Γαβρίλης

Της Ανδρομάχης Καραγιάννη

(από τα καλοκαίρια των παιδικών μου χρόνων)

Ένα παντοπωλείο στο χωριό ήταν μεγάλο πλεονέκτημα σε εποχές που οι μετακινήσεις στην πόλη δεν ήταν εύκολες και το αυτοκίνητο δεδομένο σε κάθε σπίτι. Μια νοικοκυρά μπορούσε να προμηθευτεί σχεδόν τα πάντα, ίσως λιγάκι υπερτιμημένα βέβαια, αλλά πάντα θα βολευόταν σε περίπτωση ανάγκης. Λίγο καφές χύμα, μια κλωστή, ένα βελόνι, σκόνη για τα μυρμήγκια, θειάφι για τα φίδια, λουλάκι ή κόλλα για τα ρούχα, σπίρτα και αλάτι ή ζάχαρη, τσακμακόπετρες….

Μια (μ)παράγκα πραγματικός θησαυρός το παντοπωλείο στο χωριό μου! Στην πλατεία του, σε απόσταση αναπνοής από το τεράστιο πλατάνι του και το σημείο διεξαγωγής του ετήσιου δεκαπενταυγουστιάτικου πανηγυριού.

Φτιαγμένο από παλιολαμαρίνες και κομμάτια διαλυμένων τενεκέδων το θυμάμαι, μ’ έναν τσιμπλιάρικο φωτισμό από μια λάμπα που κρέμονταν γυμνή από το ταβάνι του και μια απροσδιόριστη μυρωδιά, ανακάτεμα εδώδιμων αποικιακών, ψάθας, πετρελαίου και υγρασίας. Αριστερά της πόρτας το τραπεζάκι-ταμείο και η καρέκλα του παντοπώλη, δηλαδή του Γαβρίλη.

Το ταμείο, τραπεζάκι ξύλινο αυτοσχέδιο, με μεγάλες τάβλες ανομοιόμορφες και μάλλον λίγο στραβό. Πάνω του η ζυγαριά και άλλα μικροαντικείμενα. Η καρέκλα από ξύλο και ψάθα -κλασική καφενείου- με ένα μαξιλαράκι χειροποίητο να φιλοξενεί το σώμα του Γαβρίλη, το κοντό και σακατεμένο, αφού κούτσαινε έντονα από το ένα πόδι. Στο πλάι κρεμασμένο ένα ραδιοφωνάκι, σε απόσταση που να μπορεί να το φτάνει, χωρίς να αναγκάζεται να σέρνει το σακατεμένο πόδι, μόνιμη συντροφιά του!

Πάντα γελαστός μας υποδεχόταν, με μια καλή κουβέντα στο στόμα. Μπορεί από επαγγελματική συνήθεια, μπορεί από έμφυτη καλοσύνη. Ή και τα δύο μαζί.

Και τι δεν «υπήρχε μέσα σ’ εκείνη την παράγκα-παντοπωλείο! Απορρυπαντικά, φαγώσιμα, εντομοκτόνα, ραφτικά, είδη σχολείου, σκούπες, φαράσια, σκόνες, μυγοπαγίδες, μπαταρίες, σπίρτα, λαμπάδες. Το σημαντικότερο, όμως, για μας τα παιδιά, τα διάφορα ζαχαρωτά και μάλιστα μπροστά μπροστά, σε σημείο προσβάσιμο στο ύψος μας, παραταγμένα ανά είδος: καραμέλες, ζαχαρένια, παγωτά, σοκολάτες, τσίχλες, μπισκότα, βανίλιες-υποβρύχια μέσα σε μικρά λευκά πλαστικά κουπάκια. Όσα από αυτά πωλούνταν χύμα, και όχι με το κομμάτι, ο Γαβρίλης τα ζύγιζε βάζοντας στο ένα τάσι της ζυγαριάς το προϊόν και στο άλλο τα ζύγια που απαιτούνταν, μετά το τύλιγε σε χαρτάκι και το έπαιρνες, δίνοντας το αντίτιμο. Αγαπημένη μου αγορά οι χύμα καραμέλες που ο Γαβρίλης τύλιγε σε χαρτί που έφτιαχνε χωνάκι με ιδιαίτερη μαεστρία!

Τις προσθαφαιρέσεις τις έκανε με ένα μικρό μολύβι πάνω σε χαρτί, μάλλον χασαπόχαρτο, γρήγορα και με επανάληψη για αποφυγή λάθους αλλά και δυνατά ώστε ν’ ακούει κι ο πελάτης. Κρατούσε δε και τετράδιο με τα χρωστούμενα.

«Γαβρίλη, γράψτα».

«Θα τα γράψω γω, μη σε νοιάζ……»

Η παράγκα-παντοπωλείο είχε γίνει το στέκι μας. Μια ομάδα από αγόρια και κορίτσια, με τα αγόρια να υπερτερούν κατά πολύ, της ίδιας περίπου ηλικίας. Εκτός από τις αγορές μας καθόμαστε με τις ώρες και κουβεντιάζαμε. Συνήθως καθόμαστε πρώτα κι εκεί αποφασίζαμε τι θα αγοράσουμε, ανάλογα με την όρεξη και τα χρήματα που είχαμε στη διάθεσή μας. Ο Γαβρίλης μας καλωσόριζε πάντα και μας προέτρεπε με τον τρόπο του να καθίσουμε στα αναποδογυρισμένα καφάσια τα στρωμένα, για το σκοπό αυτό, με αποσυναρμολογημένα χαρτόκουτα. Ρωτούσε για τις επιδόσεις μας στο Σχολείο, για την υγεία των δικών μας.

Ο ίδιος σπάνια σηκωνόταν από την καρέκλα του, γιατί οι πελάτες του έβρισκαν μόνοι τους εύκολα αυτό που ήθελαν. Όποτε έπρεπε, όμως, το έκανε με δυσκολία λόγω του σακατεμένου ποδιού, για το οποίο είχαμε τη βεβαιότητα, ως παιδιά, πως ήταν πολεμικό απόκτημα κι ας μη ξέραμε πότε και σε ποιον πόλεμο. Όσο για να ρωτήσουμε τον ίδιο, ούτε μας πέρναγε από το μυαλό.

Όσο καθόμασταν, όλο και έμπαιναν οι γυναίκες να ψωνίσουν, που, πολλές φορές, παραπονιόταν για την ακρίβεια του προϊόντος που ήθελαν να αγοράσουν. Κάποτε κατάφερναν να τον εκνευρίσουν για να αναγκαστεί να τους πει στο τέλος: «Ιγώ φταίω»; «Μη το παίρν’ς χριστιανή μ’, τι να σ’ κάνω»;

Όταν με τον καιρό εξοικειωθήκαμε μαζί του, μεγάλωσε και ο χρόνος που περνούσαμε στο μαγαζάκι του, στο οποίο και δίναμε τα καθημερινά ραντεβού μας. Έτσι αρχίσαμε τα πειράγματα τόσο μεταξύ μας όσο και στο Γαβρίλη, αλλά και στους πελάτες, που προσπαθούσαμε να τους μιμηθούμε! Όταν το κακό παραγινόταν, έξαλλος ο Γαβρίλης μας απέπεμπε λέγοντάς μας: «Σα δε ντρέπιστι παλιόπαιδα, άι φίγιτι από δω»! Κι εμείς φεύγαμε κακήν κακώς σκασμένοι στα γέλια… Κι αυτό ως την επόμενη φορά που θα πηγαίναμε να αγοράσουμε κάτι. Την ίδια μέρα δηλαδή ή την επόμενη.

Συχνά μας τραγουδούσε το σκοπό του τραγουδιού που εκείνη την ώρα έπαιζε το ραδιοφωνάκι του προσαρμόζοντας μερικές φορές τους στίχους σε κάποιον από εμάς ανάλογα με την περίσταση. Καταλήγαμε να τραγουδάμε όλοι μαζί… και φυσικά να γελάμε…!

Ένα καλοκαίρι η παράγκα δεν ήταν στη θέση της. Το παντοπωλείο είχε μετακομίσει λίγο πιο απόμερα σε σχέση με την αρχική του θέση. Στεγάστηκε σ’ ένα κανονικό μονόχωρο κτίσμα. Τα αναποδογυρισμένα καφάσια μπήκαν και πάλι για να μας φιλοξενήσουν! Τώρα είχε προστεθεί και ψυγείο! Σαν αυτό που είχαμε και στα σπίτια μας, αλλά και κανονικά παγωτά και φρούτα, που για το Γαβρίλη ήταν όλα εκλεκτά. Ακόμα έχω στη μνήμη μου τη μυρωδιά των πεπονιών… Τα καρπούζια αλλά και τα σταφύλια, σταφίδα και μοσχάτο, να τα περιτριγυρίζουν οι σφήκες.

«Είναι καλά τα σταφύλια, Γαβρίλη»;

«Εκλεκτά, εκλεκτά…».

Κι εμείς να συνηγορούμε εν χορό «Εκλεκτά, εκλεκτά……» και τον Γαβρίλη να μας αγριοκοιτάζει!

Ο πάγκος με τα ζαχαρωτά είχε πλουτίσει, αφού στην αγορά είχαν έρθει νέα προϊόντα που φυσικά δε χάναμε ευκαιρία να δοκιμάσουμε και μετά από τις προτροπές του Γαβρίλη. Εκεί νομίζω πως οφείλω και τα σφραγίσματα που απέκτησα στα δόντια μου, ιδιαίτερα στις ροζ χύμα καραμέλες που κόλλαγαν στα δόντια και με μεγάλη δυσκολία ξεκολλούσαν.

Έξω από το νέο παντοπωλείο, δεξιά κι αριστερά της εισόδου, προστέθηκαν τελάρα και σιγά σιγά τα απογεύματα μαζεύονταν γυναίκες του χωριού και τα λέγανε. Στη συντροφιά τους και η Μελανία, η γυναίκα του Γαβρίλη. Όποτε έλειπε εκείνος -σπάνιο πράγμα- καθόταν στο τραπεζάκι-ταμείο η Μελανία, κοντούλα και παχουλή, ευγενική και κείνη αλλά σε κάθε περίπτωση πιο αυστηρή από το Γαβρίλη. Δε σήκωνε αστεία και πειράγματα. Ψώνιζες ό,τι ήθελες και έφευγες.

Μεγαλώσαμε και σοβαρέψαμε… Πάντα πηγαίναμε να αγοράσουμε κάτι, αλλά μάλλον ντρεπόμαστε πια να καθίσουμε. Σταματήσαμε και τα μεταξύ μας πειράγματα. Οι συζητήσεις μας είχαν αλλάξει προσανατολισμούς και τα ενδιαφέροντά μας είχαν διαφοροποιηθεί, αλλά το παντοπωλείο του Γαβρίλη ασκούσε πάντα μια γοητεία… κι εκείνος μας καλοδέχονταν κάθε φορά κι είχε έναν καλό λόγο να μας πει, να ρωτά για το Σχολείο και την υγεία μας. Θες από επαγγελματική συνήθεια, θες από έμφυτη καλοσύνη. Νομίζω και τα δύο.

 

Αναδημοσίευση από την εφημερίδα «το Ζαγόρι μας», τεύχος 465-466, Μάρτιος-Απρίλιος 2017

Advertisements