Την ημέρα που οι Ναζί κατέστρεψαν το χωριό μας

Κατά το μεσημέρι της 18η Οκτωβρίου του 1943 τα Γερμανικά στρατεύματα κατοχής μπήκαν στο Ηλιοχώρι και κατέστρεψαν το χωριό μας, θέτοντας σε εφαρμογή το εγκληματικό σχέδιο «Πάνθηρας». Ήταν το δεύτερο χωριό της περιοχής μας που έπεσε θύμα της ναζιστικής θηριωδίας, αφού λίγες ώρες νωρίτερα το Βρυσοχώρι γνώρισε πρώτο την Γερμανική βαρβαρότητα.

Παρά τον αιφνιδιασμό που δέχτηκαν οι κάτοικοι του χωριού μας εκείνη την ημέρα, οι ίδιοι σωστά πράττοντας εγκατέλειψαν στο σύνολο τους γρήγορα το Ηλιοχώρι και αναζήτησαν  καταφύγιο στη γύρω περιοχή. Κίνηση που για τους ίδιους αποδείχτηκε σωτήρια, όχι όμως και για τα υπάρχοντα τους, που αφέθηκαν στη διάθεση των Γερμανών Ναζί. Σχεδόν όλα τα σπίτια του χωριού μας καθώς και οι αποθήκες τους καταστράφηκαν ή πλιατσικολογήθηκαν από τους Γερμανούς στρατιώτες. Άκαρπη φυσικά αποδείχτηκε και η προσπάθεια του παπά του χωριού μας καθώς και 1 ή 2 ακόμη συγχωριανών μας, που προσπάθησαν να πείσουν και ν’ αποτρέψουν τους Ναζί από τα εγκληματικά σχέδια τους. Όπως ήταν φυσικό οι προσπάθειες τους έπεσαν στο κενό. Ο ίδιος ο παπά Γιάννης Μπουσδρούκης είδε τα Ναζιστικά καθάρματα να βάζουν φωτιά και να καταστρέφουν το σπίτι του, αγνοώντας βεβαίως τις εκκλήσεις του.

papa_giannis

Ο παπά Γιάννης Μπουσδρούκης

Εκτός όμως από τ’ άψυχα αντικείμενα η ίδια καταστροφική τύχη περίμενε και τα ζωντανά του χωριού μας. Η αρχή έγινε από το κοπάδι των αγελάδων. Κάποια στιγμή το απόγευμα τα βοοειδή που είχαν οι κάτοικοι του Ηλιοχωρίου συγκεντρωμένα σ’ ένα κοπάδι άρχισαν να επιστρέφουν από τις περιοχές όπου βοσκούσουν (Μούτζιου και Γιστέρα) και έπαιρναν την στράτα προς το χωριό μας. Την επιστροφή τους την αντιλήφθηκε ο συγχωριανός μας Μίχος Τσούλης (Στύλος) που κρυβόταν μαζί με άλλους Ντομπρινοβίτες σε διάφορα σημεία κοντινά στην συγκεκριμένη περιοχή. Εκείνη την ημέρα πολλοί συγχωριανοί μας βρήκαν κρυψώνες πάνω από την εκκλησία της Παναγίας και ορισμένοι άλλοι στις απέναντι πλαγιές του υψώματος του Άη Μηνά.

Ο Μίχος ο Τσούλης ο οποίος διατηρούσε στο κοπάδι αρκετά ζωντανά, κατάλαβε αμέσως ότι αν δεν τα σταματούσε και δεν γύριζε τα ζώα, αυτά θα χάνονταν για πάντα. Έτσι αποφάσισε να δράσει γρήγορα και να προσπαθήσει να οδηγήσει το κοπάδι σε κάποιο ασφαλές μέρος. Κίνησε λοιπόν να προλάβει το κοπάδι όμως όταν έφτασε τα ζώα, αυτά πλέον είχαν φτάσει στο λαιμό της ράχης που βρίσκεται πάνω από το γεφύρι του Πέτσου και είχαν αρχίσει να κατηφορίζουν προς το χωριό.

1

Το σημείο απ’ όπου πέρασαν τα ζωντανά και στο βάθος το χωριό μας.

2

Η περιοχή όπως φαίνεται από το χωριό

Από το σημείο αυτό ήταν ορατά από τους Γερμανούς, που αντελήφθησαν και τις κινήσεις του Μίχου Τσούλη. Αμέσως άρχισαν με τα όπλα τους να πυροβολούν προς αυτόν και τα ζωντανά. Εκείνη τη μέρα ο συγχωριανός μας σώθηκε ως από θαύμα αφού σκέφτηκε γρήγορα και προσποιήθηκε τον σκοτωμένο πέφτοντας πίσω από το κουφάρι μιας αγελάδας που δευτερόλεπτα πιο πριν την είχαν βρει τα γερμανικά πυρά. Έκατσε εκεί, ακίνητος για αρκετή ώρα ως που να πέσει το φως και στην συνέχεια σύρθηκε λίγα μέτρα πιο πάνω. Φτάνοντας σε ασφαλή μέρος σηκώθηκε και έτρεξε πίσω στους υπολοίπους Ντομπρινοβίτες που κρύβονταν στην περιοχή. Η προσπάθεια αυτή του Μίχου Τσούλη, οι φωνές του αλλά και ο «χαμός» που έγινε από τα πυρά και τις μουγκρητά των λαβωμένων ζώων έφεραν κάποια θετικά αποτελέσματα, αφού γύρισαν πίσω και έτσι σώθηκαν κάποιες αγελάδες. Ελάχιστα ζωντανά που όμως αποδείχτηκαν ένα πολύτιμο βοήθημα την επόμενη, τραγικά δύσκολη περίοδο.

Αντίθετα με τις αγελάδες το κοπάδι των αιγοπροβάτων του χωριού μας καταστράφηκε εντελώς αφού ο Λαϊστινός τσοπάνος (Πλιάκος)όταν κατάλαβε τι γινόταν στο Ηλιοχώρι το εγκατέλειψε και έφυγε για να ειδοποιήσει το χωριό του. Τα ζωντανά αυτά που πιθανότατα βοσκούσαν κοντά στο μονοπάτι Ηλιοχωρίου – Λαΐστης όπως ήταν φυσικό βρέθηκαν γρήγορα από τους Γερμανούς. Άλλωστε ήταν στο δρόμο τους. Το κοπάδι εξαφανίστηκε από το Ηλιοχώρι, χωρίς τις επόμενες μέρες να βρεθούν σκοτωμένα τα ζωντανά του. Λίγο καιρό όμως αργότερα ανακαλύφθηκαν ελάχιστες κατσίκες από το κοπάδι μας σε κάποιο χωριό, κάπου προς την περιοχή των Γρεβενών. Τις αναγνώρισε τυχαία ο συγχωριανός μας Νίκος Καπούτσιος, ο οποίος πέρασε από εκεί και στη συνέχεια ειδοποίησε το χωριό. Τα λίγα αυτά ζωντανά επέστρεψαν και πάλι στο χωριό μας, άγνωστο όμως αν για να γίνει αυτό χρειάστηκε να καταβληθεί κάποιο τίμημα.

Όμως και τα άλλα οικόσιτα ζωντανά του χωριού μας καταστράφηκαν από τους Γερμανούς ναζιστές. Οι κότες που ήταν εύκολος στόχος, αφανίστηκαν. Το ίδιο έγινε και με όσα άλογα και γαϊδουράκια είχαν απομείνει στο χωριό (είχε προηγηθεί η επίταξη των αλόγων από τον Ελληνικό στρατό το καλοκαίρι του 1940) τα οποία χάθηκαν και αυτά. Πιο τυχερά αποδείχτηκαν τα μελίσσια. Μπορεί  πολλά από αυτά να κάηκαν, άλλα να σπάστηκαν και να καταστράφηκαν οι κυψέλες τους, όμως κάποια κατάφεραν να σωθούν. Τα σύννεφα των σαστισμένων και τρομαγμένων μελισσιών που σηκώθηκαν πιο πολύ απειλή ήταν για τους ναζί παρά εύκολος στόχος. Έτσι αρκετά μελίσσια σώθηκαν και ξαναπιάστηκαν αργότερα από τους συγχωριανούς μας.

Όμως με την πάροδο της ημέρας και τον ερχομό της νύχτας ο κίνδυνος για τους κρυμμένους συγχωριανούς μας δεν έπαψε. Το βράδυ τους περίμενε μια ακόμη δυσάρεστη έκπληξη. Οι κάτοικοι του Ηλιοχωρίου περίμεναν πως με τον ερχομό της νύχτας θα ήταν πιο ασφαλείς. Όμως γρήγορα διαψευστήκαν όταν στο χωριό και στις γύρω περιοχές δεσμίδες έντονου φωτός άρχιζαν να χτενίζουν την περιοχή και πολλές από αυτές να πέφτουν κοντά στα σημεία όπου είχαν κρυφτεί τα γυναικόπαιδα. Πηγή του κακού κάποιοι προβολείς που είχαν στηθεί στον Άη Θανάση και όπου έπεφτε το φως τους έκανε τη νύχτα, μέρα. Έτσι ακόμα πιο έντρομοι και ανασφαλείς οι Ηλιοχωρίτες που είχαν μείνει σε αυτές τις περιοχές καθηλώθηκαν στις «κρυψώνες» τους, ελπίζοντας πως η μέρα που θα ξημέρωνε θα ήταν καλύτερη. Τελικά οι επιστροφή των κατοίκων του χωριού μας έγινε μετά από 2-3 μέρες. Μπαίνοντας στο κατεστραμμένο Ηλιοχώρι δεν πίστευαν στα μάτια τους για το κακό που είχε γίνει. Οι λυγμοί και τα κλάματα όπως ήταν φυσικό ακούγονταν παντού στο κατεστραμμένο χωριό μας. Όμως η δύσκολη κατάσταση που δημιουργήθηκε γρήγορα τους έκανε να ξεπεράσουν το σοκ και τους ανάγκασε να προσπαθήσουν να βρουν τρόπους ώστε να επιζήσουν. Άλλωστε είχαν μπροστά τους έναν ολόκληρο βαρύ χειμώνα και έπρεπε να επιβιώσουν χωρίς να έχουν ούτε σπίτι, ούτε ξύλα, ούτε τρόφιμα, ούτε ρούχα.

 

Η καταγραφή των γεγονότων βασίζεται στη μαρτυρία του πατέρα μου Γιώργου Ζαμπάκου που εκείνη την ημέρα και σε ηλικία 11-12 χρονών έζησε τα τραγικά γεγονότα. Σώθηκε κρυμμένος μαζί με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας μας αλλά και με άλλους Ντομπρινοβίτες, βρίσκοντας καταφύγιο αρχικά στην τοποθεσία «Σέρνιστα» και στην συνέχεια σε μια σπηλιά που υπήρχε κοντά στην εκκλησία της Αγίας Τριάδος. Μαζί τους σώθηκε και η σκυλίτσα «Φίνα» που ακολούθησε τα μέλη της οικογένειας και έτσι μερικές μέρες αργότερα επέστρεψε σώα και αυτή μαζί τους.

Ο Γεώργιος Ζαμπάκος εξιστορώντας μου τα γεγονότα από την περιοχή όπου την καταστροφική για το χωριό εκείνη ημέρα του Οκτώβρη του 1943, βρήκαν καταφύγιο αρκετοί συγχωριανοί μας.

Advertisements