Δύο αφηγήματα στα Αρμάνικα (Βλάχικα) της Λάϊστας Ζαγορίου (Μέρος Α΄)

Του Παναγιώτη I. Παυλίδη (Παύλου)

Με τον τίτλο «ΠΟΝΟΙ ΚΑΙ ΚΑΗΜΟΙ» πρωτοδημοσιεύθηκαν στο περιοδικό «Λαϊστινά Νέα» σε δύο συνέχειες στα τεύχη 28 και 30 έτους 2004, δύο συναρπαστικά αρμάνικα (βλάχικα) αφηγήματα, με συντάκτη – αφηγητή τον Δημήτρη Νικ. Καπέτση, τον αλησμόνητο συμπατριώτη μας λόγιο και συνάδελφό μου δικηγόρο, που είχα απομαγνητοφωνήσει, εγγραμματίσει και μεταφράσει στα ελληνικά από μια κασέτα του. Έναν αληθινό θησαυρό που μου χάρισε το 1990, τον οποίο αφού διαφύλαξα, παρέδωσα στον Ορειβατικό σύλλογο του χωριού μας, που με τη σειρά του τον αξιοποίησε, ψηφιοποιώντας και διαθέτοντάς τον σε CD στους συμπατριώτες μας.

Μέσα από τα δύο αυτά αφηγήματα αναδύονται τα αυθεντικά αρμάνικα (βλάχικα) των Λάϊστινών, τα οποία γνώριζε άριστα ο γεννημένος το 1910 στη Λάϊστα Ζαγορίου από βλαχόφωνους Έλληνες γονείς Δ. Καπέτσης, που διαφέρουν από εκείνα άλλων, ακόμη και γειτονικών χωριών, που έχουν την ίδια λαλιά. Άλλωστε αυτό το διαπίστωσε και ο G.Weigand στο σύγγραμμά του ΟΙ ΑΡΟΥΜΑΝΟΙ (ΒΛΑΧΟΙ) όπου στον τ.1 σελ. 143 αναφέρει: «…λόγω της απομονωμένης θέσης του χωριού και αφού οι γυναίκες παραμένουν στο χωριό η γλώσσα διατηρήθηκε εδώ καλύτερα από αλλού…».

Και θα πρέπει να ευγνωμονούμε στον Δ. Καπέτση, γιατί το έργο του είναι σωστικό της λαλιάς του χωριού μας και παράλληλα συνεισφορά στην ελληνική ιστοριογραφία και την γλωσσική επιστήμη στην προσπάθεια διάσωσης των ιστορικών, γλωσσικών και πολιτιστικών στοιχείων των Αρμάνων. Όπως μου εξήγησε ο Δ. Καπέτσης, όταν μου χάριζε την κασέτα, που στο σύνολό της σχεδόν βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα, της αφήγησης προηγείται η αφιέρωσή του: «Αντί για το κερί που θα άναβα στο κοιμητήριο…».

Το πρώτο αφήγημα αναφέρεται στο ολοκαύτωμα της Λάϊστας από τους Γερμανούς το φθινόπωρο του 1943 και τα κεντρικά πρόσωπα η τσαλ Γιάννη Παυλίδη – Παύλου και η εγγονή της Μαρούσω ήταν συγγενικά μου και περιοχή, όπου διαδραματίζονται τα γεγονότα, το «μπαλκόνι» της Λάϊστας, ο «μαχαλάς» των Παυλαίων. Το δεύτερο αφήγημα αναφέρεται στη προσμονή του νέου χρόνου και σε ιστορίες και έθιμα του χωριού μας.

Χωρίς να είμαι ειδικός, εντελώς ερασιτεχνικά, προσπάθησα, όσο καλύτερα μπορούσα, να μεταφέρω την προφορική αφήγηση στα νεοελληνικά, παραθέτοντας αυστηρά την λέξη προς λέξη μετάφραση δίπλα στο εγγραμματισμένο κείμενο της αρμάνικης (βλάχικης) λαλιάς των δύο Λάϊστινών γονιών μου, που το έμαθα στο οικογενειακό μου περιβάλλον, στα ξένα και κυρίως από την γιαγιά μου, την μάνα της μάνας μου, ώστε τα δύο κείμενα να αποτελούν, κατά κάποιο τρόπο, ένα λεξικό. Ελπίζω ότι στα κεντρικά πρόσωπα των συγκλονιστικών αφηγημάτων του Δημήτρη Καπέτση, πολλοί θα είναι εκείνοι που θα σταθούν με θαυμασμό και αγάπη και ίσως μερικοί να αναθερμάνουν την μνήμη τους με ανάλογα ή παρεμφερή βιώματα της προσωπικής τους ζωής.

Τελειώνοντας είμαι βέβαιος πως και ο Δημήτρης Καπέτσης, ο Μήτσος, όπως τον αποκαλούσαμε στο χωριό, θα είναι ευχαριστημένος, εκεί ψηλά που βρίσκεται, με την παρουσίαση και δημοσιοποίηση των συγκλονιστικών αφηγήσεών του. Μα ακόμη πιο βέβαιος είμαι ότι αιώνια θα βλέπει, όπως διακαώς ποθούσε, κάθε μέρα, κάθε στιγμή, το λατρεμένο του χωριό – το λατρεμένο μας χωριό – μέσα από το μυστηριώδες, σχεδόν μυθικό, εκείνο φως, που τόσο γλαφυρά περιγράφει στο 8ο τεύχος του περιοδικού του χωριού μας τα «Λαϊστινά Νέα» και που την σχετική περικοπή επαναλαμβάνω αμέσως πιο κάτω, περιμένοντας και όλους εμάς τους λάτρες, τους εραστές της Λάϊστας, όταν έλθει το πλήρωμα του χρόνου, αφού τον συναντήσουμε να τον συντροφεύουμε, εκεί ψηλά, στους ατέλειωτους περιπάτους του και στ’ αγναντέματά του της μάνας μας γης, της Λάϊστας.

“…Στον άγιο Χαράλαμπο ο ήλιος είχε βυθιστεί πίσω από την τελευταία κορφή του Πάπιγκου κατά τον Σμόλιγκα. Κι’ όμως το φώς του έμεινε λαμπρό στις ψηλές κορυφές των βουνών του χωριού δεξιά μας στο Κουκούρλϊι και Τουάκα. Μας το έδειξε ο Δάσκαλος αυτό το δίχως ήλιο παράξενο φως και μας είπε ότι είναι ο “Ήλιος των νεκρών”. Διηγήθηκα στο σπίτι τη θαυμαστή σκηνή. Και η μητέρα είπε κρυφαναστενάζοντας: “Σουάρλε α Μόρτσλορου”».

Παραθέτω τα δύο αφηγήματα ως συμπλήρωμα μνημόσυνου των προσώπων που προανέφερα και έχουν αποβιώσει.

Θεσσαλονίκη (Ιανουάριος 2017)

…………………………………………………………………………………………………………………………………………………

Αφήγημα Α’ (στα Βλάχικα)

  Του λόκου ντι τσιάρε τσι βα απριντιάμ λα μιτίριου, τρι τούτε βόϊ τσι μπινάτου ν’χουάρε κου σούλφιτουλου ν’ γκούρε, σ’μουρίτου ατσία αστιπτίνταϊλου σιχουργιάρλου.

Σ’ ανλέ κόσου.

Κα κίτε νίλιε ντι βιτιλάτε ντι φιρμάκου σι’άρε μπιούτε αέστε λάιε πίντικε, τσι σου στρίντζε κου μπρίνλου σουν πουάλε; Αλνάτε κα βουρ μάρε γκλιέμου του κόχε, κουπιρίτε κου ούνε πάλε πρι ουν κιπιτούνιου ντι πάλιε, αστιάπτε σι’άπιρε.

Μάνε πτιού σι’αστισιάρε σι ντουάρμε; Ου αλισάρε τούτσι, ου αλισέ σ’σόμνουλου. Τζίσε να κου βα λου αρίντε κου θιάμε γίνου, σ’μπιού πριμανσούς. Τσιβά. Νου βίνιε. Σι’ιάια τώρα του κόχε ιρμουξίτε, σ’ζουκουψίτε, αστιάπτε σι’άπιρε. Τσι σι’αβιά θιάμε γκάζε σι’απρίντε λάμπα, τρι σι’ασκάπε βουρ κιλκίν ντι λιπούντε. Αλάσε κου νου βιάντε κου τζάντα, μα σι’ατσιά ιάστε σκούμπα τρι νίσε.

Κάστε κίτου νουάπτε άρε νίκε; Νου σι’αβτζί βουρ κουκότ. Του αλάντε κόχε ντουάρμε Μαρούσια. Ούνε φιάτε ντι πάσπριτζατσι – τσίσπριτζατσι ντι άνιε. Χίλια αλ χίιλισαϊ. Σι σκουλέ σ’ντούσε π’αγάλια – αγάλια σι βιάντε σι νου χίμπε ντισκουπιρίτε. Αχουλίνταϊλου αφλέ σάσμα, σι ου τράπσε κιτρί νσους. Μίνα αλ φιάτιλιελ ιρά αφουάρε. Λι μπιγκέ σουν σάσμα. Απόια σι’απλικέ, σιτζού πρι τζινούκλε, μπιγκέ μίνλε πρι κιπιτούνιουλου τσι ντουρνιά νιπουτίκα, σι ου μπισιά αφουρίσιαϊ, τρι σι νου ου ντισάπτε. Καντέτς κι’λι σι’απρίασε φάτσα, τσι ιρά κα γκλέτσουλρ, σ’κιλντούρα ντούσε του ίνιμε.

Σι’αλνέ του μάρτζινε ντι στρόμα α φιάτιλε, λι χιϊδιψιά κάπουλου, σ’λι τσια κου ντόρου. Ντουάρμε  ούνανιε, σκούμπανιε, ντουάρμε λουλούντα’νι ντι πρι Μάιου, Λουτσεάθερλού’νι ντι λα Μαραλμαύρου. Τρι τίνε χίλια’νι μπινέτζου. Τρι τίνε πλατώνια’νι μ’αλούμπτου στου γιράματι. Σι τι ν’μιρίτου σκούμπα’νι, σ’άι μόρου αλάντε τζούα. Ασί ιρά, τρε λάι τσαλ’ Γιάννι αέστε φιάτε. Ούνε σίγκουρε. Μπιρμπάτσ’λου λου τιλιάρι Βούλγαρλι Δουξάτου. Φτσιόρλου’λι μάρε, μουρί Ιάλνα λ’ ασκέρε. Του ίδιουλου άνου, του ιρμουξίτουλου ατσέλου άνου ντι γρίπε, λι μουρίρε τρι ντόι μέσι, νίκουλου φτσιόρου, σ’μάρια χίλισα, βέντουα, ντιαντούν κου χίλ’σου. Ουν τζόνε πίνε ντζάνε. Του ούνε ιάρνε πάτρου μόρτσι. Κούμου στιτού πρι τσουάρε; Κούμ λι στιτού μίντια ν’κάπου; Λιού άρσε κάσα χάρλου ντι τ’ πάτρουλε μέρτζινε. Σι’αρμάσε λιίτε, σ’ιρμουξίτε, κου μα νίκα’λ φιάτε, τσι τρουμουξί σι ου ασκάπε σι’ατσιά. Κα κίτε ουόρι νου τζίσε σι ντούκε σι σι’αρουκουτίασκε , ι σι σι σπίντζουρε; Μα τσι βα σι φιτσιά φιάτα , ούνα γκουτζά φιάτα τρι μαρτάρε.

Ντι ιάρνα ατσιά, σι νου γίνε θεέμ ποτέ αχτιάρε ιάρνα λα ντουνιάα τούτε, σι’αρκέ πρου λούκρου κα κιτσάουα. Κουμ πτου σι λι σκούατε ν’κάπου; Ίνιμά’λι σ’ουάσιλι  λι στίου. Ντι ατούμψιαϊ  λα Στιμιρίε ι λα Ταξιάρχου ντιπουνιά γκολ σιάρα ντι πιτάφιουλου, σ’λά μόρτς. Σι’αλουμπτέ μα μούλτου ντι μπιρμπάτου. Κρισκού φιάτα, ου μιρτέ κούμου βριά. Λο ουν τζίνιρε, ούνου φτσιόρου άγιουλ, κουμ απριντιά. Σι λ’ντισιάτσε κάσα. Σ’κίντου σι φιάτσε νιπουτίκα αέστε, τσι ντουάρμε νίγκε νίσε, Μαρούσια, λι’αρίσε γκούρα. Ντι κίντου ου προτουλό μπράτσε ντι σι ου μφάνσιε, λι λισουρέ ίνιμα, σι’αντρέ κάσα σ’τουτίποτα, κουμ ιρά κίντου μπινιά λιρτάτουλου, σ’νίκε μα μάρε.

Τσι λι θιμσέστι τόρα αέστι μόρ’φούμα;

Τουάμνα τσι νιέ τρικού, φτζίρε τούτε, κιρίρε τούτε. Τούτε τρι ούνε τζούα. Κουμ σι φιεάτσε αϊέστε μάρε σιλιμπίντζε; Ντίου βίνιε αέστε αγκουτιτούρε, νίκε νου πουάτε σι κουνάσκε. Αρντιά γάστρουλου, κίντου αυτζί σι ντα κιμπάνα ντι λα Στιμιρίε. Χίλιεσα ιρά λα γκιρτίνε. Μαρούσα σι αβιά ντούσε λα σιόπουτου. Νάια γίνε. Μπιγκέ φτσιάλιε μπάντε, σ’λι τζίσε κου λίμπα του γκρουμάτσου.

-Ιάτε αγόνια, αγόνια σι φτζίμ. Τσι μι μτρέστι; Νου βετς, νου άβτζι κιμπάνα; Γίνου Γιρμανάτζλι. Ανσίρε Λιάσιντζε, σ’ γίνου τρ’αουά.

-Τσί τζίτς μορ’ χίλιανι. Ίου άστε μέτα; Ίου άστε τάτου του;

Σι’αρμάσε λάια μουάσε κου αλάτουλου του μίνε.

Χουάρα τούτε πρι τσάρου. Αούσι, φτσιόρι, μπγιέρι, μπιρμπάτς, σι’αλνά του λιβάδε, λα άγιου Γιάννι, κου ούτσε απρουφτουσί κάθε ουν σι’αράπε πρι μπράτσου, ι σι σι γκάρκε.

Νάια σ’χίιλσα.

-Αραπέτς ίτσι πτετς, σ’γκλιντέτς κάσα, λι’τζίσε, σ’βτζίτς νσους. Έου βα μι ντούκου σι άφλου Κόστα. Σι νι’αστιπτάτς α Σταβλίνε, λα Λικουτσάφτε. Ακλό βα ν’αφλέμ.

Λι θιμσιάτε τούτε αέστε, σ’τρέμπουρε κα βιάργκα. Τσι ιρά φούμουλου ατσέλου, τσι σι’αλνά – σι’αλνά κιτρί νσούσου, σι’αβιά κουπιρίτε χουάρα τούτε, μούντζιλε τουτς ντιασβιρλίγκαϊ; Σι’απόια φουόκουρλι, μπουμπουρέσλιε, τσι σι’αμπριά καντέτς κι σι’αγουνισέσκου σι σι’αλίνε σι ντούκε σι’άρντε ουρανόλου, σι’αλιγκά – αλιγκά ντι πρι σκιντέλιε.

Αμ κίντου αμπαρνίρε σι κάντε κέσουρλιε, σι σι σούρπε στίσμιλε, σι σι φρίγκε πλότσιλιε, μιλιούνι ντι πλοτς. Τσι κιρίρε ιρά ατσιά. Τσι σιλιμπίντζα. Ντόπου ντόου τζίλε, ντι καρ σι φρίμσιρε νιαντζούμψιλι, ντιπούσιρε ν’χουάρε. Τσι σι άφλε; Λι’αβιά αρμάσε γκόλου κλέιλι του μίνε. Λι’ασβιρλί του τσινούσα τσι ιρά νίκε κάλντε, κιντζού μπάντε, σ’τριτζιά πέρλι, σι’αγκουντιά κάπουλου. Ζγκιλί, σι ιρμουξί, σι’αμπιρνί σι μιρλουσιάσκε. Καρ σι προτού μιρλουσιάσκε; Χίλισα τσι ου βιτιμάρε Αμτζάλα κου βέσλιε; Τζίνιρ σου τσι ου λουάρε κου νούσι, ι άρσα κάσα; Νου ασκιπέ ούνε λίγκουρε, ουν άκου. Σπουλάιτε κι σι’αφλέ μπάριαμ αέστε βιάκλια κάσε, τσι ου αβιά τρι πλιάντζε. Αουά σι πραλνάρε κου φιάτα. Αουά αρνίρε.

Λι’αμπιρνί πάλε κάπουλου, λ’γιν μίντζιλε. Ντι που θιάμε ουάρε σι τράψε απούσαϊ πρι στρόμε σ’μπιγκέ λιπσίνλιε κι σικά, σι’απριάσε φόκουλου του βάτρε. Σι νι’αντάρου ουν καφέ, να κι σι νι’αστιάρνε ίνιμα. Τσι λι βρέι μορ’φούμα ντι λι θιμσιέστι τόρα αέστι; Μπιγκέ θιάμε όρτζου του πότσου, σ’θιάμε νιάρε του κίπιτα ντι λινγκουρίτσε, ου μιντί σι’ου μπιγκέ σι χιάρμπε. Αέστου λ’ιρά καφέλου.

Αμπιρνί σι’άπιρε, σ’ντιπούσε π’αγάλια-αγάλια ν’σκάρα,τσι σι ντάι λ’άγκανι σ’ντούσε σι σμούλγκε κάπρα. Σι σκουλέ σ’ Μαρούσια. Μτε σάσμα σ’ντούσε σι ντισάκε πιρθίρια. Του λόκλουλου αλ τζένιελορου αβιά μπικάτε μικαβάτς. Αντισισίντάϊλου πιρθίρια καντέτς κ’ιντρέ προυμουβιάρα του πάτου. Του Πάπιγκου νάπαρτε αμπιρνί σι ντα σουάρλε, σιού αντριά νιάουα νίκε μα άλμπε. Σι σι λα όκλιλι.

Του μέσια ντι φάτζιλι στι κίνι, στρι μέρλιε γκρόκι, ουν νουόρο ντι τ’ούνε μάρτζινε πιν τ’αλάντε, σι’αμπριά κα βουρ μάρε ζγκάρ, κου μπρίνου ντι ασίμε. Ντινιαστίγκανι Αστιάτζα καντέτς κου ου κουπιρί πριμουβιάρα τούτε κου κατιφέ βιάρντε. Ουν κατιφέ κου πελούσλου μπετς.

Αγκριλε ντι λα Πιτιτζάτα σ’ντί λα Χουρβάτζιλι σι’αμπριά ντι ντιπάρτε κα τσιβά μερ κούϊλμπε. Αλάσε απόια μα νγκουά Μπουλισπόρ, λα Χαραλάμπρου, του Φράγκου, νουούντρου του χουάρε τσιρέσιλιε, μέρλιε, γκόρτσιλιε, γκουτούνλιε πουάμιλιε τούτε κου φλόρλε, κα νβιάστε μβισκούτε. Νου γινιά α φιάτιλε σι σι σκουάλε ντι πρι πιρθίρε. Λι’αβιά απουστουσίτε ίνιμα’λι γίσιλε, τσι ου αβινάρε σ’αστισιάρε. Μπούτζα’λι ιάστε σκουρμάτε. Αμπρίντιλε μουσουτέσλε αέστι, νίστε λισουρά του χικάτου. Σι’άμπριά κου σκούατε πιάνε, σι σι’ασμπουάρε σ’νίσε κου πούλιε. Ντίου σι’αφλάρε αχίτς πουλί; Ντίου ισίρε σ’κίντε τουτς ντιαντούν; Αβτζι νίρλα, ιάια πρι κίπιτα ντι τσιρέσλου κου πιάνιλε γκάλε, κα φουστάνια αμιά. Κίντε σ’ Βάλια Σκάμαλε. Κίντε σιόπουτουλ ντι σουν κάλε. Γκάλα νι. Νι σι’αμπάρε κι βίνιερε λίντουρλιε. Ας ντιπούν μπουάρτε σι βέντου μα γκίνε. Νου σι’αρίσε φιάτα. Βίνιερε λίντουρλιε. Νάιλα τσίνς – σιάσε σ’κάμα. Ασμπουάρε ντιασβιρλίγκαϊ ντί σπιρτιτούρι. Ασμπουάρε αγόνια, μούλτου αγόνια, σ’κίντε καντέτς κι ζγκιλέσκου. Σ’νίςκάφτε. Άι κόργκιλι. Κάφτε σ’νίσε κάσαλα, κούϊλπιλε τσε ιρά σουν μπιλκόνε, σι’άρσερε ντιαντούν κου νίσε.

-Ιάτα έλα σι βετς. Βίνιερε λίντουρλιε, σ’κάφτε, σι’άφλε κούϊλμπιλε τσι σι’άρσιρε ντιαντούν κου κάσα ανουάστρε. Έλα σι’άβτζι κουμ φάκου, καντέτς κι πλίγκου, καντέτς κι σούντου ουάμινι.

Μουάσα νου λι’βιντιά, νι λι’αβτζιά γκίνε. Μα ντουκιά μόλτου. Ντουκιά, κου ου ντουριά, ου τσικουρά του σούφλιτου.

Σιτζούρε πρι ούνε κιάτρε, σι’μτριά, σι’αυτζιά λίντουρλιε, τσε ασμπουρά, σι νου πτιά σι κουνάσκε, κα κιτσέ νου σούντου κούϊλμπιλε λα λόκλουλε. Μα σνίσε πτούρε σι κουνάσκε, κιτσέ λι’άρσερε κάσα; Κιτσέ λι κιρίρε ουάμινλι; Κιτσέ;

Να σ’κούκουλου. Μαρούσα σι σκουλέ μπρουάστε.

-Λου άβτζι κούκουλου ιάτε;

-Μπάτε λάι γκάλε, μπάτε. Τίνε νου αντάρ κούϊλμπου σ’νου τι’ ασιπάρε, σι σου σπάργκε κάσα ποτέ.

Σουσκιρέ, σ’φρικέ όκλιλι κου πουάλα, σι τουρνέ κιτρέ φιάτα, σ’λι τζίσε.

-Ντούτε τώρα σι’ σ’λιάι, σι’σ’μπιάι λάπτιλε, σι’απόια σι ανασκιρσέστι κάσα. Έου βα μι ντουκ λα γίνιε.

-Νου πότου μορ’ ιάτα. Σετζ ντόι -τρέι τζίλι σι ντισπουστουσέστι, σι’απόια βα νιτ σεμ ντιαντούν λα γίνιε.

-Έου ούνα σ’μπούνε βα ντισπουστουσέσκου χίλια νι. Νου μι’αστάπτε τζίλιλιε. Φουγκ.

Ου μπισέ σι’ βτζί κου ουν τιστρίκου σ’κου δικέλια του σάρικε. Ακλό ίου ντιμπουνιά σουν Χαραλάμπρου, τρι λα Κιτιφίκιου, ντόι φτσιόρ ασίρε αλιγκίνταϊλι πρι τζιάνα, σ’ίτσι ου βιντζούρε, μπικάρε μπότσιλε.

-Τέτε, τέτα τσαλ-Γιάννι, τέτε.

Μουάσα νου αβτζί. Ντιάντιρε νίκα ούνε αλιγκάρε σι’ου ασίρε. Σουστισί κίντου λι’βιτζού ασουντάτς ντρι νίσε. Σι’ασπιρέ σι νου πιτσέ τσιβά φιάτα.

-Σιχιρίλιε τέτε, τσε βα νιέ ντάι;

-Τσι πιτσίτς μπρι ντράτσι; Τσι τριξιάστι;

-Τέτε σιχιρίλιε. Βίνιε Κόστα, τζίνιρ του. Λου βιντζούμ λα Γκουτζά, σ’τόρα βα ανσί ν’χουάρε.

-Κόστα; Βίνιε Κόστα; Αμέου Κόστα;

Σ’κιφτέ σι σ’αντρομπάσκε. Ντι που θιάμε ουάρε ου αντούσιρε του χιϊάτε λα μπισιάρικε. Πιν σι σιάντε, ασίρε τρέι πάτρου βιτσίνε κου Μαρούσα σ’κου Κόστα. Ντίου σι’αφλάρε ατσιάλε λέκρινε του όκλιλε αλ’μουάσιλε, τσε ιρά στρικίτε;

Ντι καρ κέπτου ισί ατσιά μπουάτσε;

-Χίλιου -Χίλιου νι!!

…………………………………………………………………………………………………………………………………………………

Αφήγημα Α’ (μετάφραση στα Ελληνικά)

Στη θέση (αντί) του κεριού που θ’ άναβα στο κοιμητήριο, για όλους εσάς που ζήσατε στο χωριό με την ψυχή στο στόμα και πεθάνατε εκεί περιμένοντας τον συχαριάρη.

Μαζεύτηκε κουβάρι.

Σαν πόσες χιλιάδες άπιοτο  φαρμάκι έχει πιεί αυτή η μαύρη κοιλιά, που την σφίγγει με το ζωνάρι κάτω από την ποδιά; Μαζεμένη σαν ένα μεγάλο κουβάρι στη γωνία, σκεπασμένη με ένα κουρέλι πάνω σ’ ένα μαξιλάρι από άχυρα, περιμένει να ξημερώσει.

Μήπως μπόρεσε κι ’ απόψε να κοιμηθεί; Την άφησαν όλοι, την άφησε κι ’ ο ύπνος. Είπε μήπως τον ξεγελάσει με λίγο κρασί και ήπιε πολύ περισσότερο. Τίποτε. Δεν ήρθε. Και να την τώρα στην γωνιά ρημαγμένη και κακομοίρη, περιμένει να ξημερώσει. Που να είχε λίγο πετρέλαιο ν’ ανάψει την λάμπα, για να τελειώσει καμιά φτέρνα από την κάλτσα. Αλλ ’ άφησε που δεν βλέπει με το δαδί, μα κι ’εκείνο είναι ακριβό για εκείνη.

Άραγε πόση νύχτα έχει ακόμη; Δεν ακούστηκε κανένας κόκορας. Στην άλλη γωνιά κοιμάται η Μαρούσω. Ένα κορίτσι δεκατέσσερα – δεκαπέντε χρόνων. Κόρη της κόρης της. Σηκώθηκε και πήγε σιγά – σιγά να δει μήπως ήταν ξεσκέπαστη. Ψαχουλεύοντας βρήκε την βελέντζα και την τράβηξε προς τα πάνω. Το χέρι του κοριτσιού ήταν έξω. Της το έβαλε κάτω από την βελέντζα. Έπειτα έσκυψε, κάθισε στα γόνατα, έβαλε τα χέρια πάνω στο μαξιλάρι που κοιμόταν η εγγονούλα και την φιλούσε κλεφτά, για να μην την ξυπνήσει. Λες και της άναψε το πρόσωπο, που ήταν σαν πάγος και η ζέστη πήγε στην ψυχή.

Μαζεύτηκε στην άκρη του στρώματος του κοριτσιού, της χάιδευε το κεφάλι και της έλεγε με πόνο (πόθο). Κοιμήσου μια μου, ακριβή μου, κοιμήσου λουλούδι μου από τον Μάη, Αυγερινέ μου από το Μαραλμαύρου. Για σένα κόρη μου ζω. Για σένα λαφίνα μου παλεύω στα γεράματα. Να σε παντρέψω ακριβή μου κι ’ ας πεθάνω την άλλη μέρα. Έτσι ήταν, για την μαύρη Γιάννενα αυτό το κορίτσι. Μια και μονάκριβη. Τον άνδρα της τον σφάξανε οι Βούλγαροι στο Δοξάτο. Το αγόρι της το μεγάλο, πέθανε στα Γιάννενα στο στρατό. Τον ίδιο χρόνο, τον ρημαγμένο εκείνο χρόνο της γρίπης, της πέθαναν σε δύο μήνες το μικρό της παιδί και η μεγάλη της κόρη, χήρα, μαζί με το αγόρι της. Ένα παλληκάρι μέχρι την κορυφή. Σ’ ένα χειμώνα τέσσερις νεκροί. Πως στάθηκε στα πόδια; Πως της στάθηκε το μυαλό στο κεφάλι; Της έκαψε το σπίτι ο χάρος από τις τέσσερις μεριές. Κι’ έμεινε μαύρη και έρημη, με την πιο μικρή της κόρη, που τρόμαξε να την σώσει κι ’ εκείνη. Σαν πόσες φορές δεν είπε να πάει να γκρεμιστεί ή να κρεμαστεί; Μα τι θα γινόταν το κορίτσι, ένα τόσο μεγάλο κορίτσι (έτοιμο) για παντρειά.

Από εκείνο τον χειμώνα, να μην έρθει θεέ μου ποτέ τέτοιος χειμώνας σε όλο τον κόσμο, ρίχθηκε στην δουλειά σαν σκύλα. Πως μπόρεσε να τα βγάλει κεφάλι (πέρα); Η ψυχή της και τα κόκκαλα της το γνωρίζουν. Από τότε στην Παναγία ή στους Ταξιάρχες κατέβαινε μόνο το βράδυ του επιτάφιου και των νεκρών. Πάλεψε πιο πολύ κι ’ από άντρα. Μεγάλωσε το κορίτσι, το πάντρεψε όπως ήθελε. Πήρε έναν γαμπρό, ένα παιδί άγιο, όπως έπρεπε. Της άνοιξε το σπίτι. Κι’ όταν γεννήθηκε η εγγονούλα αυτή, που κοιμάται κοντά σ’ αυτή, η Μαρούσω, της γέλασε το στόμα. Από τότε που την πρωτοπήρε στην αγκαλιά της για να την φασκιώσει, της  λάφρυνε η καρδιά και έγινε το σπίτι της και το βιός της, όπως ήταν όταν ζούσε ο μακαρίτης και ακόμη μεγαλύτερο.

Τι τα θυμάσαι τώρα αυτά μωρ’ μαύρη;

Το φθινόπωρο που μας πέρασε, έφυγαν όλα, χάθηκαν όλα. Όλα σε μια μέρα. Πως έγινε αυτή η μεγάλη συμφορά; Από που ήλθε αυτό το κτύπημα, ακόμη δεν μπορεί να καταλάβει. Έκαιγε την γάστρα, όταν άκουσε να κτυπά η καμπάνα της Παναγίας. Η κόρη της ήταν στο κηπάρι. Η Μαρούσω είχε πάει στην βρύση. Να την έρχεται. Έβαλε τις φτσέλες κάτω και της είπε με την γλώσσα στο λαρύγγι.

– Μάνα γρήγορα, γρήγορα να φύγουμε. Τι με κοιτάς; Δεν βλέπεις, δεν ακούς την καμπάνα; Έρχονται οι Γερμανοί. Έφτασαν στο Βρυσοχώρι κι ’ έρχονται για εδώ.

– Τι λες μωρέ παιδί μου. Που είναι η μάνα σου; Πού είναι ο πατέρας σου;

Κι’ έμεινε η μαύρη γριά με τα ζυμάρια στα χέρια.

Όλο το χωριό στο πόδι. Γέροι, παιδιά, γυναίκες, άντρες ανέβαιναν στο λιβάδι, στον Αϊ Γιάννη, με ό,τι πρόφτασε κάθε ένας να αρπάξει στον ώμο ή να φορτωθεί.

Να και η κόρη της.

-Αρπάξτε ό,τι μπορείτε και κλείστε το σπίτι, της είπε και φύγετε επάνω. Εγώ θα πάω να βρω τον Κώστα. Να με περιμένετε στου Σταυλίν στου Λυκοτσαύτη. Εκεί θα βρεθούμε.

Τα θυμάται όλα αυτά και τρέμει σαν βέργα. Τι ήταν ο καπνός εκείνος που ανέβαινε-ανέβαινε προς τα πάνω κ’ είχε σκεπάσει όλο το χωριό, όλα τα βουνά γύρω-γύρω; Και μετά οι φωτιές, οι μεγάλες φλόγες που φαινόταν σαν να βιάζονταν να ανεβούν να πάνε να κάψουν τον ουρανό και έτρεχαν – έτρεχαν πίσω από τις σπίθες.

Αμ όταν άρχισαν να πέφτουν τα σπίτια, να σωριάζονται οι τοίχοι, να σπάζουν οι πλάκες, εκατομμύρια από πλάκες. Τι χαμός ήταν εκείνος. Τι συμφορά. Ύστερα από δύο μέρες, που τσακίστηκαν αυτοί που ήλθαν, κατέβηκαν στο χωριό. Τι να βρουν; Τους είχαν μείνει μόνον τα κλειδιά στα χέρια. Τα πέταξε στην στάχτη που ήταν ακόμη ζεστή, έπεσε κάτω και τραβούσε τα μαλλιά και χτυπούσε το κεφάλι. Ούρλιαζε (θρήνησε), ρημάχτηκε και άρχισε να μοιρολογεί. Ποιόν να πρωτομοιρολογήσει; Την κόρη της που την σκότωσαν στην Αμτζάλα με τις αγελάδες; Τον γαμπρό της που τον πήραν μαζί τους, ή το καμένο σπίτι της; Δεν γλύτωσε ούτε ένα κουτάλι, ένα βελόνι. Ευτυχώς που βρέθηκε τουλάχιστον αυτό το παλιό σπίτι, που το είχαν για αχυρώνα. Εδώ συμμαζεύτηκαν με το κορίτσι. Εδώ ξεχειμώνιασαν.

Της άρχισε πάλι το κεφάλι, της έρχεται λιποθυμιά. Ύστερα από λίγη ώρα τραβήχτηκε καθισμένη στο στρώμα, κι ’ έβαλε τα τιρλίκια γιατί κρύωνε κι ’ άναψε τη φωτιά στο τζάκι. Να κάνω έναν καφέ μήπως και μου στρώσει η ψυχή. Τι τα θες μωρέ μαύρη και τα θυμάσαι τώρα αυτά; Έβαλε λίγο κριθάρι στο μπρίκι και λίγο μέλι στην μύτη από το κουταλάκι, το ανακάτεψε και το έβαλε να βράσει. Αυτός της ήταν ο καφές.

Άρχισε να ξημερώνει και κατέβηκε σιγά – σιγά την σκάλα που (κουνιόνταν;) και πήγε ν’ αρμέξει την γίδα. Σηκώθηκε και η Μαρούσω Σήκωσε την βελέντζα και πήγε ν’ ανοίξει το παράθυρο. Στον τόπο (θέση) των τζαμιών είχαν βάλει χαρτόνια. Ανοίγοντας το παράθυρο σαν να μπήκε η άνοιξη στη σάλα. Στον Πάπιγκο απέναντι άρχισε να κτυπά ο ήλιος κι ’ έκανε το χιόνι ακόμη πιο άσπρο. Να σου πλένονται τα μάτια.

Ανάμεσα στις οξιές και τα πεύκα και στους μεγάλους λάκκους, ένα σύννεφο από την μια άκρη μέχρι την άλλη, έμοιαζε σαν ένας μεγάλος φράχτης, με ζωνάρι από ασήμι. Από αριστερά μου η Αστιάτζα, λες και την σκέπασε η άνοιξη όλη με μεταξωτό βελούδο πράσινο. Ένα μεταξωτό βελούδο με χνούδι πιτσιλωτό.

Τα χωράφια της Πατιτζιάτας και των Χαρβάδων φαινόταν από μακριά σαν κάτι μεγάλες φωλιές. Άφησε έπειτα πιο κοντά στο Μπουλισπόρου, στον Άγ. Χαράλαμπο, στου Φράγκου, μέσα στο χωριό οι κερασιές, οι μηλιές, οι αχλαδιές, οι κυδωνιές, τα δέντρα όλα με τα λουλούδια, σαν νύφες ντυμένα (στολισμένα). Δεν του ερχόταν του κοριτσιού να σηκωθεί από το παράθυρο. Της είχαν κουράσει την ψυχή της τα όνειρα, που την κυνήγησαν και αυτό το βράδυ. Το χείλι της είναι καμένο (σκισμένο).

Κοιτάζοντας τις ομορφιές αυτές, κάτι λάφρυνε στο συκώτι (τα σωθικά) της. Της φαινόταν πως έβγαζε φτερά, για να πετάξει κι’ αυτή με τα πουλιά. Από που βρέθηκαν τόσα πουλιά; Από που βγήκαν και κελαηδούν όλα μαζί; Άκου τον κότσυφα, να τος στην κορυφή της κερασιάς με τα φτερά μαύρα σαν το φουστάνι το δικό μου. Κελαΐδάει και η Βάλια Σκάμαλε. Κελαϊδάει η βρύση κάτω από τον δρόμο. Μαύρη μου. Μου φαίνεται ότι ήλθαν τα χελιδόνια. Ας κατεβώ στην πόρτα να δω καλύτερα. Δεν  γελάστηκε το κορίτσι. Ήλθαν τα χελιδόνια. Να τα πέντε -έξι και περισσότερα. Φτερουγίζουν γύρω-γύρω από τα χαλάσματα Φτερουγίζουν γρήγορα, πολύ γρήγορα και κελαϊδούν σαν να θρηνούν. Και αυτά γυρεύουν. Αχ τα καημένα. Γυρεύουν και αυτά το σπίτι τους, τις φωλιές τους πού ήταν κάτω από το μπαλκόνι και κάηκαν μαζί του.

-Μάνα έλα να δεις. Ήλθαν τα χελιδόνια και ψάχνουν να βρουν τις φωλιές τους που κάηκαν μαζί με το σπίτι το δικό μας. Έλα να ακούσεις πώς κάνουν, σαν να κλαίνε, σαν να είναι άνθρωποι.

Η γριά δεν τα έβλεπε, ούτε τα άκουγε καλά. Μα καταλάβαινε πολύ. Καταλάβαινε, γιατί την πονούσε, την τσεκούρωνε (πλήγωνε) στην ψυχή.

Κάθισαν πάνω σε μια πέτρα, κι’ έβλεπαν κι’ άκουγαν τα χελιδόνια, που πετούσαν και δεν μπορούσαν να καταλάβουν, γιατί δεν ήταν οι φωλιές τους στο τόπο τους. Μα κι’ εκείνες μπόρεσαν να καταλάβουν, γιατί τους έκαψαν το σπίτι; Γιατί τους χάθηκαν οι άνθρωποι; Γιατί;

Να κι’ ο κούκος. Η Μαρούσω σηκώθηκε όρθια.

-Τον ακούς τον κούκο μάνα;

-Λάλα, μαύρε μου, λάλα. Εσύ δεν κάνεις φωλιά και δεν φοβάσαι, να σου χαλάσει το σπίτι ποτέ.

Αναστέναξε και σκούπισε τα μάτια με την ποδιά, γύρισε προς το κορίτσι και της είπε.

-Πήγαινε τώρα να πάρεις για να πιεις το γάλα και ύστερα να τακτοποιήσεις το σπίτι. Εγώ θα πάω στο αμπέλι.

-Δεν μπορώ μωρέ μάνα. Κάθισε δύο – τρεις μέρες να ξεκουραστείς και μετά θα πάμε μαζί στο αμπέλι.

-Εγώ μια και καλή θα ξεκουραστώ παιδί μου. Δεν με περιμένουν οι μέρες. Φεύγουν.

Την φίλησε και έφυγε με ένα ντρουβαδάκι και με το δικέλλι στην σάρικα (μακρύ γιλέκο). Εκεί που κατέβαινε κάτω από τον Άγ. Χαράλαμπο προς τον Καταφίκι, δύο παιδιά έφθασαν τρέχοντας στην κορυφή και μόλις την είδαν, έβαλαν τις φωνές.

-Θεία – θεία Γιάννενα, θεία.

Η γριά δεν άκουσε. Δώσανε ακόμη ένα τρέξιμο και την έφθασαν. Σάστισε όταν τους είδε ιδρωμένους μπροστά της. Φοβήθηκε μην έπαθε τίποτε το κορίτσι.

-Συχαρίκια θεία, τι θα μας δώσεις;

-Τι πάθατε μπρε διάολοι; Τι συμβαίνει;

-Θεία συχαρίκια. Ήλθε ο Κώστας, ο γαμπρός σου. Τον είδαμε στον Γκουτζιά και τώρα θα έφθασε στο χωριό.

-Ο Κώστας; Ήλθε ο Κώστας; Ο δικός μου Κώστας;

Και ζήτησε να ακουμπήσει. Ύστερα από λίγη ώρα την πήγαν στο χαγιάτι της εκκλησίας. Μέχρι να καθίσει, έφθασαν 3-4 γειτόνισσες με την Μαρούσω και τον Κώστα. Από που βρέθηκαν εκείνα τα δάκρυα στα μάτια της γριάς, που είχαν στραγγίσει:

Από πιο στήθος βγήκε εκείνη η φωνή:

-Παιδί – παιδί μου!!!

Ο αείμνηστος Δημήτρης Καπέτσης στο Παλιοχώρι Λάιστας το καλοκαίρι του 1977 (Φωτ.:Τάκης Τζίμας)

 

Διαβάστε εδώ το 2ο αφήγημα

Advertisements