Επιστολή από το Δοβρίνοβο του 1893

Στο φύλλο της Αθηναϊκής εφημερίδας «Φωνή της Ηπείρου» που κυκλοφόρησε την Παρασκευή 3 Δεκεμβρίου 1893, δημοσιεύετε μια επιστολή από το χωριό μας. Στο κείμενο αυτό καταγράφονται κάποια από τα προβλήματα των συγχωριανών μας εκείνης της εποχής, με το κυριότερο, την ύπαρξη μιας ανεκτέλεστης διαθήκης που ευεργετούσε την κοινότητα μας. Αν και το όνομα του αποθανόντα συγχωριανού μας ευεργέτη φαίνεται ότι αναγράφονταν στην επιστολή, στο κείμενο της εφημερίδας (δυστυχώς) παραλείπεται.

«Εκ Δοβρίνοβου

Κύριε Διευθυντά της «Φωνής της Ηπείρου»

Λίαν βραδέως, αλλά μετά χαράς ανεκλαλήτου έρχομαι να σας εκφράσω τα θερμά συγχαρητήρια επί τη αξιεπαίνω φροντίδι, ην μετά μέγιστου κόπου ανελάβετε να δημοσιεύητε φύλλον τα μάλα εξυπηρετούν τα τε ηθικά και υλικά ημάς συμφέροντα. Τω όντι ψυχικήν ανακούφισην ησθάνθημεν άπαντες εν γένει εν Δοβρίνοβω επί τη κατά πρώτην φοράν αναγνώσει της «Φωνής της Ηπείρου». Είναι πράγματι φωνή ευάγγελος εξερχομένη εκ των μυχών της καρδιάς μερών στεναζόντων, αλλά μαγευτικότατων και την δικαίαν έκπληξιν του πρώτην φοράν επισκεπτομένου ταύτα διαγειροντων.

Η φίλτατη Φωνή, καθ΄α θετικώς επληροφορήθεν, διέτρεξεν αισίως το πρώτο έτος και ήδη εισήλθεν εις το δεύτερο, ή εκ μέσης καρδίας ευχόμεθα να διέλθει δεκάκις αισιώτερων του παρελθόντος, ίνα καθ΄ ημάς οι δυστυχείς δι΄ αυτής τυγχάνωμεν ακροάσεως παρά της Α. Μ. του βασιλέως ημίν Σουλτάνου εκφράζοντες αυτώ τα δίκαια παράπονα μας.

Εισήλθεν, λέγομεν, η Φωνή εις το δεύτερον έτος και ημείς ενταύθα οι εις αιώνιαν σχεδόν απομόνωσιν καταδεδικασμένοι μόλις προ ολίγων μηνών εμάθαμεν την εκδοσίν της· εάν ανεγιγνώσκομεν τακτικώς την εν Ιωαννίνοις εκδιδομένην εφημερίδα «τα Ιωάννινα» βεβαίως θα είχομεν πληροφορηθεί από της πρώτης ημέρας περί της εκδόσεως της Φωνής, αλλά δυστυχώς τούτο δεν πράττομεν, διότι λυπούμεθα να πληρώσωμεν δώδεκα γρόσια δια ταχυδρομικά τέλη όπως μας αποσταλή αυτή· σημειώσατε όμως ότι διά την ειρημένην εφημερίδα «τα Ιωάννινα» πληρώνομεν εξήκοντα γρόσια ως ετήσιαν  συνδρομήν, καθ’ όσον προς τούτο  υποχρεούμεθα υπό της κυβερνήσεως,  και δώδεκα προς αποστολήν δεν πληρώνομεν. Ίσως πολλοί να εκπλήσσωνται δια το τοσούτον, αλλά δεν πρέπει εις ουδένα ουδαμώς να φανεί τούτο παράδοξον, διότι ημείς προ πάντων ενταύθα πάσχομεν από μεγάλην οικονομικήν καχεξίαν, ήτις ανέκαθεν μεν μας κατατρέχει έτι μάλλον δε κατά τας σημερινάς περιστάσεις τουθ΄ όπερ καταθλίβει περισσότερον ημάς, διότι ένεκα αγνώστων ημίν λόγων και άλλοτε αποστελλόμενα ημίν ολίγα χρήματα παρά φωτοβόλου εστίας προς τακτικωτέραν λειτουργίαν των σχολείων νυν κατά κακήν μας ίσως τύχην δεν μας αποστέλλονται, ή και αν μας αποστέλλονται μας αποστέλλονται ατάκτως και κατά πολύ ηλαττωμένα.

Εν τούτοις όμως με όλην ταύτην την ελάττωσιν των απεσταλλομένων ημίν και την καταδρομήν της τύχης μας ανεζωπυρώθησαν προ τίνων ετών προς στιγμήν οι ελπίδες μας επί τω ακούσματι ότι αποβιώσας εντιμος τις εκ της ημετέρας κοινότητος εν τη αλλοδαπή άφηκε δια διαθήκης του και μέρος της περιουσίας του υπέρ της ιδιαιτέρας πατρίδος του, όπως απολαμβάνουσα αυτή τους τόκους χρησιμοποιεί τούτους προς ανακούφισιν εις τας απολύτους αναγκαίας υποχρεώσεις της.  Ουχ ήττον όμως μετά λύπης το λέγομεν ότι η χαρά μας μετεβλήθει εις κατήφειαν, αι ελπίδες εματαιώθησαν και οι κατά την ημέραν της χαροποιάς αγγελίας ακάματοι κόποι απάντων μεθ’ ημών ιδία δε των αόκνως κοπιασάντων προς εγκωμίασι και κατάταξην του αποβιώσαντος μεταξύ των ευεργετών του Ζαγορίου αντί να τύχωσι του προσδοκομένου μέλλοντος προς μερικήν ανακούφισιν της κοινότητος έτυχον μεγάλης αδιαφορίας, διότι έκτοτε περιήλθεν αρκετός χρόνος και ου μόνον χρήματα δεν ελάβεν η κοινότητα αλλά ούτε φωνήν ούτε ακρόασιν παρά των αρμοδίων εκτελεστών της διαθήκης του διαθέτου.

Επί τη τοιάυτη συμπεριφορά των κ. εκτελεστών της διαθήκης του αποβιώσαντος (…..) η κοινότης Δοβρίνοβου ευχαριστούσα αυτούς συνιστά  μετά μεγίστης λύπης αυτοίς, ίνα εν τω μέλλοντι, προκειμένου περί τοιούτου υψηλού σκοπού, σκεφθώσι κάλλιον παντός άλλου και αναλόγως της θέσεως των, ουδέποτε δε να καταδεχθώσι να εμπαιζώσι κοινότητα, έστω μικρά και δυστυχούσαν, αλλά καθ’ εαυτού πατρίδα των και τροφόν του, όπου πρώτην φοράν είδον το λαμπρόν φως της ημέρας, και προς ην (λέγομεν) έπρεπε να δείξωσι μείζον σέβας της αναρμόστου και ανερυθριάστου αυτών περιφρονήσεως! Επί του ζητήματος τούτου επιφυλασσόμμεθα να επανέλθωμεν και πάλιν λεπτομερέστερον.

Όσον δ’ αφορά τα λοιπά κοινοτικά μας εν τοιαύτη ώρα του έτους, ότε ο Πάπιγκος μας ήρχισεν να γείνη κατηφής εκ της κατ΄ αυτάς  πεσούσης χιόνος και ο απέναντι μας υπερηφάνως ερυθρίζων εν ώρας θέρους Σμόλικας (ήρχισεν) να εκπέμπει προς ημάς ακτίνας χρυσίζουσας εκ του επί της πεπηγυίας χιόνος του προσπίπτοντος φωτός του ηλίου, ευρίσκονται εις ομαλήν οποσδήποτε θέσιν.

Πλην των κατά μικρά διαλείμματα ερχομένων ενταύθα σοβαρίδων προς είσπραξιν των βασιλικών φόρων και τινων νυκτοβίων λαθροχείρων ουδείς άλλος μας επισκέπτεται. Έπειτα και ημείς οι κατά τον χειμώνα εναπομένοντες ενταύθα διάγομεν ησύχως, διότι οι πλείστοι των οπωσούν αρειμανίων συγχωριανών μας οι από καιρού εις καιρόν το καλοκαίρι διαταράττοντες ημάς και επεμβαίνοντες ενίοτε λίαν ζωηρώς εις τα καθήκοντα της εφορίας και δημογεροντίας, απήλθον ήδη εις Θεσσαλίαν όπως επιδοθώσιν εις το εμπόριον των.

Ευελπιστούντες ότι η φίλη Φωνή προθύμως θα δημοσιέυση τα ανωτέρω διατελόυμεν μεθ΄ υπολήψεως».

 

Advertisements