Ο Τρύγος στο Ζαγόρι

Της Ελένης Οικονομίδου-Δούβλη

Δεμένος με το κρασί ήταν και παραμένει ο τόπος μας και οι άνθρωποι του απ’ τη μεταλαβιά ως τα ψυχοσάββατα. Τα Ζαγοροχώρια δεν ήταν σαν τα κρασοτόπια ως τα ψυχοσάββατα. Τα Ζαγοροχώρια δεν ήταν σαν τα κρασοπότια άλλων περιοχών. Έλα όμως που οι Ζαγορίσιοι ήταν μερακλήδες και γλεντζέδες κι οι Ζαγορίσιες φερσούμενες; Πως θα καλομορφιάζονταν και πως θα «ξεντροπιάζονταν» στον μουσαφίρ’ δίχως ένα ποτήρι κρασί απ’ το βαέν’, ένα τσίπρο δάκρ’, απ’ την τραμζάνα, μια μ’στόπτα κι ένα κομάτ’ ζμπέκι; Γι’ αυτό ανέκαθεν φρόντιζαν να έχουν ένα αμπελάκι έστω και μακριά.

Ξέχωρα που κάθε σπίτι είχε την περγολιά του όσο γίνονταν μεγαλύτερη με ροζακί σταφύλι για ομορφιά. Κάμποσες χρονιές χαλνούσαν τα σταφύλια, από ζέστα, από χαλάζ’ απ’ αρρώστια. Οι Ζαγορίσιες, που δεν άφηναν τίποτα να πάει χαμένο, και τότε τρυγούσαν.

«Ας είνι κι ένα γουμαροφόρτ’» έλεγαν, «να μουσκομυρίσ’ η μπίμτσα». Οικονόμες καθώς ήταν και το κρασί και το τσίπουρο το ήθελαν στο σπίτι, τ’ «αψχούσαν», έστω και για γιατρικό! «Η χρονιά τς νάνι καλή»!

Κι όπως το κρασί ανταμώνει τους ανθρώπους, ξεκλειδώνει τις καρδιές και λύνει τη γλώσσα, καθώς κυλάει στο λαρύγγι χαρίζοντας ευθυμία και χαρά και πνίγοντας καημούς και βάσανα, «και στην πέτρα να φυτρών’» έλεγαν οι παλιοί, αγόγγυστα τραβούσαν για τ’ αμπέλι, κι ας ήθελε πολύ «πηρέτιο» και κόπο ολοχρονίς.

Σαν έμπαινε ο Σεπτέμβρης ο Τρυγητής, όλοπράσινα τ’ αμπέλια απλώνονται στα πόδια του λόφου. Χρυσοκίτρινα τσαμπιά και κόκκινα και μαύρα κρέμονται. Λαγκιρίζουν, καθώς πέφτουν πάνω τους οι αχτίνες του ήλιου και τα χαϊδεύουν!  Ύστερα από της Παναγιάς σαν αρχίζουν να παρδαλίζουν και να γλυκαίνουν, ανασκουμπώνονται οι νοικοκυρές. Τρίβουν με τη βούρτσα καλάθια, καλαθάκια, σεπέτια ν’ αστράφτουν. Ρουπώνουν με ζεστό νερό τις μεγάλες «μπούτινες» τα «καδιά» και τα «βαένια». Διορθώνουν τους «πύρους». Όλα έτοιμα να δεχτούν τον γλυκό καρπό. Τοιμάζουν όμως και τη δική τους φορεσιά για τη μεγάλη μέρα, γιορτινή και φιγουράτη.

Ο «ντραγάτης» πάλι στήνει σ’ ένα ψηλό δέντρο τη «ντραγασιά», ένα αυτοσχέδιο κρεβάτι να ελέγχει την περιοχή μην του κλέψουν τα σταφύλια. Όταν τα σταφύλια ωριμάζουν καλά ορίζεται η μέρα του τρύγου, γιατί έμπαινε όλο το χωριό μαζί.

«Χουριό ώ χουριό κι χουριανοί, από Διφτέρα θα μπούμι στουν τρύγου…ου…ου» φωνάζει ο τελάλης. Μεμιάς όλο το χωριό στο πόδι. Παρατούν κάθε άλλη δουλειά. «Θέρος, τρύγος, πόλεμος» λένε θέλει ξεσηκωμό. Όλοι να βοηθήσουν, μικροί μεγάλοι όσο μπορούν. Μαζεύουν καλάθια, σεπέτια, μαχαίρια, ψαλίδια. Περίσια της νοικοκυράς η φροντίδα. Ζυμώνει φρέσκο ψωμί, πλάθει λογιών-λογιών πίτες ως και «ριζόπτις» γλυκιές, λαλαγκίτες, καλοπλυμένο τυρί στο κλειδοπίνακο, ρακί, κρασί και ξεχωριστή κλούρα για το ντραγάτη. Απαραίτητος ο νταβάς ο αμπελίσιος, προβατίνα μι ρύζ’ στου γάστρου.

Ευλογημένη του τρύγου η ώρα! Ξυπνούν χαραή-χαραή. Πριν ξεμυτίσει ο ήλιος στο βουνό, ανάστατο πέρα για πέρα το χωριό. Φορτώνουν στα ζώα τα σεπέτια κι όλα τα σιέα και τα παιδιά στα μεσοσάμαρα. «Θυμάμαι – μου είπε κάποιος μσόκαιρος, με τρυφεράδα – πως με έβαζαν μικρό μέσα στο σεπέτ, κι απ’ την άλλη μεριά το σακούλ’ με του φαί κι του προσφάϊ». Νέοι, γυναίκες, και παιδιά με τραγούδια και γέλια μπαίνουν στου τρύγου το πανηγύρι. Οι μάνες κι οι πατεράδες κρατούν κοντά το καπίστρι μη ξαφνιστεί του γουμάρ’ κι τα γκριμίσ’. Αυτά καμαρώνουν στα μεσοσάμαρα, τραγδούν κι κουντουρίχνουντι…

«Πιαστείτι γερά απ’ τα σκαρβέλια» ορμήνευαν οι μεγάλοι.

Σαν να τους βλέπω μπροστά μου να ροδίζουν. Οι κυράδες κι οι κοπέλες φορούν τα πιο φανταχτερά φορέματα. Ζώνουν στη μέση παρδαλή ποδιά με μεγάλο φιόγκο πίσω, κάτασπρα πουκάμισα κουμπωμένα και τα μαντήλια «μπαρμουλωμένα» να μην τις κάψει ο ήλιος. Άλλες δένουν φακιόλια άσπρα σαν το γάλα με κομπολόϊα λούίστά «φουρτζέ» ή «ουρανό» κι άλλες βάνουν ψάθα κι από πάνω το φακιόλ, γαλότσες μ’σές στα ποδάρια «εδώ να πατάς κι εκεί να βρίσκεσι» κι πατούνες «μπαρουλέ». Οι νιοί με κατακάθαρα πουκάμισα και ψάθες στο κεφάλι, σαν σε γιορτή. Τα «πράματα» άλλα νυσταγμένα περπατούν αργά νωχελικά. Στην αράδα τα γομάρια γκαρίζουν σαν να χαίρονται κι αυτά. Αχάει ο τόπος απ’ τις φωνές και τα γέλια. Χτυπούν τα κυπροκούδουνα απ’ τα αλογομούλουρα συνοδεύοντας το τραγούδι. Ξαφνιάζονται τα πουλιά κι αλλάζουν λημέρι!… Φτάνουν! Ένα πολύβουο, πολύχρωμο μελίσσι ξεχύνεται. Τ’ αμπέλια γεμίζουν από ένα παρδαλό ανέμελο, ανοιχτόκαρδο, κεφάτο πλήθος. Σαν ξεπεζεύουν τα παιδόπουλα αρεντεύουν, τσιμπούν τις ρόγες, παίζουν κρυφτούλι, ανεβοκατεβαίνουν στη σκάλα της δραγασιάς.

«Με τη σειρά να τα παίρνετε, να μη μένει κλήμα ατρύγητο. Μη μαζεύετε τα σάπια, να μην πάει χαμένο ούτε «τσάμπρο»…

«Φρόν’μα» μάλωνε τρυφερά ο Πάπς. «Για δ’λιά έρθαταν δώ ή για πιγνίδ;…».

Στα τρυγημένα να παίζετε. Εσείς τα «ρέψαταν» τα σταφύλια, και θυμιόνταν τα δικά του παιδικά χρόνια.

«Αφσι τα πιδιά να χαρούν, δεν μαλώνουν σήμερα… Παίξτι χ’σά μ’ όμορφα, μη κάνιτι ζμιά. Έχει πουλύ κόπο του σταφύλ’. Ξιπλατίσκαν οι γονέοι σας όλου του χρόνου», συμβούλευε η μάκω.

Οι τρυγητάδες κόβουν με προσοχή τα σταφύλια στον κόμντο, καθαρίζουν από τα τσνάρια τις ξερές και άγουρες ρόγες. Λογιών λογιών μοσχοστάφυλλα, ντεμπίνα ροζακί, σιδερίτη, κέρινο. Αδειάζουν τα καλάθια στα μεγάλα σεπέτια καμωμένα από χλωρές ξύλινες λουρίδες αγριολεφτοκαριάς σκισμένες ειδικά από τεχνίτες της Μπάγιας και των Νεγάδων.

Για τους νιους και τις νιές πάλι ο τρύγος είναι τ’ αντάμωμα π’ όλο το χρόνο καρτερούν. Ξαναμμένα μάγουλα, καφτές ανάσες, κλεφτές ματιές αλλά και κρυφομιλήματα και …τυχαία μπλεξίματα των χεριών και κλεφτά φιλιά, ανάμεσα στα πυκνά κληματόφυλλα. Κι ο έρωτας μεθυσμένος και αυτός βρίσκει χίλιους τρόπους να φανερωθεί!… Μεθυσμένα και τα πουλιά τσιμπολογούν κελαηδώντας. Γείτονες και περαστικοί εύχονται: «Κι τ’ χρόν’ διπλά, καλό διάφορο».

Δουλεύουν ασταμάτητα. Σαν γεμίζουν τα σεπέτια τα σκεπάζουν με κληματόφυλλα να μην έρθουν οι σφήκες. Βάζουν άσπρα καθαρά πανιά και τα δένουν με τριχιά ολόγυρα. Ξεχωρίζουν τα πιο καλά σταφύλια. Θα τα κρεμάσουν απ’ το περόνια στο ταβάνι του ματζάτου, για νάχουν το χειμώνα ως τα Χριστούγεννα. Σταφιδιάζουν κι είναι απ’ τα καλούδια της μάκως. Το μεσημέρι σταματούν με χαρές και γέλια γεύονται τις πίτες και τα φαγιά παινεύοντας τη νοικοκυρά. Ξαποσταίνουν λίγο και ξαναρχίζουν. Φορτώνουν τα ζώα. Νάτους στο δρόμο του γυρισμού. Πειράγματα κι αστεία. Δεν του λείπει το κέφι, κι ας είναι αποσταμένοι. Στο σπίτι οι γέροντες καρτερούν. Γελούν τα βασιλεμένα μάτια. Βγάζουν τη σιδεριό, ανοίγουν και τα δυο φύλλα διάπλατα οι οξώπορτες να μπουν τα βαρυφορτωμένα ζώα με τα σεπέτια. «Ούϊ καλώς τς, Να ζήαιτι, Κι τα’ χρόν’ διπλότιρα». Περίσια της μάκως η συγκίνηση.

«Ούϊ να γένω ξικ κι πάστρα, αποστάσαταν… Το δάκρυ τρεμοπαίζει στα βλέφαρα. Το σκουπίζει με τρόπο με την ανάποδη της ποδιάς…

«Ούϊ μπίκι ένα σιούλ’, μ έπιακι η σπιρτάδα… Ξαποστόστι ψίχα, βάλτι λίγο μπελντέ να γλυκαθεί του στόμα σας.

Ούϊ θα φκιόκουμι μ’στόπτις κι ζμπέκια, θα τσακίσου κάχτις….

Θα ζήσουμι τόχα να τρυγήσουμι κι τ’ χρόν’, μεγόλ’ η χάρη τς! Αν μας αφήκει ο κόπτσας!…»

Οι νιοί ξεφορτώνουν και γυρίζουν γι’ άλλη στράτα. Βιάζονται να μην φάνε οι γκαρούνες τα σταφύλια. Πίσω οι νοικοκυραίοι αδειάζουν τα σταφύλια στα καδιά και τα τσολιόζουν με τη «βασταγάρα». Τραβούν απ’ τον πύρο το μουστόσυρμα για το μούστο.

Άμα τ’ αμπέλι είναι μακριά κοιμούνται εκεί το βράδυ. Ανάβουν φωτιές, ξαχλιάζουν με ιστορίες και καθώς ο τρύγος κρατάει μέρες τ’ αμπέλια είναι στις δόξες τους. Κι οι χωριανοί ξεφαντώνουν παρέες-παρέες κουτσοπίνοντας και μολογώντας.

Αξέχαστη ζωή για όσους την έζησαν.     ,

Νάταν η γλύκα του σταφυλιού που σκορπούσε κέφι, η προσμονή του μούστου, του κρασιού και του τσίπουρου, οι ευλογίες του Διόνυσου, ή η ίδια η χαρά του τρύγου που κρύβει την ανταμοιβή των κόπων;

Όμως, ό,τι κι αν ήταν, τι δεν θάδινα οι νέοι μας ν’ αναστήσουν τα ξερασμένα κλήματα! Ας ήταν να ξαναπρασινίζαν τ’ αμπέλια, ν’ αντιλαλούσαν γέλια και τραγούδια στις παρατημένες πλαγιές να σμίγουν οι άνθρωποι, να ξανάνοιγαν οι καρδιές, να ξαναγίνονταν ο τρύγος πανηγύρι, να γινόμουν κι εγώ ένα με τους τρυγητές ανάμεσα στις παχιές φυλλωσιές.

Όμως, με ζάλισε θαρρώ η μυρωδιά του μούστου κι ο νους ξεστράτισε. Με παραπήρε η νοσταλγία.

Σχωράτε με.

Κι τ’ χρον’ διπλά! Καλά Κρασιά Χωριανοί!

Να καλοδεχτείτι!…

(Σ.Σ.: Μια φορά κι έναν καιρό!!)

 

Αναδημοσίευση από την εφημερίδα «το Ζαγόρι μας», αρ. φύλλου 457-458, Ιούλιος Αύγουστος 2016

Advertisements