Οι τσελιγγάδες

Του Νικολάου Εξάρχου

Ο τσέλιγγας είναι πάντοτε ο πλουσιότερος και εξυπνότερος από τους «σκηνίτες» ποιμένες, τους οποίους διευθύνει, κ’ έχει το ήμισυ του ποιμνίου. Ο τσέλιγγας κατέχει την εξουσία του κληρονομικώς από τους πολεμικούς προγόνους του, οι όποιοι την απέκτησαν με το σπαθί.

oi_tseliggades

Κάθε χρόνο, κατά μήνα Απρίλιο, οι τσελιγγάδες ερχόντουσαν στο χωριό να συμφωνήσουν με την μουχταροδημογεροντία τις θερινές βοσκές της κοινότητος. Ο τσέλιγκας ορίζει την ημέρα της αναχωρήσεως απ’ τον έναν τόπο στον άλλο. Η καλύβα του είναι σημείο της συγκεντρώσεως της στάνης. Με τον έμπορα – μπάτζιο κλείνει συμφωνία ο τσέλιγγας, που ποικίλλει ανάλογα με το συμφέρον του μπάτζιου και το συμφέρον της στάνης. Όταν κλείσει τέτοια συμφωνία ο τσέλιγγας, είναι υποχρεωμένοι οι τσομπάνηδες να δίνουν όλο το γάλα της στάνης στο μπάτζιο – τεχνίτη, αφού είναι ο αντιπρόσωπος του έμπορου. Τον τεχνίτη μπάτζιο και το βοηθό του στέλνει συνήθως στη στάνη ο έμπορας των τυριών (που αυτός κυρίως λέγεται μπάτζιος).

Οι βοσκές που νοικιάζονταν από την κοινότητα Ντομπρίνοβου τα παλαιότερα χρόνια είναι στις θέσεις Ζωνάρια – Λάκκου, Βάλτου. Αυτές οι βοσκές και μόνον είναι κτήματα της κοινότητας.

Ο τσέλιγγας, όταν πουλούσε καθημερινώς το γάλα στη στάνη, στο μπάτζιο, με το ζύγι, χρησιμοποιούσε μια βέργα μήκους μιας πήχεως. Αυτό ήταν και το δευτέρι των τσελιγγάδων, αφού γράμματα δεν ήξεραν. Σχίζουν κατά μήκος ακριβώς στη μέση, στα δυο κομμάτια, ώστε άμα τα ενώσουν να κάνουν πάλι την ίδια. Ταιριάζουν λοιπόν για μια στιγμή πάλι τα δυο κομμάτια, τα δένουν σφιχτά μ’ ένα σχοινί, με ταχύτητα κ’ επιτηδειότητα βγάζουν το κοφτερό μαχαίρι τους, και κάνουν μια μεγάλη εγκοπή (100 οκάδες) ή μια μικρή (50 οκάδες) άλλη υποδιαίρεση δεν υπάρχει -, σε τρόπον ώστε καθ’ εγκοπή να πέσει και στα δυο κομμάτια. Τις αποχωρίζουν μετά, κρατάνε μια για λογαριασμό τους, και την άλλη παίρνει ο έμπορας. Έτσι κ’ οι δυο ξέρουν το λογαριασμό τους, κ’ έχουν συμφέρον να τις διατηρήσουν. Με τον τρόπο αυτόν έχουν απόλυτη ασφάλεια και οι δύο, διότι ούτε ο τσέλιγγας μπορεί να χαράξει μόνος του εγκοπή στη μισή βέργα που κρατάει (γιατί άμα ενωθούν οι βέργες θα φαίνεται), ούτε ο έμπορας μπορεί να χρησιμοποιήσει… γομολάστιχα! Κατά την εξόφληση ξέφλιζαν (ξεφλούδιζαν) τις βέργες.

 

Αναδημοσίευση από το βιβλίο του Ν. Εξάρχου «το Ντομπρίνοβο»

Advertisements