ήταν ο άντρας που είχε συναίσθηση της ευθύνης. Τώρα έγινε τo παιδί με μια έρημη ψυχή που πέθαινε από δίψα.

Στην πλαγιά του βουνού απλώνεται ένα όμορφο χωριό. Τα ερημωμένα χωριά που περνάμε απ’ το πρωί δεν αφήνουν τη συνείδηση μας να κατασιγάσει. Φροντίζουμε να χαθεί στο λίκνο του το δράμα της ευτυχίας αυτών των περιοχών. Έπειτα η ευτυχία είναι τόσο εύθραυστη και αβέβαιη. Μας τρομάζει η αυριανή τύχη όλου αυτού του κόσμου. Όμως είναι νωρίς για τέτοιες ανησυχίες μια και δεν ολοκληρώσαμε τις διαπιστώσεις μας. Η ψυχή αγρυπνάει μέρες τώρα. Το πνεύμα τινάζεται για τις κορφές του υπέρτατου μεγαλείου. Ναι, ναι, έτσι είναι. Έχουμε χρέος να βάλουμε ο καθένας από ένα πετραδάκι στο χτίσιμο του κόσμου.

Η πλάση ραντίζεται με τρυφεράδα. Μερικά σύννεφα τρέχουν κατά το βοριά και κουρνιάζουν στα βράχια. Στη δύση, στο σημείο που τα ουράνια σμίγουν με τα πεύκα, τινάζονται άπειρες κόκκινες πινελιές. Η νύχτα βιαστική απλώνει το ανάλαφρο σταχτί γάντι της. Οι πινελιές χάνονται, το κοντινό χωριό βυθίζεται στο σκοτάδι, ύπαρξη αποχτάει τη δύναμη να υψώσει έναν ανεπανάληπτο ύμνο και ο κόσμος φαντάζει αδελφωμένος κάτω από τον τρικυμισμένο ουρανό…

Το πυκνό σκοτάδι μας βρίσκει στην είσοδο του χωρίου. Τα σπίτια χάνονται. Μόνον ένα ψηλά στην πλαγιά αφήνει -ένα τρεμάμενο φως. Επισημαίνεται η παρουσία του και κάποια ελπίδα γεννιέται. Από νωρίς το φως του, έτσι μοναδικό σ’ όλον αυτό τον χώρο, έπαιρνε την έννοια ενός ασθενικού πομπού που έστελνε τα σήματα του στον κόσμο. Ίσως αυτοί που φωτίζονταν απ’ τις αδύνατες αχτίνες της λάμπας τους να μη μπορούσαν να σκεφτούν κάτι περισσότερο για το ασυγχρόνιστο μέσον φωτισμού του φτωχικού δωματίου τους. Για μας όμως με την ταραγμένη φαντασία αυτή η δεσμίδα των ασθενικών αχτίνων ήταν ένα κάλεσμα ίδιο μ’ εκείνο που προσφέρει το φως, όταν αιωρείται από απελπισμένους ναυαγούς στα ερημονήσια. Το έβλεπα σαν μια δύναμη που θα μπορούσε να μας ξαναγυρίσει στους εαυτούς μας.

Το χωριό τουρτουρίζει στη σιωπή του. Όλα είναι βαθιά πυργωμένα. Τα βήματα μας ακούγονται στα χαλίκια των ανηφορικών δρόμων. Τo φως που τρεμοσβήνει σ’ εκείνο το ακρινό σπίτι μας προσκαλεί. Προχωρούμε…

Βρισκόμαστε στο μοναδικό μαγαζί του Χωρίου, στο ισόγειο ενός παλιού αρχοντικού. Το φως της κρεμαστής λάμπας ενώνεται με το φως που έρχεται από το τζάκι. Οι φλόγες οργισμένες καλπάζουν και η φωτιά χορεύει γιομάτη ομορφιά. Ξεκουραζόμαστε σ’ ένα γωνιακό τραπέζι που μισοφωτίζεται. Ο καθένας μιλάει με τον εαυτό του. Η σιωπή είναι μια ψυχή. Απ’ έξω έρχεται ο ακατάπαυστος θρήνος της απουσίας. Οι φορτωμένοι με ιστορική μνήμη άνεμοι, τα στοιχειωμένα από τις φλόγες του πολιτισμού βουνά, τ’ απαρηγόρητα πολυώροφα σπίτια με τους περίτεχνα ζωγραφισμένους γυμνούς τοίχους, τα λυγισμένα απ’ τo φορτίο του παρελθόντος κωδωνοστάσια, οι έρημοι δρόμοι, τα κλειστά σχολειά, οι άδειοι ναοί, η σεβαστή ερημιά, όλα είναι μια θλίψη κι ένας λυγμός. Όλα φαντάζουν σαν μια από πιο εφιαλτικές νύχτες στο φως του κόσμου που αναγεννιέται.

Βέβαια κάποτε θα ‘φτάνε η μέρα που θα ρήμωναν τα χωριά. Η παραδοσιακή πριν από τον τελευταίο πόλεμο μετανάστευση του χώρου τούτου, ήταν τόσο δημιουργική. Η φυγή στη διάρκεια του πολέμου και στα κατοπινά με τις εθνικές μας περιπέτειες χρόνια, ήταν μια ανάγκη. Έπειτα λέγαμε για μια χαρούμενη φυγή κάτω από τούς ευδαιμονικούς ήχους της βιομηχανικά αναπτυγμένης πατρίδας, κάτω απ’ τον παιάνα της μετακίνησης του πληθυσμού σε μια πατρίδα που ‘κανε πολλά βήματα προς τα εμπρός. Όμως τούτο το ξεκλήρισμα για τις μεγάλες πολιτείες όπου οι άνθρωποι σπάσαν τους δεσμούς μεταξύ τους είναι μια πράξη απ’ την όποια έχει αφαιρεθεί κάθε έννοια. Κι εκείνη η άλλη φυγή στη Γερμανία σε προσφορά εργασίας κάτω από δύσκολες συνθήκες ξαναγυρίζει τον άνθρωπο στο αρχικό στάδιο της εξελικτικής του πορείας. Δεν αναζητάμε τι φταίει. Δεν είναι αυτή η πρόθεση μας. Βυθισμένοι στη συγκίνηση που αυξάνει η μυστική αυτή ώρα, αφήνουμε τις εμπειρίες μας από κάτι τέτοιες περιπλανήσεις να ταξιδέψουν σαν απόκοσμη αντηλιά με τον αέρα και να φέρουν ίσως και κάποιο κρυφό μήνυμα της ψυχής, πως είναι στιγμές που και τα μαδημένα ρόδα εκδικούνται…

Οι ώρες βαραίνουν. Μέρες επικοινωνούμε με τις ορεινές ηπειρωτικές περιοχές. Με τα βουνά συγγενεύω τόσο που είναι στιγμές που πιστεύω πως πλάστηκα από τη μαγική τους ενότητα που μου πρωτόδωκε την αίσθηση της πραγματικότητας. Κάποτε νομίζω πως είμαι μια μάζα με την απόρθητη μοναξιά τους. Έτσι η ανάβαση εδώ στον πίσω από το Μιτσικέλι χώρο, όπου τοποθετούνται οι αρχαίες πολιτείες Παρωραία, Παραναία και Τυμφαία κι όπου σε κάποιους σκοτεινούς καιρούς άνοιξαν τα βράχια για να σπαρούν με γράμματα και να καρπίσουν το φως που κράτησε ανέσπερη τη φλόγα του εθνικού λυχναριού, δίνει μια πύκνωση στην ψυχή. Νοιώθουμε τόσο έτοιμοι για όλα.

Ακούγεται ο ρυθμός του τοπίου. Στα πανάρχαια χρόνια ο άνθρωπος έσκαψε τη γη και ύψωσε σπίτια, ναούς και τείχη. Μας μιλάνε γι’ αυτά τα παλιά: τα ερείπια του Μακρύνου δίπλα στην εκκλησιά της Αγίας Τριάδας κι ως τις δεξιές όχτες του Άραχθου, όπου βρέθηκε βωμός με αρκετά ανάγλυφα και νομίσματα που έφεραν την προτομή της Ήρας, του Απόλλωνα και άλλα του Άρη, τα κατάλοιπα, ελληνιστικά και βυζαντινά, στο βουνό Καστράκι της Αρίστης, όπου τοποθετείται η Βυζαντινή πολιτεία Ρευνίκιον που την κατάστρεψε στα 1380 ο πρώτος αρνησίθρησκος Ισαΐμ που μετακλήθηκε από το Θωμά το Γ’, τα κυκλώπεια τείχη του Σκαμνελίου, τα λείψανα Ακρόπολης στην Αγία Παρασκευή των Ασπραγγέλων όπου βρέθηκαν και αρκετά αρχαία νομίσματα, τα Ρωμαϊκά κατάλοιπα στο δρόμο κατά την Καλωτά και τόσα άλλα. Σήμερα πάνω απ’ τις θαμμένες πολιτείες βόσκουν πρόβατα και οι τσοπάνοι στηριγμένοι στη γκλίτσα τους ατενίζουν την ακινησία των αιώνων.

Στις αρχές του έβδομου αιώνα πέρασαν απ’ εδώ καλπάζοντας οι ορδές των Σλαύων στους οποίους χρωστιέται και το όνομα της περιοχής Ζαγόρι που πάει να πει ορεινή Χώρα, τόπος που βρίσκεται ψηλά, από το ζα (προς, επί και όπισθεν) και γκόρι (βουνόν, όρος). Απ’ εκείνο το πέρασμα με τη μόνιμη για αιώνες εγκατάσταση τους δε μένει τώρα παρά η αινιγματική τους για τον ερευνητή ανάμνηση και κάποια τοπωνύμια, όπως Βίκος (χάσμα), Γκορίλα (κατακαμμένο), Αρτσίστα (λακκότοπος) και άλλα.

Ύστερα ήρθε κι εγκαταστάθηκε σ’ όλη σχεδόν την περιοχή το πολυάριθμο βλάχικο στοιχείο, όπως φανερώνεται κι απ’ τα διάφορα τοπωνύμια, Σοποτσέλ (νερότοπος), Μπάϊα (θερμός), Βάλεα διμάρ (κοιλάδα μύλων) και το όποιο γρήγορα εξελληνίστηκε. Η Βυζαντινή μνήμη ζωντανεύει σήμερα κυριότερα με τη Μονή Βουτσάς που ιδρύθηκε το 1114 από τον ηγεμόνα Μιχαήλ, με την Εκκλησιά του Άη Βλάση στο μεγάλο Μαχαλά του Παπίγκου που χτίστηκε στα 912 και στο μικρό Μαχαλά του που λέγεται «Παληορή» χτισμένη στα 980 από τον Ιωάννη Μέγα Δομέστικο, από τη Μονή της Αγίας Παρασκευής στο Μονοδέντρι που χτίστηκε από το Μιχαήλ Βοεβόδα το Θερειανό «τω 1411 επί της βασιλείας του Δουκός Ιωαννίνων».

Όμως η ιστορική μνήμη του Ζαγορίου αρχίζει από το 1430 που κυριεύτηκε από τους Τούρκους η Ήπειρος. Οι κάτοικοι δεκατεσσάρων Χωριών του βορειο – ανατολικού Ζαγορίου νίκησαν σ’ αυτή την εισβολή τον τρόμο και υποτάχτηκαν θεληματικά στους Τούρκους κερδίζοντας έτσι απ’ το Σουλτάνο Μουράτ το Β’ ειδικά προνόμια και αυτοδιοίκηση. Το παράδειγμα τους ακολουθήθηκε απ’ τα χωριά του δυτικού Ζαγορίου, που αποτέλεσαν έτσι αυτόνομη περιοχή με έδρα το Πάπιγγο, ως το ΙΖ’ αιώνα που ολάκερη η περιοχή έγινε το βιλαέτι του Ζαγορίου. Σ’ αυτή την αυτοδιοικούμενη ομοσπονδία κυβερνούσε ο Γενικός Προεστός, ο Βεκύλης του Ζαγορίου όπως λεγόταν, που έμενε στα Γιάννινα εκλεγόμενος κάθε έξη μήνες από τους δυό Βεκύληδες της κάθε Κοινότητας. Ο Προεστός εκείνος συγκέντρωνε τη Νομοθετική, τη Δικαστική και την Εκτελεστική ακόμη εξουσία με τη σημαντική στρατιωτική δύναμη που είχε στη διάθεση του. Χάρις στα προνόμια ο Τούρκος δε μπορούσε να πατήσει το πόδι του στο Ζαγόρι όπου για την ίδια αίτια δεν εγκαταστάθηκαν Τουρκικές Αρχές. Με εξαίρεση τον περιορισμό τους τον καιρό της αποστασίας του Αλή πασά τον όποιο υποστήριξαν οι Ζαγορίσιοι, και του 1864 που εγκαταστάθηκε Οθωμανική Διοίκηση στο Τσεπέλοβο, ώσπου στα 1868 τα προνόμια καταργήθηκαν οριστικά.

Η ταλαιπωρημένη γη του Ζαγορίου δεν υποτάχτηκε ουσιαστικά μέσα σ’ εκείνους τους αιώνες. Γιατί προσφέρθηκε πλούσια στην καλλιέργεια της παιδείας. Σπάρθηκε ο τόπος από Ελληνικά Σχολειά. Το 1780 στο Πάπιγκο, Τσεπέλοβο, Σκαμνέλι, Νεγάδες, Καπέσοβο, Κουκούλι, Λεπτοκαρυά, το 1810 στα Κάτω Σουδενά, το 1811 στο Μονοδέντρι, το 1825 στο Βραδέτο, τη Βίτσα, τα Άνω Σουδενά, την Άριστη, το 1834 στην Καλωτα, το 1852 στους Φραγγάδες, Ασπραγγέλους, στο Δίλοφο, στον Ελαφότοπο, στο Γρεβενήτι κι αργότερα στο Μακρύνο, στο Δίκορφο, στη Δόλλιανη και άλλου. Δεν έλειψαν και τα Παρθεναγωγεία που το 1846 λειτουργούσαν στο Μονοδέντρι, στα Άνω και Κάτω Σουδενά, στους Ασπραγγέλους, τους Κήπους το Τσεπέλοβο, το Σκαμνέλι, τη Βωβούσα, τη Λάϊστα, το Γρεβενήτι και άλλου. Ακόμη τα Σχολειά Υφαντουργικής που λειτουργούσαν στη Μπούλτση, το Τσεπέλοβο και το Σκαμνέλι και πάνω απ’ όλα εκείνη η ανώτερη Κεντρική Σχολή που λειτούργησε από το 1820 στο Κουκούλι με ενέργειες του Μάνθου Οικονόμου, στην οποία δίδαξε και ο σοφός Αναστάσιος Σακελλάριος. Ένα πνευματικό φυτώριο με εξαιρετικούς καρπούς, αν σκεφτεί κανένας πως δεν υπήρχε ελληνικό σχολειό στην Τουρκική Αυτοκρατορία και σ’ όλη την Ευρώπη που να μη δίδαξαν Ζαγορίσιοι δάσκαλοι. Έτσι δεν υπήρχε γι’ αυτόν τον κόσμο η υποψία για το ξημέρωμα της επομένης. Σ’ όλους ήτανε πίστη πως η κάθε μέρα που θ’ ανέτειλε δεν ήταν δυνατόν να έκρυβε τον εθνικό θάνατο..

Το ανήσυχο πνεύμα των Ζαγορίσιων έπλαθε μιάν ελπίδα. Σ’ αυτή την ορεινή περιοχή η ελπίδα δε μπορούσε να βρει το ρυθμό της. Η προσμονή δεν είχε τη θέση της στο σύντομο κύκλο της ζωής. Έτσι από το ΙΖ’ αιώνα οι Ζαγορίσιοι σκορπίστηκαν στη Ρουμανία, στη Ρωσία, στη Βεσσαραβία και στην Κωνσταντινούπολη, για να γίνει εκείνος ο μεταναστευτικός δρόμος η πνοή στο Ζαγόρι ενός πολιτιστικού κλίματος πρωτόγνωρου για άλλες περιοχές. Πάνω από τα Σχολειά, τις εκκλησιές, τα καμπαναριά, τις εικόνες, τους πολυέλαιους, τους κεντητούς επιτάφιους, τα λιθόκτιστα πολυώροφα σπίτια με την ιδιαίτερη αρχιτεκτονική και διακόσμηση, τους πέτρινους δρόμους,, τις πλακόστρωτες πλατείες και άλλα που ο μόχθος τους ύψωσε στον προγονικό τους χώρο, πετούσε ένα από τα πιο ευγενικά αισθήματα, η τοπολατρεία, που έχει την ευωδία των λουλουδιών που ανθίζουν κρυφά κάτω απ’ τ’ αστέρια. Εκείνο το άρωμα έγινε η φωτιά που φλόγισε ολάκερο το Ζαγόρι. Την πατρίδα τόσων Φιλικών, όπως του Αλέξη Νούτσου, του Κωνσταντίνου Ράδου, του Μάνθου Οικονόμου, του Κοντοδήμου. Την πατρίδα τόσων εθνικών ευεργετών, όπως των αδελφών Ριζάρη, του Πασχάλη, του Παπάζογλου. Τη πατρίδα τόσων διδασκάλων του Γένους, όπως του Νεόφυτου Δούκα, του Μεθόδιου Ανθρακίτη, του Γ. Γεννάδιου, του Αν. Σακελλάριου, του Δόττου. Την πατρίδα τόσων λογίων, όπως του Σεμιτέλου, του Παρανίκα, του Χασιώτη, του Λαμπρίδη, του Σάρρου, του Τάγη του Κλωνάρη, του Αθάνα και άλλων. Κι από το πλούσιο φώς εκείνης της φωτιάς απλώνει και σήμερα πάνω απ’ το Ζαγόρι ένα ολάνθιστο χρυσό κλωνάρι που αιώνια θα λάμπει με τη δική του λάμψη.

Στο Ζαγόρι ξαναγυρίζω στις αρχές της Άνοιξης. Σ’ όλη τη διαδρομή επαναλαμβάνεται πιο άχρωμη η παλιά εικόνα με τα στοιχειωμένα παλάτια, τα σβηστά τζάκια, τους αδειανούς δρόμους, τις νεκρωμένες πλατείες, τα κλειστά κάπου, κάπου σχολειά, και κάποια άλλα που λειτουργούν με γύρω στους δέκα μαθητές, που δε μπορούν να της δώσουν τον ποθητό τόνο και τη ζηλευτή έκφραση οι γύφτοι και οι Σαρακατσαναίοι που τα τελευταία χρόνια απόκτησαν μόνιμη στέγη στα χωριά του Ζαγορίου.

Πάνω μου πετάνε κοπάδια πουλιών που από μακρινούς ουρανούς επιστρέφουν στην πατρίδα τους. Κοιτάζω αυτά τα χρωματιστά πουλιά στους όμορφους σχηματισμούς τους και σκέφτομαι κάποια άλλα πουλιά, τους ξενιτεμένους Ζαγορίσιους που θα πρέπει να τα μιμούνται σ’ αυτό το ετήσιο σταθερό ταξίδι της επιστροφής, μια που είναι ανάγκη το Ζαγόρι να ορθωθεί.

Σε κάθε βήμα μου, στους δασωμένους δρόμους ακούω ψιθυρίσματα σβηστά, ακούω μελωδικούς ήχους, ακούω τη φωνή του παλιού και του σύγχρονου Ζαγορίου. Κι είναι οι κυματισμοί της γλυκύτεροι από τους ήχους των πουλιών, από τα τραγούδια των χειμάρρων που ξεφεύγουν τα δεσμά των πάγων, από τα περπατήματα του αέρα κι από την έκφραση των λουλουδιών. Κι είναι η φωνή του Ζαγορίου η επίμονη σύνθεση για τη διάρκεια του και την ανάσταση του.

Σε κάθε στέκι μας λιγόωρο στο πέρασμα των χωριών ακούσαμε τα προβλήματα από τους δασκάλους τους που οι πιο πολλοί είναι ντόπιοι και γνωρίζουν τα αίτια και γνωρίζουν τη θεραπεία τους και πονάνε το τόπο. Δεχτήκαμε τη θαλπωρή απ’ τη φωτιά των ψυχών τους και ανταλλάξαμε γνώμες για το αναμενόμενο θάμα με την ανάπτυξη του θερινού και χειμερινού τουρισμού μια που το τοπίο προσφέρεται θελκτικά σ’ όλη την περιοχή και ξεχωριστά με τη χαράδρα του Βίκου και με τη χαρά των νερών του Βοϊδομάτη, και τη δροσιά του Γυφτόκαμπου, μια που υπάρχουν τόσα βουβά αρχοντικά. Το θάμα περιμένεται και με την εκμετάλλευση των πλούσιων παρθένων δασών πού θα μπορούσαν να ικανοποιήσουν και τις πιο απαιτητικές αξιώσεις του εσωτερικού. Στη σοφία του λόγου τους απαντάω με τη σιωπή μου γιατί το βλέπω πώς αυτή η αξιωματική ανάσταση χρειάζεται καρδιά, πνοή και απόφαση για δράση.

Όμως αυτή η θέση είναι αρνητική. Κοιτάζω απ’ τα κλειστά παράθυρα του δωματίου που φιλοξενούμαι το φως του φεγγαριού που δένει τα έρημα σπίτια, τα πεζούλια που πάνω τους κινούνται οι σκιές εκείνων που υπήρξαν και τα κοιμητήρια. Η ελπίδα των ιδεολόγων που απάντησα χρειάζεται μιαν ενθάρρυνση. Δεν ξέρω αν ο λόγος μου έχει αυτή τη δύναμη. Δεν ξέρω αν αυτό που ζητάμε να ξαναγυρίσει εδώ θα ‘ναι το ίδιο μ’ εκείνο το παλιό που χάθηκε. Το βλέπω πως θα ‘ναι πολύ διαφορετικό. Μα ας γυρίσει! Αξίζει να ξαναριγήσει το Ζαγόρι από ζωή. Ο λόγος μου ας πέσει σαν σκληρός σπόρος. Γράφεται από χρέος, πόνο και αγάπη κι όλοι πιστεύουν πως θα καρποφορήσει…

 

Αναδημοσίευση από το βιβλίο του Βασίλη Κραψίτη «Ταξίδι στην Ήπειρο» που κυκλοφόρησε το 1970.

Advertisements