Πρωτοχρονιά του 1943 στην Αθήνα

Του Σπύρου Κωνσταντινίδη

Η Πρωτοχρονιά είναι ένα σπουδαίο ορόσημο για τον καθορισμό της διάρκειας του χρόνου. Ο μικρός άνθρωπος γίνεται μεγαλύτερος. Ο ώριμος, ωριμότερο, ο γερασμένος, πιότερο γέρος. Είναι καθοριστική για την ζωή των έμψυχων όντων. Όταν ήμουνα σε μικρότερη ηλικία με απασχολούσε το πέρασμα του χρόνου. Κυρίως όμως ανάμεσα στις γιορταστικές εκδηλώσεις κάθε Πρωτοχρονιάς, που έχουν θεσπιστεί και δοθεί για τις ανθρώπινες Κοινωνίες σαν χρυσό χάπι. Δηλαδή για να ξεχνούν και να διασκεδάζουν καίτοι άρχισε καινούργιος ανήφορος μπροστά τους. Ανάμεσα λοιπόν στα δώρα, στα τραγούδια και στα κάλαντα, μια υποβόσκουσα μα σπουδαία μελαγχολία με άγγιζε. Άντε πιάσαμε τα τριάντα πέντε! Νομίζω πως σκεπτόμουνα.

Το προηγούμενο έτος, δεν θα το σημειώσω ποτέ σαν παρόντα χρόνο μα σαν ανεπίστρεπτο παρελθόν κ.λ.π. Περνώντας όμως ο καιρός – ωριμάζοντας έπαθα κάτι σαν ανοσία πάνω στο άγγιγμα της μελαγχολίας αυτής. Το φιλοσόφησα ίσως και δεν ψηφώ το πέρασμα του χρόνου. Κάθε Πρωτοχρονιά βαστώ για την ψυχή μου μόνο τις χαρές και τις μικροδιασκεδάσεις. Ας μεγάλωσα. Ας παραμεγαλώνω. Δεν με γνοιάζει κι αν με γνοιάζει, όσο μ’ έγνοιαζε νεότερο. Αυτές μου οι απόψεις είναι παράξενες. Μπορεί όμως να συμβαίνει και σ’ άλλους ανθρώπους αφού εδώ δεν διεκδικώ αποκλειστικότητες…
Το 1943 την Πρωτοχρονιά δεν ήμουνα παρά ένα παιδί. Μεγάλο όμως, δοκιμασμένο παιδί με τόσες δοκιμασίες που ούτε ένας ώριμος σημερινός άνθρωπος δεν αξιώθηκε να υποστεί. Λέγω αξιώθηκε γιατί παρά τις μύριες ταλαιπωρίες, ο άνθρωπος που πέρασε, ότι εμείς στη γενιά μας, είναι ο ευνοημένος ναυαγός, που περνώντας από τα σαράντα κύματα είδε, άκουσε, αισθάνθηκε κι έζησε γενικά τόσα που σαν εμπειρίες του δεν τάχει ο όποιος σύγχρονος καλομαθημένος απόγονός μας. Ευνοημένος είναι κατά κάποιο τρόπο αυτός ο μη δοκιμαστείς αλλά πάλι στο βάθος δυστυχισμένος αφού δεν δοκίμασε τους κινδύνους και τις στερήσεις που δίνουν χρώμα και νοστιμιά στα ηθικά και στα υλικά αγαθά τα οποία αυτός απολαμβάνει σαν φυσικά δώρα.
Ξυπνήσαμε από τις ανταύγειες και τους κρότους των βεγγαλικών. Πολλών βεγγαλικών που καταύγαζαν με τις λάμψεις τους την μικρότερη σε έκταση τότε Αθήνα. Όχι! Δεν ήταν αληθινά πυρά αντιαεροπορικών πυροβόλων! Δεν ήσαν βόμβες που έπλητταν το μαρτυρικό λιμάνι του Πειραιά! Ήσαν εκδηλώσεις χαράς – γιορτασμού. Δεν θάπρεπε να φοβάμαι, όπως άλλοτε σε ώρες συναγερμού από επιδρομές Συμμαχικών αεροπορικών οβίδων και άλλων βλημάτων. Όπως είχαμε ακουστά τα θραύσματα γυρνώντας και πέφτοντας στη γη τρυπούσαν πότε – πότε τα κεραμίδια των σπιτιών, τραυματίζοντας τους κάτω από αυτά αμάχους. Οι κρότοι από τα διάφορα βλήματα όσο διαρκούσαν οι αεροπορικές επιδρομές ήσαν τόσο αμέτρητα και αφόρητα συνεχείς, ώστε γεννούσαν το δέος. Πυρ ομαδόν και συνεχώς από κάθε γωνιά, από κάθε ύψωμα όπου είχαν τοποθετηθεί τ’ αντιαεροπορικά …

Απόψε όμως δεν υπήρχε ο φοβερός κίνδυνος. Ειρηνικότατη εκδήλωση ανάμεσα στον ολοκληρωτικά- ολοκληρωτικό Πόλεμο. Οι Γερμανό-Ιταλοί που δεν είχαν ακόμα συνειδητοποιήσει ή που δεν θάθελαν να συνειδητοποιήσουν την καταλυτική στροφή που άρχιζε σε βάρος τους, το γιόρταζαν με την άφιξη του νέους έτους 1943 (Σωτήριου όντως για τους αντιπάλους τους όμως).
Με τη λήξη της 12ης ώρα της 31-12-1942 άρχισε το πατιρντί. Η νύχτα ήταν καλή και για την εποχή όχι κρύα Σηκωθήκαμε οικογενειακά από τα κρεβάτια μας. Στην αρχή έκπληκτοι, στη συνέχεια όμως ησυχασμένοι. Στο βάθος όμως απογοητευμένοι γιατί μας πέρασε από της σκέψη η υποψία της λύτρωσής μας με κάποια ειρηνική συμφωνία μεταξύ των εμπολέμων. Δεν είχε όμως έρθει η ώρα της Ειρήνης παρ’ ότι προς στιγμή νομίσαμε πως αντικρίσαμε την ατίμητη μορφή της…
– Τα, Χριστούγεννα, μπαμπά δεν έκαψαν βεγγαλικά ούτε τα γιόρτασαν. Γιατί; ρώτησα τον πατέρα μου.
– Αυτοί, παιδί μου, δεν έχουν θρησκευτικές προκαταλήψεις. Ψηφούνε μόνο το χρόνο που καθορίζει και για όσο στηρίζει τη φοβερή εξουσία τους. Γι’ αυτό, νοιώθοντας πως είναι ακόμα δυνατοί το διασκεδάζουν. Άσχετα αν σήμερα πεθαίνουν άλλοι εξ’ αιτίας τους ή αν αύριο θα περάσουν κι αυτοί στο χώρο της Ανυπαρξίας τον οποίο τροφοδοτούνε τώρα με εκατομμύρια ανθρώπινες ψυχές.
Έτσι περίπου ήταν η απάντηση του πατέρα.
Η εκδήλωση χαράς των άχαρων και αχάριστων ανθρωποειδών (όπως είχαν τότε αναγκαστικά μεταβληθεί οι κατά τ’ άλλα σωστοί σήμερα και πρότερα Γερμανοϊταλοί) συνεχίστηκε για πολύ ώρα. Εμείς πήγαμε για την συνέχιση του όχι μακάριου βέβαια ύπνου μας, αφού δεν είχε εκπληρωθεί η ελπίδα μας. Την ευχηθήκαμε όμως για του χρόνου.
Έτσι σημειώθηκε στη μνήμη μου η Πρωτοχρονιά του 1943 στην Αθήνα όπου κατοικούσα.

 

Αναδημοσίευση από την εφημερίδα «τα Νέα του Βρυσοχωρίου», αρ. φ. 37, Οκτώβριος, Νοέμβριος, Δεκέμβριος 2001

Advertisements