Το Ζαγόρι στις γιορτές, κι ύστερα;

Του Απόστολου Ντιναλέξη

Από προφορικές πληροφορίες κι απ’ όσα ακούσαμε και διαβάσαμε στα τοπικά Μ.Μ.Ε., το Ζαγόρι στις γιορτές των Χριστουγέννων, της Πρωτοχρονιάς και των Θεοφανείων έφτασε σε πληρότητα το 100%. Η εκτίμηση προκύπτει από τις κλίνες που μισθώθηκαν στα ενοικιαζόμενα δωμάτια, στους ξενώνες και στα ξενοδοχεία. Το ποσοστό αυτό δεν σημαίνει ότι και οι ταβέρνες, τα εστιατόρια και τ’ άλλα μαγαζιά δούλεψαν σε υψηλά επίπεδα. Έχω πληροφορίες ότι χρησιμοποιήθηκαν από επισκέπτες και τάπερ (κλειδοπίνακα) για μεσημερινό ή βραδινό φαγητό. Πρέπει όμως να σημειώσουμε ότι και οι επισκέπτες της πόλης των Ιωαννίνων δεν παρέλειψαν να επισκεφθούν το Ζαγόρι. Όσον αφορά τις τιμές οι επιχειρηματίες ισχυρίζονται ότι τις κράτησαν στα περσινά επίπεδα απορροφώντας την αύξηση του ΦΠΑ.


Καλωσορίσατε λοιπόν επισκέπτες, έλληνες και ξένοι και σας περιμένουμε τις αποκριές, το Πάσχα, το καλοκαίρι και κάθε εποχή του χρόνου. Αν μείνατε ικανοποιημένοι απ’ την διαμονή σας κι απ’ τις εκδρομές σας, τότε να ξανάρθετε και να φέρετε και φίλους. Καλοδεχούμενοι οι τουρίστες και δεν θα κάνουμε κουμάντο στις τσέπες τους. Σεβαστές οι αποφάσεις τους. Πόσα βράδια θα μείνουν και τι θα φάνε είναι δικαίωμά τους. Οι επιχειρηματίες του Ζαγορίου πρέπει να δείξουν τον καλό τους εαυτό, τις άριστες υπηρεσίες τους και την ξακουστή φιλοξενία τους.
Μέχρι τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά το Ζαγόρι ήταν ηλιόλουστο κι ας έλεγαν τα Αθηναϊκά κανάλια ότι πάγωσε ο Βοϊδομάτης και ο Βίκος. Ποτάμι με το όνομα «Βίκος» δεν υπάρχει. Στην χαράδρα του Βίκου μπαίνει το Μπαγιώτικο ποτάμι και στην έξοδο συναντάει τον Βοϊδομάτη. Από την ανεμοβροχιά το νερό που έτρεχε ήταν λιγοστό και γι’ αυτό πάγωσε. Το ποτάμι του Βοϊδομάτη ξεκινάει απ’ το Βιτσικό και δεν παγώνει ποτέ. Τα Γιαννιώτικα Μ.Μ.Ε. απάντησαν στα Αθηναϊκά κι αποκατέστησαν την αλήθεια. Ακούστηκε μάλιστα ότι ο «πάγος» ήταν σκόπιμος για να ανακόψει το τουριστικό ρεύμα προς το Ζαγόρι. Έχω πληροφορίες ότι μετά τις ψευδείς ειδήσεις ακολούθησαν ακυρώσεις δωματίων. Αθέμιτος ανταγωνισμός επαγγελματιών.
Την Πρωτοχρονιά παρά το τσουχτερό κρύο οι επισκέπτες απόλαυσαν τις βόλτες τους στ’ άλλα χωριά, θαυμάζοντας το οικιστικό περιβάλλον, τα μνημεία, την φύση. Όσοι δεν ήρθαν στο Ζαγόρι τις γιορτές έχασαν τον καταγάλανο ουρανό, τον λαμπρό ήλιο, τις βουνοκορφές με τα λίγα χιόνια, την πανσπερμία των χρωμάτων της γης, τα βαθυπράσινα δάση πεύκης και ελάτης, την πανσέληνο, την ησυχία, το οξυγόνο. Εξάλλου η Ξένια Στούκα στον «Ελεύθερο Τύπο» στις 2/3-1-16, στις σελίδες για ταξίδια, γράφει:
«Τα Ζαγοροχώρια είναι ιδανική επιλογή για όσους αναζητούν διαδρομές στη φύση και πατροπαράδοτους κανόνες ζωής. Τα Ζαγοροχώρια μαγεύουν τον επισκέπτη, τόσο με τη μοναδική φυσική ομορφιά τους, όσο και με την παραδοσιακή αρχιτεκτονική τους. Φωλιασμένα σε καταπράσινες βουνοπλαγιές λιθόκτιστα χωριά και φιλόξενοι άνθρωποι έχουν πολλά να σας διηγηθούν. Αρκεί να τους δώσετε τον απαραίτητο χρόνο να σας πλανέψουν με τα ηπειρώτικα γεφύρια, τα πολυθρύλητα φαράγγια, τις μαγευτικές λίμνες τους και την εύγευστη κουζίνα τους».
Κι ήρθε το Σαββατοκύριακο μετά την Πρωτοχρονιά και το καιρικό σκηνικό άλλαξε με μαυρίλα και βροχή. Είναι ώρα για το τζάκι και για κουβέντα. Τα κούτσουρα καίγονται και σκορπούν ζέστη, ασχέτως αν στις γωνίες του χώρου λειτουργούν τα καλοριφέρ. Στο καλοριφέρ δεν πυρώνεις ψωμί, δεν ψήνεις κάστανα, δεν έχει χόβολη να ψηθεί πατάτα. Για κουβέντα υπάρχουν χιλιάδες θέματα αυτές τις στιγμές. Το 2015 άφησε ανοιχτές πόρτες για το 2016. Κουβέντα μπορεί ν’ αναπτυχθεί και στα καφενεία του κάθε χωριού μεταξύ κολτσίνας και ταβλιού. Και τα παιχνίδια στο τάβλι είναι σημαδιακά: πόρτες, πλακωτό και φεύγα. Κερδίζουν οι καλές ζαριές. Κι ανάμεσα στην κουβέντα και το παιχνίδι παίζει και το τσίπουρο. Το τσίπουρο που ζεσταίνει, που ανοίγει τη διάθεση, που λύνει τη γλώσσα. Κι έρχεται το μεσημέρι για φαγητό. Ψησταριές καπνίζουν, ηλεκτρικές κουζίνες ψήνουν πίτες και αναζητείται γάστρος. Και κάθε μέρα επιλογή χωριού για βόλτα και γνωριμίες. Να γνωρίσεις την φύση και τα έργα των ανθρώπων.
Τελείωσαν οι γιορτινές μέρες και το Ζαγόρι κουμπώνεται. Κλείνουν ταβέρνες και ξενώνες. Από πάνω μαύρη συννεφιά ή χιονόπτωση και στους οικισμούς ερημιά. Δεν κυκλοφορεί άνθρωπος, δεν βλέπεις σκυλιά και γάτες και τ’ αυτοκίνητα έφυγαν για τα Γιάννινα και μακρύτερα. Το μόνο σημάδι ζωής ο καπνός απ’ τα μπουχαριά ή από τα ήτα απ’ τις μασίνες. Ο καπνός που πάει λοξά όπως τον παρασύρει ο αέρας.
Και το Ζαγόρι περιμένει τις αποκριές και το Πάσχα για να ξαναζωντανέψει.
Κοιτάει ο Ζαγορίσιος τα βουνά γύρω του και δεν έχει ορατότητα παραπέρα. Πέρα απ’ τα βουνά μας η υπόλοιπη Ελλάδα που δεν μας βλέπει, ούτε την βλέπουμε. Εδώ κλεισμένοι -ζα γκορ- μοναχοί μας, αποκομμένοι, αβοήθητοι. Το Ζαγόρι έδωσε δασκάλους του γένους, ευεργέτες, αγωνιστές. Το ελληνικό κράτος απ’ το 1912 και δώθε τι μας έδωσε; Αν περίσσευαν ψίχουλα τα παίρναμε. Μας πήρε τα δάση, μας πήρε τα χωράφια που αναδασώθηκαν, μας πήρε τα κληροδοτήματα, μας πήρε την νεολαία. Απόμεινε το Ζαγόρι να ζήσει σήμερα με την παροχή υπηρεσιών. Μαγείρισσες και μάγειροι, σερβιτόρες και σερβιτόροι, καμαριέροι και καμαριέρες. Καλούμε τους επισκέπτες ναρθούν να φάνε Ζαγορίσιες πίτες!!! Μείναμε υπηρέτες των επισκεπτών.
Τάγραψε αυτά ο Γιάννης Νικολαίδης το 1982 στο «Ζαγόρι, δοκίμιον ανθρωπογεωγραφίας». Στις σελίδες 72 επόμ. γράφει: «Ένας από τους μεγάλους φταίχτες είναι το ίδιο το ελληνικό κράτος, γιατί δε θέλησε να χρησιμοποιήσει την πείρα (που αποκτούσε κατά τις διαδοχικές ενσωματώσεις νέων εδαφών. Όταν προσαρτούσε ή απελευθέρωνε ένα γεωγραφικό διαμέρισμα, ξέγραφε με μια μονοκοντυλιά την παράδοση και τους κανόνες ζωής που είχαν δημιουργηθεί εκεί στα χρόνια της σκλαβιάς και λειτουργούσαν αποδοτικά. Στη θέση τους έβαζε τους δικούς του γραφειοκρατικούς νόμους που κουβαλούσε μαζί του, αδιαφορώντας αν, όπως ήταν, μπορούσαν ν’ αποδώσουν και να υπηρετήσουν το κοινωνικό σύνολο. Ήρθε, λοιπόν, και στο Ζαγόρι το «ελληνικό» σέρνοντας μαζί του τα σφάλματα μιας αποστεωμένης πολιτικής νοοτροπίας. Κι αντί οι φορείς της εξουσίας να σκεφτούν τρόπους να επαναπατρίσουν τη ζωή, τόσοι πόροι περίμεναν την αξιοποίησή τους, το ίδιο απαιτούσε και η πνευματική και πολιτιστική του παράδοση, εφάρμοσε μέτρα που οδήγησαν σε νέες περιπέτειες».
Τι περιμένει ο Ζαγορίσιος; Χειμερία νάρκη σαν την αρκούδα; Ίσως στο Ζαγόρι κυριαρχήσει η αρκούδα και το αγριογούρουνο. Ήρθαν τα άγρια να διώξουν τα ήμερα. Και τα ήμερα είναι άνθρωποι της τρίτης ηλικίας που κρατούν «Θερμοπύλες» και περιμένουν το «αιωνία η μνήμη». Τελικά το Ζαγόρι είναι μνήμες; Είναι παρελθόν; Είναι αρχείο κιτρινιασμένων φύλλων χάρτου;
Τα είχε γράψει αυτά ο Γιάννης Νικολαΐδης το 1982 (ό.π.): 3 «Για το Ζαγόρι, αν δεν γίνει το θάμα, η ώρα μηδέν είναι κοντά, τα περιθώρια αντοχής έχουν εξαντληθεί. Οι άνθρωποι που απόμειναν εκεί λύγισαν κάτω από το βάρος της κληρονομιάς που τους φόρτωσε η ιστορία, κουράστηκαν να περιμένουν τη βοήθεια που δεν έρχεται. Σηκώνουν τα μάτια στον ουρανό, τους πιέζει το βάρος του. Ανιχνεύουν τον ορίζοντα μήπως στο βάθος ξεδιακρίνουν κάποιες φωτεινές γραμμές, προμήνυμα ελπίδας, κουράζονται να κοιτάζουν, οι πόρτες μένουν κλειστές, εφτασφράγιστες».
Τα γιορτάσια σκόλασαν και επανήλθε η απαισιοδοξία. Νύχτα αξημέρωτη. Νύχτα σκοταδερή και παγερή. Τι να ευχηθούμε για το 2016, 2017, 2018 και στο εξής; Ας ευχηθούμε να εκπληρωθούν οι ευχές όλων των Ζαγορίσιων.

Αναδημοσίευση από την εφημερίδα «το Ζαγόρι μας», τεύχος 451, Ιανουάριος 2016

Advertisements