Αγροτική ασφάλεια

Του Νικολάου Εξάρχου

Η ληστρική αυτή απόπειρα είχε και ένα ευτράπελλον. Ο αγροφύλακας του χωρίου Νάσιος Πουποβίνης (Στάθαινας) –θεωρία επισκόπου και καρδία Μυλωνά– οπλισμένος καθώς ήταν με τον Κοινοτικόν γκρα ευρίσκετο την ώρα εκείνη που ειδοποιήθηκαν οι άνδρες μέσα ατό παντοπωλείων, το οποίον εστεγάζετο στο ισόγειο του σημερινού Κοινοτικού Γραφείου, και από τον φόβον του ούτε μια ντουφέκια δεν έριξε. Επροτίμησεν όμως να πάρει το λάκκο – λάκκο και να φτάσει στο σπίτι του να κρυφθεί.

Την επομένην εκλήθη σε απολογία από το Κοινοτικό Συμβούλιον για την επιδειχθείσα αδράνεια και δειλία, αλλ’ αυτός απολογούμενος είπεν: – «Είμαι αγροφύλακας για τους κλέφτες της ημέρας και ουχί για τούς κλέφτες της νύκτας».

Απελύθη της υπηρεσίας και αντ’ αυτού διωρίσθη ο Τάσης Φουλίνας (Μαζιώτης). Αλλά και αυτός φοβόνταν να βγει την νύκτα έξω και διά να δείξει κάποια φαινομενική ανδραγαθία κυνηγούσε την ήμερα τα παιδιά του Σχολείου, εκείνα πού τρέχανε στις κερασιές. Τα έπιανε και τα έφερνε ατό Μεσοχώρι επιδεικτικά για να τα ντροπιάσει!…

Απελύθη και αυτός της υπηρεσίας και αντ’ αυτού διώρισαν τον Κώστα Μάτη από το Ηλιοχώρι, Ο όποιος πράγματι δεν φοβούνταν την νύκτα. Έπιασε μερικούς αγροκλέφτας την νύκτα και τοιουτοτρόπως επέφερε μίαν καλήν αγροτικήν ασφάλειαν στο Βρυσοχώρι, η οποία έμεινε υποδειγματική.

 

Αναδημοσίευση από το βιβλίο του Νίκου Εξάρχου «το Βρυσοχώρι». Η ληστεία που αναφέρεται στο κείμενο συνέβη το 1916 στο Βρυσοχώρι (μπορείτε να την διαβάσετε εδώ), ενώ ο Κώστας Μάτης που επίσης αναφέρεται στο κείμενο ήταν γαμπρός στο Ντομπρίνοβο. Το πραγματικό του επώνυμο ήταν Λίγκος και η καταγωγή του ήταν από το χωριό Λίπα. Όταν ήρθε στο χωριό μας παντρεύτηκε μια κόρη της οικογένειας Μάτη και στη συνέχεια πήρε και το επώνυμο της Ντομπρινοβίτικης αυτής φαμίλιας. Ήταν ο πατέρας της Βασιλικής (Κούλας) Μάτη και παππούς του Γιώργου Πολυμέρη.

Advertisements