«Λιρτάτσ’λι νου πιτρέκου λουγουρίι…»

«Η από μητέρα γιαγιά του Γιώργου Ζαμπάκου, στο Ηλιοχώρι, όταν περίπου το 1930 πάντρεψε την κόρη της Χάιδω στον Μιχάλη Ζαμπάκο τους άφησε το σπίτι της στο Ηλιοχώρι. Έτσι λοιπόν η Καλλιόπη Πάια έφυγε και πήγε στον γιο της Γιώργο στον Πειραιά.

Συνέχεια

Advertisements

Την ημέρα που οι Ναζί κατέστρεψαν το χωριό μας

Κατά το μεσημέρι της 18η Οκτωβρίου του 1943 τα Γερμανικά στρατεύματα κατοχής μπήκαν στο Ηλιοχώρι και κατέστρεψαν το χωριό μας, θέτοντας σε εφαρμογή το εγκληματικό σχέδιο «Πάνθηρας». Ήταν το δεύτερο χωριό της περιοχής μας που έπεσε θύμα της ναζιστικής θηριωδίας, αφού λίγες ώρες νωρίτερα το Βρυσοχώρι γνώρισε πρώτο την Γερμανική βαρβαρότητα.

Συνέχεια

Από τα παράξενα της φιλονικίας για τα τοπικά σύνορα

Του Νίκου Εξάρχου

Το έτος 1898 στο Ντομπρίνοβο υπηρετούσε ως αγροφύλακας ένας τουρκαλαβανός κ’ επληρώνετο 60 γρόσια το μήνα απ’ το χωριό. Κάποια μέρα στη τοποθεσία «Λιποχώρι», στα διαφιλονικούμενα σύνορα με το Βρυσοχώρι, ο αγροφύλακας συνέλαβε επ’ αυτοφώρω τον Βρυσοχωρίτη Νίκο Τσιόμο (Λάλα – Λιούρτη) να υλοτομεί παρανόμως καυσόξυλα στο ντομπρινοβίτικο μέρος.

Συνέχεια

Ο Αθανάσιος Νασιάκας ή Πολυμερής

Ο Αθανάσιος Νασιάκας ήταν έξυπνος και ετοιμόλογος. Όταν είχε παντοπωλείο σε κάποιο χωριό της Βέροιας, τον μήνυσε η Αστυνομία διότι βρέθηκε το μαγαζί του ακάθαρτο. Συγκεκριμένα τον κατηγόρησαν διότι βρέθηκε μια αράχνη ανάμεσα στα σακιά των τροφίμων ρυζιού και ζάχαρης. Στο Δικαστήριο λοιπόν ο Πρόεδρος τον έρωτα:

Συνέχεια

Ένα παλιό φάρμακο από το στομάχι της κότας που κάποτε έσωσε τη ζωή ενός συγχωριανού μας

Μια παλιά φαρμακευτική συνταγή που έχει ως βάση της ένα μικρό τμήμα από το εσωτερικό του στομαχιού μιας κότας, μου μετέφερε ο συγχωριανός μας Ηλίας Παπανικολάου. Το φάρμακο αυτό που έφτιαχναν τα παλιά χρόνια το χρησιμοποιούσαν για την επούλωση μικρών και μεγάλων πληγών και μία φορά που χρειάστηκε έσωσε τη ζωή του παππού του, Γιώργου Παπανικολάου.

Συνέχεια

Τα ευτράπελα του γερό κυνηγού

Του Γιώργη Καρατζά

Ο ΓΕΡΟ – ΚΥΝΗΓΟΣ, ήταν από ένα χωριό του Ζαγορίου, που οι γύρω από το χωριό βουνοκορφές πότε λούζονται στον ήλιο και πότε κρύβονται στα σύννεφα τ’ ανταριασμένα. Απ’ το χωριό, που ολημερίς το απαλοχαϊδεύει το φιλτραρισμένο, δροσερό αγέρι του Πάπιγκου και τη νύχτα το νανουρίζει ο Γκιώνης με την κλαψάρικη κι όλο θλίψη και πόθος φωνή του, ψάχνοντας, όπως λένε, να βρει το χαμένο αδελφό του.

Συνέχεια

Ο καφές

Στα χωριά μας, τα παλιότερα χρόνια, οι νοικοκυρές δεν αγόραζαν κομμένο τον καφέ με τα γραμμάρια, όπως σήμερα, αλλά σπυρί, με την οκά, κ’ είχαν όλα τα σύνεργα για την παρασκευή του. Κάθε σπίτι διέθετε έναν ψήστη και έναν καφόμυλον, με την βοήθεια των οποίων καβουρντίζονταν ο άψητος καφές και εν συνεχείς αλέθονταν. Το καβούρντισμα ήταν σωστή τελετουργία. Η νοικοκυρά, όταν πλησίαζε να καβουρντιστή ο καφές, σήκωνε τον ψήστη από τη φωτιά, τον τίναζε δυο -τρεις φορές για ν’ ανακατευτούν οι κόκκοι, άνοιγε τη σύρτη πορτούλα του ψήστη, για να δη πόσο καβούρντισμα θέλει ακόμα, και εισέπνεε βαθιά το άρωμα του, που γέμιζε το σπίτι.

Συνέχεια